Άρθρα :: In arte nulla veritas articles :: selected column

επιλογή γλώσσας
choose language

04.03
2015

O δολοφόνος μέσα μας: ο θεοσκότεινος κόσμος του Τζιμ Τόμσον

εικόνα εξωφύλλου άρθρου (O δολοφόνος μέσα μας: ο θεοσκότεινος κόσμος του Τζιμ Τόμσον)

Ο Τζιμ Τόμσον γεννήθηκε στις 27 Σεπτεμβρίου 1906 σε μια κωμόπολη της Οκλαχόμα και πέθανε στις 7 Απριλίου 1977, στο Λος Άντζελες, χτυπημένος από μια σειρά εγκεφαλικών επεισοδίων. Ο χρόνιος και βαρβάτος αλκοολισμός είχε κλονίσει από νεαρή ηλικία την υγεία του, ενώ σε όλη τη διάρκεια της ζωής του υπέφερε από ισχυρούς νευρικούς κλονισμούς. Ο Τόμσον αποχαιρέτισε τον μάταιο τούτο κόσμο σε καθεστώς πλήρους αφάνειας, παρά το ότι είχε συγγράψει περισσότερα από 30 μυθιστορήματα. Παράλληλα, είχε επιδείξει αξιοσημείωτη δραστηριότητα στον χώρο του σινεμά, υπογράφοντας τα σενάρια των ταινιών του Στάνλεϊ Κούμπρικ, “The Killing” και “Paths of Glory”. Επιπλέον, ορισμένα βιβλία του μεταφέρθηκαν στη μεγάλη οθόνη από σημαντικούς σκηνοθέτες, όπως το “The Getaway” (από τον Σαμ Πέκινπα), το “The Grifters” (από τον Στίβεν Φρίαρς), αλλά και το “The Killer Inside Me” (δις, από τους Μπαρτ Κένεντι και Μάικλ Γουιντερμπότομ), που θα μας απασχολήσει εν προκειμένω.

Όπως αναφέραμε και στην εισαγωγή, ο Τόμσον αποχαιρέτησε τα εγκόσμια χωρίς να γνωρίσει την αναγνώριση και την αποδοχή. Μονάχα μεταθανάτια και πιο συγκεκριμένα κατά τα τέλη της δεκαετίας του ’80, το όνομά του βρήκε τη θέση που του αρμόζει δίπλα στους κορυφαίους εκπροσώπους της hard boiled αμερικανικής λογοτεχνίας. Κακώς. Κάκιστα. Διότι το «σκοτάδι» των μυθιστορημάτων του και ιδίως του διασημότερου έργου του, «Ο δολοφόνος μέσα μου», του 1952, είναι πολύ πιο πυκνό και τρομακτικό από οτιδήποτε έχετε διαβάσει από τον Ντάσιελ Χάμετ, τον Τζέιμς Ελρόι και/ή τον Ρέιμοντ Τσάντλερ. Διότι απλούστατα, το «σκοτάδι» αυτού του βιβλίου δεν είναι κατασκευασμένο. Δεν είναι επιμελημένο, φροντισμένο, δομημένο. Δεν είναι γοητευτικό, θελκτικό, προσιτό. Είναι αδιαπέραστο και απολύτως τρομακτικό. «Ο δολοφόνος μέσα μου» σε καταπίνει αμάσητο και σε αφήνει στο μαύρο κενό του στομαχιού του, επειδή σου αποστερεί το ύστατο αποκούμπι της, έστω μερικής και στιγμιαίας, ανακούφισης. Εκεί που περιμένεις να υπάρξει μια παύση, μια οπισθοχώρηση, μια ηρεμία πριν την καταιγίδα, ο Τόμσον συνεχίζει ατάραχος την κάθοδο προς την κόλαση. Στο σύμπαν του, δεν υπάρχει η εναλλαγή λιακάδας και ερέβους. Τα πάντα είναι προδιαγεγραμμένα κατηφορικά.

