Άρθρα :: Βιβλιοθήκη articles :: selected column

επιλογή γλώσσας
choose language

Τη νύχτα όλα τα αίματα είναι μαύρα, του David Diop

εικόνα εξωφύλλου άρθρου (Τη νύχτα όλα τα αίματα είναι μαύρα, του David Diop)

Δυο αδελφοί στον πόλεμο, όπου όλα τα αίματα είναι μαύρα

Νικητής του Διεθνούς Βραβείου Booker για το 2021, ο David Diop μας ταξιδεύει με το «Τη νύχτα όλα τα αίματα είναι μαύρα» στα χαρακώματα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και μας συστήνει τον εξαγριωμένο Μαύρο πρωταγωνιστή του που προσπαθώντας να διαχειριστή την απώλεια του στενού του φίλου μεταμορφώνεται σε ένα αγρίμι του πολέμου. Το μυθιστόρημα του Diop ανοίγει ξανά το κουτί του Μεγάλου Πολέμου στη λογοτεχνία και μας παρουσιάζει μέσα από την αφρικάνικη φόρμα και ματιά την απάνθρωπη φύση του.

Στο μυθιστόρημα, οι δύο Αφρικανοί, ο Άλφα Ντιάγε και ο Μαντέμπα Ντιοπ, βρίσκονται κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο να πολεμούν στα χαρακώματα για το στρατό της Γαλλίας. Οι δύο άνδρες είναι στενοί φίλοι, που έχουν δεθεί άρρηκτα με σχεδόν οικογενειακούς δεσμούς, από την παιδική τους ηλικία πίσω στην πατρίδα τους. Όταν ο Ντιοπ θα βρεθεί ημιθανής από τον Ντιάγε και θα πεθάνει μετά από πολλή ώρα στα χέρια του, ο Ντιάγε αρχίζει ένα «ταξίδι» στην μανιώδη τρέλα του πολέμου, ψάχνοντας να διαχειριστεί τον πόνο, το πένθος και τις ενοχές του για το θάνατο του αδελφού του μέσω των παρακινδυνευμένων και «βάρβαρων» επιθέσεων και τελετουργικών σχεδόν εκτελέσεων που πραγματοποιεί εναντίον των εχθρών. 

Ο Ντιάγε πληγώνεται βαθιά από την απώλεια του φίλου του, που είναι και φίλος «καρδιάς», αδελφικός (αφού η οικογένεια του Ντιοπ τον είχε υιοθετήσει σχεδόν, όταν ήταν παιδί), και αρχίζει να κατατρύχεται όχι μόνο από το πένθος αλλά και από τις ενοχές του· ενοχές όχι μόνο γιατί δεν «διευκόλυνε» τον Ντιοπ ενόσω εκείνος βασανιζόταν ημιθανής, αλλά και γιατί πίστευε ότι ήταν η στάση του απέναντί του που με κάποιο τρόπο τον ώθησε να βγει στο πεδίο της μάχης και να λαβωθεί θανάσιμα. Το μυαλό του Ντιάγε αρχίζει έκτοτε να λειτουργεί διαφορετικά. Συνειδητοποιεί το «σφαγείο» στο οποίο έχουν σταλεί όλοι αυτοί οι άνθρωποι, συνειδητοποιεί τη βαρβαρότητα, συνειδητοποιεί την κατάρρευση όλων των ονείρων που είχαν κάποτε, συνειδητοποιεί το μέγεθος των απωλειών και ορμά αδιακρίτως πλέον στη μάχη, ταυτιζόμενος σχεδόν ο ίδιος με την ουσία του πολέμου, παίρνοντας για τον εαυτό του το προσωπείο του πολέμου. Θα έλεγε κανείς ότι το τραύμα που τον βρίσκει υποσυνείδητα του γεννά μέσα του πιο δυνατή το ίδιο το ένστικτο της πορείας και της ταύτισης με την καταστροφή.

Στον πυρήνα του μυθιστορήματος υπάρχει αυτή η διάθεση να αποκαλυφθεί η ουσία του πολέμου, η δύναμή του να καταστρέφει τους ανθρώπους καταστρέφοντας τις προοπτικές τους και τη θέλησή τους για τη ζωή. Ο πόλεμος είναι ένα πέπλο που ντύνει τις ανθρώπινες ζωές με τα πιο σκοτεινά χρώματα, που κρύβει το μέλλον. Ο Ντιάγε χάνει τον εαυτό του μέσα στην πολεμική σύρραξη, ή μάλλον ανακαλύπτει ένα κομμάτι του που είναι ικανό για τα χειρότερα. Κατά κάποιο τρόπο, η πολεμική συνθήκη είναι η ευκαιρία να μεταμορφωθεί το άτομο σε μια οντότητα που συνειδητοποιεί τη ροπή προς την καταστροφή. Ο Ντιάγε πια δαιμονοποιείται, χάνει την «ανθρωπινότητά» του, μυείται στη βία προς τους άλλους ως τρόπο ζωής, στο να αναγνωρίζει μόνο τον εχθρό και την απειλή και στο να μισεί τον ίδιο τον εαυτό του.

