Άρθρα :: Βιβλιοθήκη articles :: selected column

επιλογή γλώσσας
choose language

Το μάτι του ψαριού, της Λένας Κιτσοπούλου

εικόνα εξωφύλλου άρθρου (Το μάτι του ψαριού, της Λένας Κιτσοπούλου)

Ζοφερό και αστείο, σκληρό και γλυκό, βαρύ και ευκίνητο: αυτό είναι το μάτι του ψαριού της Λένας Κιτσοπούλου. 

Το μάτι του ψαριού είναι η νέα συλλογή διηγημάτων της Κιτσοπούλου: δώδεκα διηγήματα που κυλούνε σαν το νερό. Το πρώτο στοιχείο στο οποίο οφείλει κανείς να σταθεί, μιλώντας για τη συλλογή αυτή, είναι η αμεσότητα της γραφής της Κιτσοπούλου. Αμεσότητα, θεατρικότητα και ανάγλυφες εικόνες είναι τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τον λόγο της. Από την πρώτη πρόταση οι λέξεις της σε αρπάζουν, σου λένε «κοίτα με πώς πάω, έλα μαζί μου!» Κι εσύ πας σαν υπνωτισμένος, ενώ ήδη από το πρώτο διήγημα και με σιγουριά πια στο δεύτερο, έχεις αντιληφθεί ότι εκεί που σε πάνε δε θα είναι πολύ ευχάριστα.

Ξέρεις λοιπόν πως θα συμβεί κάτι κακό. Θα υπάρξει ξύλο, θα υπάρξουν αυτοκτονίες, θα υπάρξει αρρώστια, για να αναφερθώ σε λίγα μόνο από τα δυσάρεστα πράγματα που θα βρεις μέσα στα διηγήματα αυτά. Παρόλ’ αυτά, πας. Ίσως γιατί νιώθεις την ηδονή της κλειδαρότρυπας, εκείνο το αλλόκοτο ένστικτο που σε κάνει να θέλεις να τη δεις τη διαστροφή να ζωντανεύει, να δεις μέχρι που μπορεί να φτάσει και αν εσύ μπορείς να την ακολουθήσεις. Ίσως όμως και γιατί έχεις αισθανθεί ότι κάτω από αυτό το πέπλο της βίας κρύβεται μια θλίψη και μια γλύκα, που δίνει άλλες αποχρώσεις στο μαύρο τοπίο των σελίδων που έχεις μπροστά σου. Ίσως απλά, γιατί τα διηγήματα διαπνέονται από εξαιρετικό μαύρο χιούμορ.

Γιατί ο έρωτας είναι τόσο ορατός όσο μια βροχερή μέρα. Δεν κρύβεται ο έρωτας. Είναι θέμα για ζωγράφο. Είναι θέμα για πινέλο και όχι για στιλό. Τα λόγια και τα μακρόσυρτα συντακτικά ανήκουν στους απογοητευμένους, σαν την αφεντιά μου.

Αν ο έρωτας ανήκει τους ζωγράφους, τότε η ζήλεια δικαιωματικά ανήκει στους συγγραφείς. Στο απολαυστικό τελευταίο διήγημα της συλλογής βλέπουμε τη ζήλεια, ένα άγριο και στριφνό συναίσθημα που διακρίνεται για την επιμονή του, να παίρνει σάρκα και οστά. Το όνομα αυτής: «Σπυριδούλα». Η Σπυριδούλα πριν γίνει άνθρωπος ήταν σύρμα κουζίνας μέσα στο σώμα του αφηγητή. Ως πρόσωπο πια είναι αποκρουστική, ύπουλη και πανταχού παρούσα. Είναι εκείνη που θα κινήσει τα νήματα αυτής της ιστορίας.