Στον Τόμσον έχει αποδοθεί το παρατσούκλι «ο Ντοστογιέφσκι του ψιλικατζίδικου» (“Dime Store Dostoyevsky”) και μάλλον δικαίως. Διότι εξερευνά σε τρομακτικό βάθος την ψυχοσύνθεση των ηρώων του, σκαλίζοντας τα κατάβαθά τους, ψαχουλεύοντας στα πιο αθέατα σημεία τους. Ταυτοχρόνως, οι ήρωές του είναι χαμένοι και θαμμένοι στις κρυφές πλαγιές του θαμπού αμερικανικού ονείρου. Εκπέμπουν το ακριβώς αντίθετο φορτίο από αυτό της κυρίαρχης αφήγησης της τότε αμερικανικής κουλτούρας. Δεν είναι ευτυχισμένοι, δεν είναι εύρωστοι με τον οποιοδήποτε τρόπο, τα πράγματα δεν θα καλυτερέψουν κι είναι εξαιρετικά αμφίβολο το αν η καλυτέρευση ήταν μεταξύ των προσδοκιών τους in the first place. Η συντριβή πάντως στα μυθιστορήματα του Τόμσον δεν λαμβάνει τη μεγαλεπήβολη ντοστογιεφσκική χροιά. Δεν ενδύεται με κάποια αίσθηση απομάκρυνσης από μία ιερή εσωτερική ηθική. Δεν είναι μια διαδικασία απόλυτης αμαρτίας και επακόλουθης λύτρωσης. Είναι μια συντριβή βρώμικη κι αναπόδραστη. Διόλου εξιλεωτική και ολωσδιόλου μάταιη, όπως και όλα όσα έχουν προηγηθεί. Μία Dime Store Crush. Μία παρατεταμένη και ολίγον αδίκως καταλογισμένη Ύβρη. Μια αδυσώπητα σκληρή Νέμεση. Μια Κάθαρση που δεν έχει κανένα σκοπό να εμφανιστεί.

Δεν γνωρίζω κατά πόσο κρύβουμε όλοι έναν εν δυνάμει δολοφόνο μέσα μας, αλλά ο Τόμσον μοιάζει να είναι πεπεισμένος πως η σκοτεινιά αποτελεί συστατικό στοιχείο της ψυχής μας. Ο Λου θα μας διηγηθεί λοιπόν, σε μία σαρωτική και ακούραστη πρωτοπρόσωπη αφήγηση, τον δολοφόνο που μπαινοβγάινει στο μυαλό του. Τον δολοφόνο που χτυπά ξανά και ξανά, παρόλο που είναι υπεράνω πάσης υποψίας. Ίσως ακριβώς επειδή είναι υπεράνω πάσης υποψίας. Έχει γραφτεί πως ο Τόμσον καταφεύγει με αριστοτεχνικό τρόπο, σε αυτό το μυθιστόρημα, στο τέχνασμα του αναξιόπιστου αφηγητή. Ομολογώ πως διαφωνώ. Ο Λου, τουλάχιστον όπως το αντιλαμβάνομαι εγώ, μας συνεπαίρνει ακριβώς επειδή αποδεικνύεται υπέρ το δέον αξιόπιστος και ειλικρινής. Επειδή δεν διστάζει σε κανένα σημείο να παραδεχτεί πως πρόκειται να σκοτώσει ξανά και ξανά. Επειδή δεν ντρέπεται να κοροϊδέψει τα θύματά του, ακόμη και την ύστατη ώρα. Να ειρωνευτεί τις αντιδράσεις τους, να καγχάσει με τις κραυγές τους, να παραδοθεί σε δέος μπροστά στην έκπληξή τους. Ο Λου έχει αντιληφθεί μια βασική ανθρώπινη αντίφαση. Ακόμη και στις οριακές στιγμές, όταν οι άνθρωποι διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους πως επιζητούν την αλήθεια, επί της ουσίας, αυτό που επιζητούν είναι η επιβεβλημένη και καθιερωμένη εικόνα της αλήθειας. Το πώς οφείλουν να είναι τα πράγματα, το πώς θα ήταν σώφρον και φρόνιμο να είναι τα πράγματα κι όχι το πώς στ’ αλήθεια είναι τα πράγματα. Άπαντες εκπλήσσονται, άπαντες αδυνατούν να το πιστέψουν. Άπαντες θεωρούν τον Λου ανίκανο για τέτοιες ειδεχθείς πράξεις. Ανίκανο από άποψη αισθημάτων, ικανοτήτων, λογικής. Ως συνήθως, προσπερνούν την αλήθεια. 

