Άρθρα :: Dr. Jekyll and Miss Hyde articles :: selected column

επιλογή γλώσσας
choose language

11.01
2018

Το τέλος μιας συλλογικής αυταπάτης

εικόνα εξωφύλλου άρθρου (Το τέλος μιας συλλογικής αυταπάτης)

O Stéphane Osmont (φιλολογικό ψευδώνυμο του του Stephane Dottelonde) είναι Γάλλος συγγραφέας, γνωστός στο ευρύ κοινό για το μυθιστόρημά του "Le Capital" που μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Κώστα Γαβρά. Γεννημένος το 1959, ενεργό μέλος στα κινήματα της Άκρας Αριστεράς ως μαθητής λυκείου και φοιτητής, εν συνεχεία σπούδασε στο Ινστιτούτο Πολιτικών Επιστημών του Παρισιού, ενώ, μεταξύ άλλων, εργάστηκε και στο Υπουργείο Οικονομικών. Το πιο πρόσφατο βιβλίο του «Ανεξέλεγκτα στοιχεία» (“Éléments incontrôlés”, 2013) κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Πόλις: ένα μυθιστόρημα που διατρέχει την πορεία της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς στη Γαλλία και φωτίζει την κοινωνική και πολιτική κατάσταση που επικρατούσε στη χώρα από τον Μάη του ’68 ως το 1981.

«’Ηταν λοιπόν τόσο εύκολο να καταστρέψουμε τη ζωή μας;» αναρωτιέται από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου ο ανώνυμος ήρωας και αφηγητής της ιστορίας· ο «στρατευμένος επαναστάτης», ο νεαρός που πανικοβλημένος αναχαίτιζε κάθε συναίσθημα που θα τον εξομοίωνε με έναν «συνηθισμένο» άνθρωπο και βασανιζόταν από τη υποψία ότι μπορεί στην πραγματικότητα να είναι ένας μικροαστός που θέλει απλώς να «αλητέψει» μέσω της πολιτικής έχει μεταμορφωθεί σε ό,τι κατηγορούσε, σε ένα συμβιβασμένο άνθρωπο, με τη «δουλίτσα» του και την οικογένειά του, βιώνοντας «την καθημερινότητα μιας ύπαρξης που της αρκεί να είναι συνηθισμένη».

Με αφορμή ένα τηλεφώνημα από τον μεγάλο του έρωτα, τη Φεντόρα, πρόσφατα αποφυλακισθείσα από τις ιταλικές φυλακές μετά την έκτιση της εικοσαετούς ποινής της για συμμετοχή στην ακροαριστερή τρομοκρατική οργάνωση Prima linea, ο πρωταγωνιστής-ήρωας κάνει βουτιά στο πολιτικά στρατευμένο παρελθόν του ως μέλος στην ομάδα περιφρούρησης της τροτσκιστικής Επαναστατικής Κομμουνιστικής Λίγκας και αργότερα ως «στυλοβάτης της παριζιάνικης αυτονομίας» και μέλος της Prima linea. Το μυθιστόρημα δίνει την εντύπωση της αυτοβιογραφίας· είναι γραμμένο σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, ο ήρωας-αφηγητής της ιστορίας δεν προδίδει το όνομά του, ενώ μοιράζεται κοινές εικόνες, εμπειρίες, συναισθήματα με τον δημιουργό του: είναι γεννημένοι την ίδια χρονική περίοδο, ήταν ενεργά μέλη της Άκρας Αριστεράς ως μαθητές και φοιτητές και νιώθουν απογοητευμένοι και προδομένοι από τα ιδανικά της νιότης τους. (Σε συνέντευξή του στην Εφημερίδα των Συντακτών, ο Osmont αναφέρει χαρακτηριστικά: Δεν αισθάνομαι ότι έχω προδώσει τα ιδανικά μου. Αντιθέτως αισθάνομαι ότι προδόθηκα από αυτά...»). 

εικόνα άρθρου (Το τέλος μιας συλλογικής αυταπάτης)

