Άρθρα :: In arte nulla veritas articles :: selected column

επιλογή γλώσσας
choose language

11.04
2017

Σφαγείο νούμερο πέντε: Η λευκή σελίδα της φρίκης

εικόνα εξωφύλλου άρθρου (Σφαγείο νούμερο πέντε: Η λευκή σελίδα της φρίκης)

Ο Kurt Vonnegut γεννήθηκε στις 11 Νοεμβρίου 1922 στην Ιντιανάπολις των ΗΠΑ και άφησε την τελευταία του πνοή μία μέρα σαν κι αυτή, ακριβώς πριν από μία δεκαετία. Το 1943, οι φτωχές ακαδημαϊκές επιδόσεις, καθώς και ένα σατιρικό άρθρο στην εφημερίδα του πανεπιστημίου του Κορνέλ, το οποίο θεωρήθηκε ανάρμοστο, κόστισαν στον Vonnegut τη φοιτητική του ιδιότητα. Το Περλ Χάρμπορ είχε στο μεταξύ επισπεύσει την πλήρη εμπλοκή των ΗΠΑ στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και ο Vonnegut βρέθηκε σχεδόν από τη μία στιγμή στην άλλη στο μέτωπο της Γαλλίας, όπου αιχμαλωτίστηκε στη Μάχη των Αρδενών από τα ναζιστικά στρατεύματα, το 1944. Ως αιχμάλωτος πολέμου, ο Vonnegut μεταφέρθηκε στην πόλη της Δρέσδης και έζησε από πρώτο χέρι τον ανηλεή και βάρβαρο βομβαρδισμό της από τις Συμμαχικές Δυνάμεις, στις 13-15 Φεβρουαρίου 1945.

Ο Vonnegut διεσώθη, παραμένοντας κρυμμένος -κατά τρόπο σχεδόν σαρκοβόρα ειρωνικό- στην αποθήκη ενός σφαγείου, όπου κρατούταν μαζί με άλλους Αμερικάνους και Βρετανούς αιχμαλώτους πολέμου. Το σφαγείο αυτό έφερε τον αριθμό πέντε...

Πώς μπορεί κανείς να μιλήσει για την απόλυτη φρίκη; Ποιες λέξεις να διαλέξει; Πώς να τις τοποθετήσει, με ποια σειρά θα βγάζουν νόημα; Με ποιον τρόπο να αποτυπώσει κανείς τον όλεθρο; Πώς ξορκίζεται το χειροπιαστό κακό; Πώς αναπλάθεται ένας τρόμος που παραείναι αληθινός για να καλουπωθεί στα στεγανά ενός απλού εφιάλτη; Δεν υπάρχει κανένας τρόπος, αποφάνθηκε ο ίδιος ο Vonnegut. «Δεν υπάρχει τίποτα έξυπνο να πεις για ένα μακελειό», δήλωνε χαρακτηριστικά. Η μοναδική διέξοδος σε αυτό το αδιέξοδο είναι η παραδοχή της πλήρους ανεπάρκειας. Η ειλικρινής άφεση στην ήττα της έμπνευσης και στη χρεοκοπία των λέξεων.

Ο Vonnegut πάλευε με δαίμονες και στοιχειά για 24 ολόκληρα χρόνια, πασχίζοντας να απελευθερώσει στο χαρτί όλα τα τέρατα που φώλιαζαν και αναπαράγονταν μέσα του. Και το κατόρθωσε, μόλις απαγκιστρώθηκε από αυτή τη χίμαιρα. Μόλις διαπίστωσε ότι όσα βίωσε ήταν από εκείνα τα όνειρα που σου σφραγίζουν τα μάτια, που δεν σου επιτρέπουν να τα ανοίξεις την κρίσιμη στιγμή, που στα δείχνουν όλα πεντακάθαρα μέσα στο σκοτάδι. Ο Vonnegut παρέκαμψε την αρχική του διαδρομή, αυτή της ανασύστασης των γεγονότων της Δρέσδης, για να λοξοδρομήσει προς μία τεθλασμένη παρακαμπτήριο, ακόμη πιο βαθιά αυτό-ψυχογραφική. Ένας βετεράνος πολέμου που προσπαθεί επί ματαίω να γράψει ένα βιβλίο για τον βομβαρδισμό της Δρέσδης, αλλά αδυνατεί να τα φέρει σε πέρας το εγχείρημά του. Ένας βετεράνος που ανασκαλεύει τα σωθικά του μυαλού και συναντά παλιούς συμπολεμιστές, μπας και βγάλει κάτι στην επιφάνεια. Μπας και καταφέρει να ξετρυπώσει κάτι άξιο αναφοράς και καλλωπισμού από τους στοιβαγμένους νεκρούς του εχθρού που κλήθηκε να θάψει, όντας ακόμη αιχμάλωτος πολέμου. Μπας και σκαρφαλώσει επιτέλους στην κορυφή αυτού του πολτού από κόκαλα και στάχτες, στον οποίο τσαλαβουτούσε με χέρια και πόδια, τον οποίο κατάπινε από τη μύτη και το στόμα.

