Άρθρα :: Βιβλιοθήκη articles :: selected column

επιλογή γλώσσας
choose language

Σφαγείο νούμερο πέντε

εικόνα εξωφύλλου άρθρου (Σφαγείο νούμερο πέντε)

Υπάρχουν καλοί και λιγότερο καλοί συγγραφείς. Υπάρχουν επίσης οι σπουδαίοι και οι εμβληματικοί. Τέλος, υπάρχουν και εκείνοι που δυσκολεύεσαι να τους εντάξεις, χαμογελάνε κάτω από τα μουστάκια τους -με ύφος ξέρω κάτι που εσύ δεν ξέρεις- αναμειγνύουν στις συνταγές τους τα πιο απίθανα υλικά και σερβίρουν ένα γεύμα διαφορετικό. Κυρίες και κύριοι υποδεχθείτε μία από τις γοητευτικότερες μορφές της αμερικανικής διανόησης του 20ου αιώνα σε μία μοναδική παράσταση: τον Κερτ Βόνεγκατ στο «Σφαγείο Νο 5».

Μέσα Φεβρουαρίου 1945, και ενώ ο Β' Παγκόσμιος βαίνει προς το τέλος του, οι σύμμαχοι αποφασίζουν να επαναφέρουν τη Δρέσδη στην εποχή του χαλκού και τα καταφέρνουν. Εκατοντάδες βομβαρδιστικά ρίχνουν χιλιάδες τόνους εμπρηστικών βομβών και σε ένα διήμερο η πόλη, όπως και περίπου 130.000 κάτοικοι παύουν να υπάρχουν. Ο συγγραφέας επέζησε των βομβαρδισμών, ως αιχμάλωτος στρατιώτης σε ένα υπόγειο ψυγείο κρεάτων που οι Γερμανοί είχαν μετατρέψει σε φυλακή. Οι κρατούμενοι την ονόμαζαν σφαγείο Νο 5 από τη ταχυδρομική διεύθυνση του κτιρίου διοίκησης. Η ειρωνεία στο μεγαλείο της.

Στην αρχή του έργου ο Βόνεγκατ επισκέπτεται ένα παλιό του φίλο από την περίοδο της Δρέσδης. Η γυναίκα του φίλου του, τον κατηγορεί θυμωμένη, πως γράφοντας ένα βιβλίο στο οποίο δεν θα αναφέρει ότι ήταν απλώς παιδιά, θα αφήσει χώρο σε πολεμοχαρείς πορνόγερους σαν τον Τζον Γουέιν και τον Φρανκ Σινάτρα να ενσαρκώσουν ρόλους σε μελλοντικές ταινίες για σκληρούς άνδρες που έπεσαν πολεμώντας. Έτσι ο πόλεμος θα φανεί σαν κάτι υπέροχο και ακόμη περισσότεροι πόλεμοι θα γίνονται με περισσότερα παιδιά να σκοτώνονται σε αυτούς. Ο συγγραφέας σηκώνεται όρθιος και ορκίζεται, ότι αν καταφέρει να τελειώσει την ιστορία του κανείς από τους παραπάνω δεν θα έχει θέση στο κείμενο. Τηρεί την υπόσχεση του και μας δίνει τον Μπιλ Πίλγκριμ.

Ο Μπιλ Πίλγκριμ είναι ο ήρωας της Δρέσδης και συγγραφικό alter ego του Βόνεγκατ αλλά δεν έχει τίποτα το ηρωικό πάνω του. Σκουντουφλά συνεχώς, ξεχνάει και το ένστικτο αυτοσυντήρησής του είναι απλά ανύπαρκτο. Και σαν να μην έφθαναν όλα αυτά κατά τη διάρκεια της θητείας του πέφτει θύμα απαγωγής από εξωγήινους, που τον μεταφέρουν στον πλανήτη τους τον Τραλφάμαντορ. Από την εμπειρία του αυτή κερδίζει το πλεονέκτημα(;) να βιώνει το χρόνο χωρίς αρχή και τέλος. Κάθε φορά που ανοίγει τα μάτια του βρίσκεται σε κάποια άλλη περίοδο της ζωής του. Οι στιγμές που ζούμε είναι αιώνιες του διδάσκουν οι Τραλφαμαντοριανοί, γι αυτό μην στεναχωριέσαι όταν κάποιος πεθαίνει γιατί σε κάποια άλλη στιγμή είναι υγιής και ευτυχισμένος. Και ο Μπίλ Πίλγκριμ δεν στεναχωριέται αλλά δείχνει να μην νιώθει και οποιοδήποτε άλλο συναίσθημα. Στο σημείο αυτό ο Βόνεγκατ πλησιάζει τον «Ξένο» του Καμύ και ο Μπιλ Πίλγκριμ θα ήταν ολότελα αυτός, αν δεν τον συνόδευε η γελοιότητα σαν συννεφάκι πάνω απ το κεφάλι του.

