Άρθρα :: Βιβλιοθήκη articles :: selected column

επιλογή γλώσσας
choose language

Το φίλτρο της κακίας: Ο Νάνος, του Περ Λάγκερκβιστ

εικόνα εξωφύλλου άρθρου (Το φίλτρο της κακίας: Ο Νάνος, του Περ Λάγκερκβιστ)

«Έχω παρατηρήσει ότι μερικές φορές προκαλώ το φόβο στους άλλους. Όμως αυτό που φοβούνται στην πραγματικότητα είναι ο ίδιος τους ο εαυτός. Νομίζουν ότι εγώ τους τρομάζω, αλλ’ αυτό που τους τρομάζει είναι ο νάνος μέσα τους, το πιθηκόμορφο ανθρωποειδές που σηκώνει το κεφάλι του από τα βάθη της ψυχής τους».

«Ο Νάνος» του Περ Λάγκερκβιστ δεν έχει όνομα. Δεν έχει στάλα πίστη, ίχνος αγάπης, δεν έχει σεβασμό, ούτε κατανόηση. Ο νάνος έχει μόνο μίσος. Μίσος για τον άνθρωπο και το γένος του, απέχθεια για τον έρωτα, χολή για την ειρήνη. Διψάει για βία, αίμα και εκδίκηση. Ο νάνος ανήκει στον Πρίγκιπα, ανώνυμος κι αυτός, κι ο Πρίγκιπας ανήκει στον νάνο του. Μέσα από τα μικρά, κακεντρεχή του μάτια παρακολουθεί ο αναγνώστης όσα συμβαίνουν σε ένα Πριγκιπάτο της Βόρειας Ιταλίας στα μέσα του 15ου αιώνα.

Ο νάνος έχει χαρακτηριστεί από πολλούς ως ο πιο τρομακτικός, ο πιο μισητός ήρωας που έχει περάσει από τα κιτάπια της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Το μυθιστόρημα έχει θεωρηθεί ιστορικό. Δεν είναι άτοπος αυτός ο χαρακτηρισμός, αν λάβει κανείς υπόψη τη μαεστρία με την οποία ο νάνος μας οδηγεί μέσα στην Αυλή, μας παρουσιάζει κόλακες, αστρολόγους, φιλοσόφους, ηδυπαθείς πριγκίπισσες και εραστές. Έπειτα μας πηγαίνει στον πόλεμο, κατόπιν στήνει μπροστά μας τη ματωμένη προδοσία μιας συμφωνίας ειρήνης. Τέλος, μας αναγκάζει να γίνουμε μάρτυρες «των φαντασμάτων της εποχής που ο κόσμος ήταν ζωντανός» σε μια πόλη που θερίζει η πανούκλα και των ανθρώπων που μαστιγώνονται και ουρλιάζουν για τη σωτηρία της ψυχής τους. Πρόκειται για ένα πλήρες χρονικό του Μεσαίωνα.

Όμως όλα αυτά δεν αποτελούν επαρκείς λόγους για να διαβάσει κανείς το μυθιστόρημα του Λάγκερκβιστ. Και γιατί, στο τέλος-τέλος να θέλει κάποιος να μπει τόσο βαθιά στην ψυχολογία του απόλυτου Κακού;

«Ο Νάνος» είναι ένα μυθιστόρημα γραμμένο σε ιστορικό πλαίσιο, αλλά τα βέλη του στοχεύουν να φτάσουν πολύ πιο πέρα από μια παράθεση γεγονότων. Είναι μια επίκληση στον δικό μας νάνο, τον νάνο που έχουμε καταχωνιάσει με φόβο και ντροπή. Ναι, είναι μια επίκληση υπερβολική, παθιασμένη, μανιακή, μια επίκληση από το στόμα ενός πλάσματος που έγινε ένα με τη μοχθηρία, που κατέπνιξε κάθε αξία και πίστη για να επιβιώσει το Εγώ του. Είναι όμως άραγε τόσο ξένα σε εμάς τα μισά έστω απ’ όσα λέει; Το πώς βλέπει τον κόσμο, τους ανθρώπους, τα συναισθήματα; Κι αν μας απωθεί, που, ναι, μας απωθεί, γιατί εμείς που τον διαβάζουμε δεν θέλουμε να σταματήσουμε;

Ο νάνος μισεί την Πριγκίπισσα Θεοδώρα, την βρίσκει γριά, άσχημη και αηδιαστική. Θέλει να την εκδικηθεί που τον βάζει να μεταφέρει ερωτικά γράμματα στους πολυάριθμους εραστές της. Όμως, αναρωτιέται: 

Θα μπορούσα εγώ ποτέ μου ν’ αγαπήσω οποιονδήποτε πραγματικά; Δεν ξέρω. Αν μπορούσα ν’ αγαπήσω κάποιον, αυτή θα ήταν η Πριγκίπισσα. Αλλ’ αυτή τη μισώ. 

Ο νάνος δε μπορεί ν’ αγαπήσει την Πριγκίπισσα, γιατί θα επρόκειτο για μια αγάπη που δε θα είχε ποτέ ανταπόκριση. Γι’ αυτό, τη βασανίζει, την ταπεινώνει, την εξευτελίζει, οδηγώντας την σταδιακά στο θάνατο. Σκοτώνοντας τον εραστή της, η εκδίκηση του θα είναι μεγαλειώδης: 

Απίστευτο ότι κάποτε υπήρξε ωραία. Απίστευτο ότι κάποτε κάποιοι την αγάπησαν και την αγκάλιασαν. Ως και το να το σκεφτείς τώρα φαίνεται γελοίο. Είναι απλώς μια άσχημη γυναίκα στο κρεβάτι της. Επιτέλους.