Ο έρωτας και η πολιτική συγκροτούν τους αφηγηματικούς πυλώνες του μυθιστορήματος και γίνονται οι κινητήριες δυνάμεις του νεαρού ήρωα: η αμείωτη αγάπη του για τη Φεντόρα και ο εθισμός του στην πολιτική, η υπέρμετρη πίστη του στη Μεγάλη Νύχτα, τη Μεγάλη Επανάσταση γίνονται οι θεμελιώδεις σφαίρες της ύπαρξής του -εξιναδικευμένες, δυναστευτικές, αλληλένδετες-, που υποκινούν τις πράξεις του πυροδοτώντας ταυτόχρονα η μία την άλλη. Σελίδα τη σελίδα αποκαλύπτεται ένα ιστορικό χρονικό της δεκαετίας του ’70, όπου ο Osmont περιγράφει με λεπτομέρειες τις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις στη Γαλλία αλλά και στο εξωτερικό (Μάης του ’68, πόλεμος στο Βιετνάμ, πραξικόπημα Pinochet στη Χιλή, Επανάσταση των Γαρυφάλλων στην Πορτογαλία, Νόμος Ντεμπρέ, Νόμος Φοντανέ κτλ.), ζωντανεύοντας παράλληλα την επαναστατική ατμόσφαιρα που επικρατούσε στα κλιμάκια και τις παράνομες οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς.

Η ερωτική σχέση που ξετυλίγεται μεταξύ του πρωταγωνιστή και της Φεντόρας συγκροτεί τον αφηγηματικό σκελετό, εμπλουτίζει συναισθηματικά το μυθιστόρημα που έχει έντονη πολιτική χροιά, προσδίδοντάς του έναν πιο ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα και αποτελεί το αντίβαρο στη ζωή του νεαρού που την μονοπωλούν οι πολιτικές ιδέες και εξελίξεις. Ο έρωτάς του για την κοπέλα –που είναι «πιο συνειδητοποιημένη πολιτικά», «πάντα ένα βήμα παρακάτω»- λειτουργεί αμφίδρομα: από τη μία τον εξωθεί να βυθιστεί στη δίνη του ένοπλου αγώνα, από την άλλη φωτίζει την πιο ευαίσθητη, «μικροαστική» πλευρά του, αγγίζει συναισθηματικές ανάγκες και ανθρώπινα ένστικτα που «η μαρξιστική-λενινιστική θεωρία δεν μπορούσε να [...] προσφέρει καμία βοήθεια».

Μέσα από τη φωνή του ήρωα, τα ιδανικά, τις σκέψεις, τα συναισθήματα, τις αντιδράσεις του, καθρεφτίζεται μια ολόκληρη γενιά ανθρώπων που πίστεψαν στη μεγάλη αλλαγή, σε έναν εξιναδικευμένο κόσμο και ήρθαν αντιμέτωποι με τη σκληρή ματαίωση του ονείρου τους. Συνελεύσεις, καταλήψεις, διαδηλώσεις, συγκρούσεις, ναρκωτικά, ταξίδια ανά την Ευρώπη, εικόνες από την καθημερινότητα ενός συνόλου νεαρών –ως επί το πλείστον- ανθρώπων με τους ήχους της ροκ μουσικής να ακούγονται στο βάθος, ζωντανεύουν στις σελίδες του βιβλίου. 

εικόνα άρθρου (Το τέλος μιας συλλογικής αυταπάτης)

Ο Μαρξ ήταν ο οδηγός μας, και ο μαρξισμός η πυξίδα μας. [...] Το πεπρωμένο μας; Να πολεμάμε στο πλευρό των θυμάτων της εκμετάλλευσης, με ενεργητικότητα και ελπίδα. Στόχος μας; Η παγκόσμια επανάσταση, μοναδικός τρόπος για να καθαρίσουμε όλη αυτή την κόπρο που βρωμίζει το ανθρώπινο γένος από τις απαρχές του χρόνου. Το πρότυπό μας; Η κατάληψη των χειμερινών ανακτόρων από τους μπολσεβίκους τον Οκτώβριο του 1917, μια έφοδος εξαίσια, με τα όπλα στο χέρι, για να συντρίψουμε τον εχθρό μια για πάντα. 

Γράφοντας τα «Ανεξέλεγκτα στοιχεία», ο συγγραφέας αποτίει φόρο τιμής στους ανθρώπους του παρελθόντος του· σε μία γενιά επαναστατημένη, εξεγερμένη, και ίσως πιο ελεύθερη, που διατηρούσε την πίστη και την ελπίδα της για ένα καλύτερο αύριο· μια γενιά με υψηλά ιδανικά, ανέφικτες ιδέες και ουτοπικά όνειρα. Στις σελίδες του βιβλίου διαγράφονται πορτραίτα ανθρώπων που ακολούθησαν διαφορετικά μονοπάτια: άλλοι παρασύρθηκαν και χάθηκαν, άλλοι εγκατέλειψαν και άλλοι συμβιβάστηκαν και επανατοποθετήθηκαν πολιτικά και ιδεολογικά. Παράλληλα, –και αυτό είναι το βασικότερο για τον αναγνώστη- ο συγγραφέας δίνει τροφή για σκέψη: θέτει ερωτήματα για τη δύναμη και την αξία της πολιτικής (μπορεί η πολιτική να αλλάξει τον άνθρωπο και τον κόσμο;) και προσπαθεί να αγγίξει την ψυχοσύνθεση ανθρώπων που μεταμορφώνονται από αθώα και ονειροπόλα πλάσματα σε άγρια θηρία, σε φανατισμένους τρομοκράτες· σε άτομα που βουλιάζουν τόσο βαθιά στη «μαύρη τρύπα» των πιστεύω τους, ώστε εθελοτυφλούν μπροστά στην ανθρώπινη υπόσταση των θυμάτων τους (στην προκειμένη περίπτωση αντικρύζουν μόνο ταξικούς εχθρούς και η «πολιτική δεν αποτελ[εί] πια παρά το ντεκόρ του σφαγείου») και πατάνε τη σκανδάλη αφαιρώντας ζωές.