Ο Vonnegut μας συστήνει όχι ακριβώς την τραγωδία που βίωσε, αλλά το κατακάθι της που επιβιώνει σαν σκουριά σε γέρικο μέταλλο. Απεκδύεται του εαυτού του, αρνείται τα ευχολόγια, δεν αποζητά τη λύπηση ή την κατανόηση κανενός. Δεν τρέφει ψευδαισθήσεις, δεν απευθύνει σιωπηρές ή υπόκωφες εκκλήσεις προς μία φαντασιακή πανανθρώπινη συνείδηση που θα είχε τη δύναμη και τη θέληση να αποτρέψει την επανάληψη της καταστροφής. Δηλώνει όχι απλώς ανεπαρκής να δρομολογήσει την οποιαδήποτε αλλαγή, αλλά παντελώς ανίκανος να κατανοήσει και να συναισθανθεί τα όσα εκτυλίχθηκαν μπροστά στα μάτια του. Ο άνθρωπος είναι φτιαγμένος για να σκορπά τον τρόμο, αλλά όχι για τον κατανοεί, μοιάζει να μας λέει. Ο άνθρωπος φτιάχνει ο ίδιος την κόλασή του, χωρίς καμία σατανική εμπλοκή, και μετά αδυνατεί να θυμηθεί ή να καταλάβει πώς την κατασκεύασε.

Ο Vonnegut μπλέκει το κουβάρι του πριν και του μετά, τσακίζοντας αμετάκλητα το τώρα. Αυτή η πολυτέλεια έχει χαθεί ανεπιστρεπτί. Δεν υπάρχει η ζώσα στιγμή. Πέθανε μαζί με τις εκατόμβες των νεκρών, σάπισε μαζί με την μπόχα τους που σκέπασε κάθε υπόνοια πολιτισμού. Απέμειναν μονάχα η διερώτηση του κατά πόσο μπορεί να υπάρξει μέλλον και η αμφιβολία του αν όλα αυτά τα αποτρόπαια συνέβησαν όντως στην πραγματικότητα. Ο Vonnegut σκανάρει την ψυχή του και η ακτινογραφία που αντικρίζει είναι μία tabula rasa με μηδενικές, και όχι απεριόριστες, δυνατότητες. Μία σελίδα κατάχλομου κενού, σαν ατελείωτος διάδρομος νοσοκομείου, που αναδιπλώνεται και συμπυκνώνεται σε μία αόρατη κουκκίδα. Τα πάντα τελείωσαν τότε, τα πάντα έχουν ήδη λήξει, δυστυχώς όμως το τέλος δεν είναι ποτέ οριστικό. Συνεχίζει, τραβιέται και σέρνεται, ωσότου γίνει η μόνη υπόσχεση για το παρελθόν και η μόνη ανάμνηση για το μέλλον. Χωρίς γιατί, χωρίς ίσως. So it goes και τίποτα άλλο. 

εικόνα άρθρου (Σφαγείο νούμερο πέντε: Η λευκή σελίδα της φρίκης)

Σφαγείο νούμερο πέντε, του Kurt Vonnegut
Μετάφραση: Φίλιππος Χρυσόπουλος
Εκδόσεις Κέδρος
σελ. 228

εικόνα αρθρογράφου (Aureliano Buendia)

σχετικά με τον αρθρογράφο
Aureliano Buendia

Οργάνωσε τριανταδύο ένοπλες εξεγέρσεις και τις έχασε όλες. Απόκτησε δεκαεφτά αρσενικά παιδιά από δεκαεφτά διαφορετικές γυναίκες που εξοντώθηκαν όλα το ένα μετά το άλλο μέσα σε μια και μόνη νύχτα πριν το μεγαλύτερο φτάσει στην ηλικία των τριανταπέντε χρόνων. Ο ίδιος επέζησε μετά από δεκατέσσερις απόπειρες δολοφονίας, εβδομήντα τρεις ενέδρες κι ένα εκτελεστικό απόσπασμα. Έζησε, παρ' όλο που ήπιε με τον καφέ του μια δόση στρυχνίνης, που θα ήταν αρκετή για να σκοτώσει ένα άλογο.

Artcore magazine's footer