Το «Σφαγείο Νο 5» δεν αποτελεί ένα βαρετό κήρυγμα εναντίον του πολέμου αλλά μια αφήγηση που φλερτάρει άλλοτε με την μαύρη κωμωδία και άλλοτε με την επιστημονική φαντασία. Ο Βόνεγκατ επιλέγει να γράψει την ιστορία σε τυχαία σειρά, αποδίδοντας συγχρόνως και τη θρυμματισμένη μνήμη του. Η μεγάλη μαεστρία στο γράψιμό του φαίνεται ακριβώς σε αυτό: ότι σε κάθε σημείο δείχνει στον αναγνώστη το σωστό μονοπάτι, για να μην χαθεί σε μια διήγηση που δεν εκτυλίσσεται ευθύγραμμα. Κάθε λέξη μοιάζει καλά μελετημένη για να αποδώσει τις λεπτές αποχρώσεις εννοιών όπως ο χρόνος, η μνήμη, το παράλογο και το γελοίο των καταστάσεων. Το αποτέλεσμα είναι ένα κομψό και απέριττο στολίδι.

Στην αμερικανική κοινωνία δεν υπάρχουν αναφορές σε σοφούς αλλά φτωχούς ανθρώπους. Οι φτωχοί οφείλουν να πολεμήσουν και να σκοτωθούν γιατί είναι ένοχοι για τη φτώχεια τους. Ο Θεός δεν τους ευλόγησε. Η προτεσταντική αυτή ηθική δεν έγινε αποδεκτή από τον Βόνεγκατ, ο οποίος δεν αναφώνησε ποτέ «God bless America». Αντ’ αυτού ύψωσε τη δική του σημαία με έμβλημα τον άνθρωπο, τις δυνατότητές του αλλά και τον παραλογισμό που κυρίως τον διακρίνει. Στον κόσμο του Βόνεγκατ ο πόλεμος αποτελεί το μέγιστο σύμπτωμα της ανθρώπινης ανοησίας και θεωρεί ότι είναι δουλειά του να αναδείξει, όχι τόσο την ιστορία του αλλά τις ιδέες που τον προκαλούν. Ακόμη, παρέα με τα ατελείωτα Pall Mall που κάπνιζε μανιωδώς, επιλέγει να μιλήσει για ειρήνη, δικαιοσύνη, αλληλεγγύη σε ένα περιβάλλον Μακαρθισμού, που διαφέρει ελάχιστα από τη σύγχρονη πραγματικότητα. Για όλα αυτά τον αγαπάμε.

Ένα σημείο που μας άρεσε λίγο περισσότερο.

Οι Αμερικανοί, όπως όλοι οι άνθρωποι παντού, πιστεύουν σε πολλά πράγματα που είναι εμφανώς ψέματα. Το πιο καταστροφικό ψέμα είναι ότι κάθε Αμερικανός μπορεί να πλουτίσει εύκολα. Δεν αντιλαμβάνονται πόσο δύσκολο είναι στην πραγματικότητα να αποκτήσουν χρήμα, και συνεπώς, εκείνοι που δεν έχουν χρήμα κατηγορούν διαρκώς τους εαυτούς τους. Αυτή η μομφή που στρέφουν προς τους εαυτούς τους είναι πραγματικός θησαυρός για τους πλούσιους και ισχυρούς , οι οποίοι κάνουν όσο το δυνατόν λιγότερα για τους φτωχούς , δημοσίως και προσωπικώς, από οποιαδήποτε άλλη άρχουσα τάξη από την εποχή του Ναπολέοντα, ας πούμε.

εικόνα αρθρογράφου (Γιάννης Νάκος)

σχετικά με τον αρθρογράφο
Γιάννης Νάκος

Οι πρώτες έντονες αναμνήσεις που έχω από λογοτεχνικά βιβλία, είναι τον εαυτό μου να διαβάζει ενθουσιασμένος τις καθηλωτικές περιπέτειες του Ιούλιου Βερν εκεί γύρω στα δέκα. Από τότε πέρασαν αρκετά χρόνια• η περιέργεια μου για τα βιβλία παρέμεινε και όταν ασχολήθηκα επαγγελματικά με το χώρο του βιβλίου δυνάμωσε ακόμη περισσότερο. Ένα ερώτημα που με απασχολούσε πολλές φορές είναι γιατί διαβάζουμε. Την πιο περιεκτική απάντηση στο ερώτημα τη βρήκα σε ένα υπέροχο άρθρο του Ουμπέρτο Εκο. Μεταξύ άλλων γράφει ο μεγάλος δάσκαλος: «Διαβάζουμε βιβλία για να ζούμε περισσότερο και επειδή εκείνο το τμήμα της περισσότερης ζωής που κατακτά κανείς δεν κάνει διάκριση ανάμεσα σε μεγάλα έργα τέχνης και σε ψυχαγωγική λογοτεχνία μην αφήνετε να σας εκβιάζουν όσοι λένε ότι πρέπει να διαβάζουμε μόνο σημαντικά βιβλία. Έχω ζωηρές και υπέροχες αναμνήσεις από βιβλία ίσως ανούσια, τα οποία όμως μου τροφοδότησαν μακρά απογεύματα έξαρσης. Είμαι πολύ ευγνώμων σε όλους εκείνους οι οποίοι γράφοντας για μένα , μου προσέφεραν μία ζωή τόσο μεγάλη ώστε δεν κατορθώνω να τη θυμηθώ όλη μονομιάς και πρέπει να τη θυμάμαι με δόσεις.» Γι αυτήν την περισσότερη ζωή που κατέκτησα και θα κατακτήσω θέλω να γράψω. Πάμε λοιπόν…

Artcore magazine's footer