Για μας, το θύμα δεν ήταν ανθρωπος, αλλά ο κατηγορούμενος και εν συνεχεία ο καταδικασμένος σε μία «δίκη χωρίς υποκείμενο». [...] η ζωή του δεν άξιζε την παραμικρή προσοχή, και η δολοφονία του την παραμικρή συμπόνια.

*Ένα σημείο που ξεχώρισα είναι ένας διάλογος μεταξύ του πρωταγωνιστή και του Louis Althusser, όταν, καταδιωκώμενος από την αστυνομία, βρίσκει καταφύγιο στο διαμέρισμα του Γάλλου μαρξιστή φιλοσόφου.

- Τι γίνεται έξω; με ρώτησε χωρίς να βγάλει το τσιγάρο από το στόμα.
-Μας ψάχνουν οι μπάτσοι. Θέλουν να απαγορεύσουν τη συνέλευση.
-Σας χτύπησαν;
-Όχι ακόμα.
-Συγκρούεστε συχνά με την αστυνομία;
-Ναι, τυχαίνει.
-Και πώς είναι να συγκρούεσαι;
-Δηλαδή;
-Τι νιώθετε εκείνες τις στιγμές;
-Όταν ξεκινάει η σύγκρουση δεν νιώθεις τίποτα. Είναι σαν μία μαύρη τρύπα.
-Μαύρη τρύπα, μου λέτε...
-Ναι, θολώνουν τα πάντα.
-Και δεν φοβάστε;
-Συνήθεια είναι.
-Ίσως και να σας αρέσει, τελικά, η σύγκρουση.
-Ποιος ξέρει...
-Εμένα, στη θέση σας, θα μου άρεσε. Δεν βρίσκομαι όμως στη θέση σας. 

Εικόνες: Στιγμιότυπα από τις κοινωνικές και πολιτικές ταραχές που ξέσπασαν στη Γαλλία τον Μάη του 1968.

εικόνα άρθρου (Το τέλος μιας συλλογικής αυταπάτης)

Ανεξέλεγκτα στοιχεία, του Stéphane Osmont
Μετάφραση: Αριάδνη Μοσχονά
Εκδόσεις Πόλις
σελ. 464

εικόνα αρθρογράφου (Ελένη Μαρκ)

σχετικά με τον αρθρογράφο
Ελένη Μαρκ

Το γεγονός που καθόρισε την ενήλικη ζωή μου είναι μάλλον η απόφαση που πήρα ένα βράδυ στο λεωφορείο, ελαφρώς μεθυσμένη και αρκετά αγανακτισμένη, για τη σειρά με την οποία θα έβαζα τις τρεις-τέσσερις σχολές στο μηχανογραφικό μου, στις οποίες ναι μεν είχα πιθανότητα να περάσω αλλά δεν με ενδιέφερε το αντικείμενό τους. Και εφόσον δεν έλεγα ποτέ, ότι «θα γίνω η τάδε όταν μεγαλώσω», όλως τυχαίως βρέθηκα στο Ιστορικό-Αρχαιολογικό. Μετά από συζητήσεις επί συζητήσεων αποφάσισα ότι μου αρέσει η Ιστορία της Τέχνης… και βρέθηκα στο Λονδίνο να κάνω σπουδές στα media και στον κινηματογράφο. Παρόλα αυτά, προτιμώ να διαβάσω δέκα βιβλία από το να παρακολουθήσω δέκα ταινίες... Kαι επειδή έφτασε η στιγμή να περάσω από την θεωρία στην πράξη, η υποφαινόμενη συγκροτημένη προσωπικότητα εμπνεύστηκε την ιδέα του Artcore...

Artcore magazine's footer