Ο Λου έχει τη φήμη του καλού παιδιού. Θεωρείται εξαίρετος στην αντιμετώπιση των επικίνδυνων και ανεξέλεγκτων μέθυσων και τρελών. Η προσέγγισή του δεν εμπεριέχει κανένα ψήγμα βίας κι ο λόγος είναι απλός. Η βία είναι τόσο βαθιά ριζωμένη μέσα του, που τέτοια ασήμαντα περιστατικά την αφήνουν αδιάφορη. Ο Λου έχει έναν κρυφό άσσο στο μανίκι, ένα τεράστιο συγκριτικό πλεονέκτημα. Είναι μπολιασμένος με μία αρετή που είναι λογικό να αφθονεί στους αυθεντικά κι αδιαπραγμάτευτα απελπισμένους ανθρώπους. Την ανεξάντλητη υπομονή. Στραγγίζει την ενέργεια από τον κάθε φωνακλά μεθύστακα, απλώς αποφεύγοντας τις επιθέσεις του. Παίζει μαζί του σαν τη γάτα με το ποντίκι, όπως ακριβώς παίζει και με όλους όσους εμπλέκονται στην ιστορία των φονικών του. Τους αφήνει να νομίσουν πως έχουν την κατάσταση υπό έλεγχο κι ακριβώς τη στιγμή που νιώθουν άνετα, αυτός εξαπολύει την επίθεσή του. Ακόμη και στις πιο άκαιρες στιγμές, στις πιο ακίνδυνες κουβεντούλες, μεθοδεύει μια αμηχανία που σχεδόν αφήνει μελανιές. Άβολες ατάκες, σε άβολες καταστάσεις, με άβολα αισθήματα. Αδιανόητα φονικά ξεσπάσματα στις στιγμές της μέγιστης οικειότητας. Και μια ισοπεδωτική ειλικρίνεια στην περιγραφή τόσο της πράξης όσο και των μεθεόρτιων. Ο Λου παίζει με τράπουλα σημαδεμένη. Δεν τον παρατηρούν ποτέ, αλλά τους παρατηρεί εξονυχιστικά. Έχουν να χάσουν πολλά, ενώ αυτός τίποτα.

Ο Τόμσον, όπως προείπαμε, είναι κοφτερός σαν λεπίδι, επειδή δεν προσφέρει καμία στάση για πρώτες βοήθειες στην όλη διαδρομή. Εξηγεί με νηφαλιότητα τα δεδομένα και υπονοεί πως υπάρχει μία συνισταμένη δυνάμεων πίσω από αυτή την αιμοδιψή έκρηξη. Κίνητρο εκδίκησης για παλιά κι ατιμώρητα εγκλήματα; Τσεκ. Εγγενείς και επίκτητοι ψυχιατρικοί λόγοι που πολλές φορές ανάβουν το φυτίλι; Τσεκ. Τραυματικές εμπειρίες του θαμμένου παιδικού παρελθόντος που άφησαν ουλές που δεν επουλώνονται; Τσεκ. Τώρα μπορείτε να σβήσετε όλα όσα επιβεβαιώσατε ακριβώς πιο πριν. ΟΚ, ο Λου είναι γαμημένος από όλες τις μπάντες, αυτό είναι το μόνο σίγουρο, αλλά δεν είναι τόσο εύκολο να προσδιορίσουμε το πώς, το πότε και το γιατί. Κάτι τέτοιο θα ήταν πολύ προφανές για τον Τόμσον, όπως αντιστοίχως απλοϊκό θα ήταν να εγκαταλείψει τον ήρωά του στο ντουλάπι με τα σημεία και τα τέρατα. Ο Λου έχει αισθήματα, ο Λου συμπαθεί κι αγαπά ανθρώπους, ο Λου καμιά φορά μπορεί να σκοτώσει τους ανθρώπους που αγαπά και συμπαθεί. Όποιος αγαπά, παιδεύει, όπως λένε εξάλλου…

εικόνα αρθρογράφου (Aureliano Buendia)

σχετικά με τον αρθρογράφο
Aureliano Buendia

Οργάνωσε τριανταδύο ένοπλες εξεγέρσεις και τις έχασε όλες. Απόκτησε δεκαεφτά αρσενικά παιδιά από δεκαεφτά διαφορετικές γυναίκες που εξοντώθηκαν όλα το ένα μετά το άλλο μέσα σε μια και μόνη νύχτα πριν το μεγαλύτερο φτάσει στην ηλικία των τριανταπέντε χρόνων. Ο ίδιος επέζησε μετά από δεκατέσσερις απόπειρες δολοφονίας, εβδομήντα τρεις ενέδρες κι ένα εκτελεστικό απόσπασμα. Έζησε, παρ' όλο που ήπιε με τον καφέ του μια δόση στρυχνίνης, που θα ήταν αρκετή για να σκοτώσει ένα άλογο.

Artcore magazine's footer