Ο νάνος περιφρονεί τον μέγα διδάσκαλο Μπερνάρντο, τον οποίο σέβεται και θαυμάζει ο Πρίγκιπας. Τον παρατηρεί να δείχνει έντονο ενδιαφέρον για όλα, από το πρόσωπο της Πριγκίπισσας, τα άστρα, τα βότσαλα μέχρι τα εντόσθια των ανθρώπων. Παρακολουθεί τις συζητήσεις του με τον Πρίγκιπα, τον προβληματισμό του για την ελευθερία, το βάρος της, την απεραντοσύνη κι αυτά τα φτερά που «σε τι χρησιμεύουν, αν δεν μπορείς να πετάξεις;». Ο νάνος κάθεται παράμερα περιμένοντας να σερβίρει κρασί. Ξέρει ότι, δυο μέρες πριν, το ίδιο άτομο εξέφραζε βαθιά πίστη στις δυνατότητες του ανθρώπου. Μισεί τις αντιφάσεις και τις θεωρεί υποκριτικές, γιατί εκείνος έχει μονάχα μια πλευρά. Και, σε αντίθεση με τον Μπερνάρντο, γνωρίζει το νόημα της ζωής: «Τι θα ήταν η ζωή, αν το καθετί δεν ήταν μάταιο; Η ματαιότητα είναι το θεμέλιο της ζωής. Σε ποιο άλλο θεμέλιο που ν’ αντέχει τόσο, θα μπορούσε να βασιστεί;»

Οι νάνοι ανήκουν και δεν ανήκουν στον κόσμο αυτόν. Η ράτσα τους διαιωνίζεται μέσω των ανθρώπων που φέρνουν στον κόσμο τη φυλή τους και την πουλάνε για είκοσι σκούδα το κεφάλι. Γίνονται γελωτοποιοί: «Πανάρχαιοι, ρυτιδωμένοι, καλεσμένοι σε μια επίσκεψη που διαρκεί χιλιάδες χρόνια». Ο δικός μας νάνος όμως, ο νάνος δίχως όνομα, δεν ανήκει ούτε στην ίδια του τη φυλή. Στραγγαλίζει τον Ιωσάφατ, τον άλλο νάνο της αυλής, και μένει ολομόναχος στα διαμερίσματα των νάνων. Στον πόλεμο σκοτώνει έναν άλλον ταπεινό εκπρόσωπο της ράτσας του. Δεν τον ενδιαφέρει η σωτηρία του λαού του. Δεν τον ενδιαφέρει η σωτηρία του εαυτού του. Μισεί τον εαυτό του, όσο μισεί τον κόσμο και θέλει μόνο να είναι μόνος του, «να ρουφάει το δηλητηριασμένο αίμα του» και να γίνουν όλοι σαν κι αυτόν.

Είναι ο νάνος ένας αξιόπιστος αφηγητής; Μπορείς να ξεχωρίσεις τα γεγονότα που περιγράφει στο ημερολόγιό του από τα συναισθήματα που εκφράζει; Είναι όντως η Αντζέλικα άσχημη και αδιάφορη; Είναι όντως ο Δον Ρικάρντο αλαζόνας και πομπώδης; Είναι κάτι που θα απασχολήσει τον αναγνώστη διαβάζοντας το μυθιστόρημα. Πόσες ιστορίες διαβάζει; Πόσο ισχυρό είναι το φίλτρο της κακίας μέσα από το οποίο σταλάζει λίγο-λίγο αυτή η ιστορία; Κι όσο κι αν απεχθανόμαστε τον νάνο, τι θα πρέπει να κάνουμε με εκείνες τις απόψεις του που μας πείθουν είτε το θέλουμε είτε όχι; Με τη διόρασή του για την ανθρώπινη φύση, την πίστη στον Θεό, την αφοσίωση, την απελπισία, την ψυχολογία του λαού και της εξουσίας;

Αυτά τα ερωτήματα θα χρειαστεί να τα απαντήσει ο καθένας μας ξεχωριστά.

 

*Ο Περ Λάγκερκβιστ (1891-1974) ήταν Σουηδός μυθιστοριογράφος, ποιητής και θεατρικός συγγραφέας. Ήταν πολυγραφότατος και τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ, το 1951. Στα ελληνικά έχουν μεταφραστεί μόνο τα μυθιστορήματα του «Ο Νάνος» (Καστανιώτης, 1990), «Η Σίβυλλα» (Ροές, 1985) και «Ο Δήμιος» (Αστάρτη, 1991). Το πιο διάσημο μάλλον μυθιστόρημα του, «ο Βαραββάς» αναζητεί ακόμη Έλληνα μεταφραστή.

εικόνα αρθρογράφου (Κατερίνα Ασημακοπούλου)

σχετικά με τον αρθρογράφο
Κατερίνα Ασημακοπούλου

Με λένε Κατερίνα. Μου αρέσει πολύ να διαβάζω βιβλία.

Artcore magazine's footer