Ταυτόχρονα, το «Τη νύχτα όλα τα αίματα είναι μαύρα» αναδεικνύει και κάτι ακόμη πιο τραγικό στη δίνη του πολέμου. Αναδεικνύει και την κυνικότητα της ίδιας της κοινωνίας. Γιατί είναι η ίδια η κοινωνία που στέλνει τον Ντιάγε στον πόλεμο, που απαιτεί από αυτόν να γίνει δολοφόνος και να πάψει να βλέπει την ανθρωπιά στο πρόσωπο του εχθρού (ας κάνουμε δε μια παύση εδώ, για να αναλογιστούμε τις αντι-αποικιακές χροιές του μυθιστορήματος: είναι η αποικιοκρατική Γαλλία που στέλνει τους Αφρικανούς που έχει αποικήσει στο σφαγείο της Ευρώπης, και απαιτεί από αυτούς να πεθάνουν για το συμφέρον της!). Και σα να μην έφτανε αυτό, η κοινωνία φαίνεται να μην αντέχει να αποδεχτεί σε όλο το μέγεθός της τη φριχτή μεταμόρφωση και τις συνέπειες που έχει ο πόλεμος στο να φέρνει στην επιφάνεια του κάθε ατόμου ένα τέρας. Αυτή η μηχανή που απαιτεί από τους ανθρώπους να πολεμούν, δεν αντέχει να βλέπει τα αποτελέσματα και πετά στην άκρη τα ίδια της τα δημιουργήματα σα μιάσματα. Αυτό γίνεται και με τον Ντιάγε…

Το μυθιστόρημα του Diop έχει έναν νοηματικό πλούτο που συνοδεύεται και αναδεικνύεται από την ιδιαίτερη γραφή του. Δεν είναι ακόμη ένα μυθιστόρημα για τον πόλεμο και τα χαρακώματα. Είναι ένα βιβλίο που φέρει τη σφραγίδα της αφρικανικής φωνής και τέχνης. Είναι η ιστορία δύο Αφρικανών στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, και αυτή η ιστορία λέγεται με έναν τρόπου που παραπέμπει έντονα στην Αφρική. Έχει μια γλώσσα ποιητική, μια γλώσσα που βασίζεται στην ποιητικότητα αλλά και που έχει έντονες αποχρώσεις των ίδιων των ιστοριών και των πολιτισμικών παραδόσεων της μαύρης ηπείρου. Και είναι ταυτόχρονα μια γλώσσα έντονα φορμαλιστική, απηχώντας την τέχνη και τις τεχνικές σύνθεσης (για παράδειγμα την επαναληψιμότητα συγκεκριμένων δομικών μοτίβων) που ακολουθούν οι προφορικοί ποιητές. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο Ντιάγε που μας αφηγείται πρωτοπρόσωπα την ιστορία του αποκτά την ιδιότητα ενός ποιητή που φέρνει το ύφος της αφρικανικής εμπειρίας στο επίκεντρο της έκφρασής του και δίνει στο υλικό μια πνοή ποιητικής σύνθεσης και στοχαστικότητας που το καθιστά αυτομάτως πιο βαθύ, πιο φιλοσοφημένο, πιο ριζωμένο σε μια συνολική θεώρηση του κόσμου.

εικόνα άρθρου (Τη νύχτα όλα τα αίματα είναι μαύρα, του David Diop)

Τη νύχτα όλα τα αίματα είναι μαύρα, του David Diop
Μετάφραση: Αλεξάνδρα Κωσταράκου
Εκδόσεις Πόλις
σελ. 168

εικόνα αρθρογράφου (Δαμιανός Τζούπης)

σχετικά με τον αρθρογράφο
Δαμιανός Τζούπης

Γεννήθηκα στο Αγρίνιο το 1993. Σπούδασα Φιλολογία στην Αθήνα, και στη συνέχεια έκανα μεταπτυχιακό στην Κλασική Φιλολογία στο UCL στο Λονδίνο. Έκτοτε, εργάζομαι ως φιλόλογος στην Αθήνα, κάνοντας μαθήματα. Ταυτόχρονα, ασχολούμαι με τη συγγραφή. Το 2016 κυκλοφόρησε το πρώτο μου βιβλίο, η ποιητική συλλογή «Τα λόγια της φωτιάς» από τις εκδόσεις Ιωλκός.

Artcore magazine's footer