Πώς μπορεί να αντιμετωπίσει κανείς την είδηση ότι θα αποχαιρετήσει τον κόσμο αυτό σε δύο μήνες, αν όχι με ένα νευρικό γέλιο; Πώς μπορεί να αναστραφεί μία κοροϊδία, η οποία έχει στόχο μια «χοντρή κυρία», και να χτυπήσει βαθιές, προσωπικές ανασφάλειες; Γιατί δύο γεροντάκια που συναντιούνται καθημερινά σε ένα πάρκο της Αθήνας και πιάνουν ο ένας το χέρι του άλλου δεν φεύγουν ποτέ μαζί, παρά πάει ο ένας δεξιά και η άλλη αριστερά; Στο σύμπαν της Κιτσοπούλου συμβαίνουν πολλά ανορθόδοξα πράγματα, πράγματα που «δε γίνονται» ή «δε θα ‘πρεπε να γίνονται». Κι όμως γίνονται μέσα σε αυτές τις σελίδες, ίσως και έξω από αυτές, όπως γίνεται ένα παιδί που είναι θύμα χρόνιου ξυλοδαρμού να αρχίσει να νιώθει «μίσος για τον εαυτό του, που ήταν ανίκανος να βοηθήσει τα βασανισμένα ψάρια».

Ένας παπάς περνάει δέκα πέντε μέρες πάθους με μια τουρίστρια στη Δονούσα, προτού φύγει για πάντα για το Άγιο Όρος. Ένας εβδομηντάρης συνταξιούχος εκπαιδευτικός ξεπερνώντας το πρώτο του σοκ, εκμεταλλεύεται σεξουαλικά τη γυναίκα του που έχει άνοια. Ένας άνθρωπος που βιώνει βαθιά την απώλεια έπειτα από έναν χωρισμό, νιώθει ότι τον διώχνει το ίδιο το σπίτι που αγόρασε και επιδίδεται σε έναν παραληρηματικό εσωτερικό μονόλογο: 

Να φτάσουμε δηλαδή σε αυτό το σημείο; Που θα με διώξει το ίδιο μου το σπίτι; Που θα αρχίσουν να πέφτουν πάνω μου οι μπαλκονόπορτες; Ή που θα αρχίσουν να σκοντάφτουν στα μικρά δαχτυλάκια των ποδιών μου οι γωνίες των τοίχων; Ή που μπορεί το σπίτι να σηκωθεί να φύγει μια μέρα και να με παρατήσει; Να πάρει τα ντουβάρια του και τα ταβάνια του και τα κουφώματα του και να μου την κάνει; Πούστικα και μπαμπέσικα; Και να μείνω εδώ μόνος; Στον αέρα;

Αν είναι η σκληρότητα και η βία, συχνά με τη μορφή της χυδαιότητας, η επιφάνεια της θάλασσας μέσα στην οποία κολυμπάει το ψάρι της Κιτσοπούλου, μέσα στο βυθό της υπάρχει θλίψη, μοναξιά και ματαιότητα. Υπάρχει γέλιο, αλλά είναι μελανιασμένο, υπάρχει γλύκα, αλλά είναι τυλιγμένη σε γκρίζο ύφασμα. Μέσα σε έναν τέτοιο βυθό το οξυγόνο δεν είναι πολύ και είναι αναμενόμενο να βγαίνει κανείς στην επιφάνεια για να πάρει λίγο αέρα. Η Κιτσοπούλου επιδεικνύει μέγιστο θάρρος κολυμπώντας στα νερά αυτά και ο αναγνώστης καλείται να πάρει μια βαθιά ανάσα και να τη συνοδεύσει. Αξίζει το μακροβούτι – κάτω βρίσκεται πλούτος.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2015

εικόνα αρθρογράφου (Κατερίνα Ασημακοπούλου)

σχετικά με τον αρθρογράφο
Κατερίνα Ασημακοπούλου

Με λένε Κατερίνα. Μου αρέσει πολύ να διαβάζω βιβλία.

Artcore magazine's footer