Άρθρα :: Βιβλιοθήκη articles :: selected column

επιλογή γλώσσας
choose language

Οι τυφλοί, του Ν. Μάντη

εικόνα εξωφύλλου άρθρου (Οι τυφλοί, του Ν. Μάντη)

Το φανταστικό, οι συνωμοσίες και η ηδονή της αφήγησης: Οι τυφλοί, του Ν. Μάντη.

Τιμημένο με το Βραβείο του ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών, το μυθιστόρημα «Οι τυφλοί» του Νίκου Μάντη αντιπροσωπεύει ένα από τα πλέον φιλόδοξα και εντυπωσιακά λογοτεχνικά εγχειρήματα της σύγχρονης νεοελληνικής λογοτεχνίας. Λαβυρινθώδες και πυκνό ως προς την ιστορία του, εξαιρετικά περίπλοκο και περίτεχνο στη γλώσσα και την αφήγησή του, το μυθιστόρημα απορροφά τον αναγνώστη σε ένα ταξίδι που θα τον συστήσει σε διάφορες μορφές παράνοιας της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας, καθώς επίσης και σε ένα σύμπαν πλασμένο από στοιχεία φανταστικής λογοτεχνίας συνδυασμένα με έντονες δόσεις πραγματικότητας.

Το μυθιστόρημα «Οι τυφλοί» του Μάντη είναι ένας ποταμός γλώσσας. Συνδυάζοντας στοιχεία του φανταστικού και της επιστημονικής φαντασίας με στοιχεία προερχόμενα από την νεοελληνική καθημερινότητα, εκμεταλλευόμενο γνήσια ελληνικά στοιχεία (όπως η εμμονή με τους προγόνους ή η ιδιαίτερη περίπτωση της ελληνικής εθνικιστικής ακροδεξιάς), και επενδύοντας σε γλωσσικό και αφηγηματικό πλουραλισμό και πολυπλοκότητα, το έργο κατορθώνει να πλέξει ένα εντυπωσιακό σκηνικό που λειτουργεί και ως ιδιαίτερη και αινιγματική περιπέτεια, και ως σχόλιο πάνω στις διάφορες –συνωμοσιολογικές, παρανοϊκές, ή απλά υπερβολικές και εξωπραγματικές– αφηγήσεις ή μύθους που υιοθετούνται από μέρος της ελληνικής κοινωνίας, και ως υπενθύμιση ενός λαβυρινθώδους κόσμου, αλλά και ως λογοτεχνική άσκηση πάνω στα όρια και τις δυνατότητες της εξιστόρησης και στην ηδονή της γραφής.

Η ιστορία του μυθιστορήματος δεν είναι απλή. Ξεκινάει από την Αθήνα των Αγανακτισμένων, όταν ένας –απογοητευμένος και απελπισμένος– νέος ξεκινά να αναζητά την κοπέλα με την οποία είναι ερωτευμένος και η οποία χάθηκε, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε παρανοϊκές αναζητήσεις και ατραπούς· πηγαίνει πίσω στην εποχή της δικτατορίας, εκεί όπου ένας εύζωνας με τηλεπαθητικές δυνάμεις εμπλέκεται σε περίεργες υποθέσεις και ομάδες· φτάνει στην μεταπολιτευτική Ελλάδα, όταν ένας ξένος ελληνικής καταγωγής ερευνά τον περίεργο θάνατο του πατέρα του· και επιστρέφει ξανά στην σύγχρονη Ελλάδα όπου το παρανοϊκό ταξίδι της ανάγνωσης τελειώνει, ενώνοντας όλα τα διάσπαρτα νήματα σε ένα τέλος.

Από μία οπτική, το μυθιστόρημα φαίνεται να επενδύει πολλά στην έννοια της πολυπλοκότητας. Ολόκληρη η ιστορία είναι βασισμένη στη γνωστή –κυρίως από τη φιλοσοφική παράδοση, αλλά και από την παράδοση της (επιστημονικής ή μη) φαντασίας– θεματική της αναζήτησης του πρωταρχικού νοήματος, της επιχείρησης εύρεσης του κέντρου της ανθρώπινης ουσίας και του νοήματος της ζωής (συμβολιζόμενο μέσα στο εν λόγω μυθιστόρημα από το Βιβλίο των Πάντων). Το έργο του Μάντη στηρίζεται σε αυτό το κέντρο για να αναπτύξει την προβληματική του γύρω από όλους εκείνους τους ανθρώπους οι οποίοι, ζώντας σε έναν (μετα)μοντέρνο, περίπλοκο, και από-μαγεμένο κόσμο, ζητούν απεγνωσμένα εκείνο το νήμα που θα τους οδηγήσει στη χαμένη γνώση και Αλήθεια, σε αυτή που θα ικανοποιήσει τη βαθιά τους αυτή επιθυμία και ανάγκη, αυτό το αίσθημα της ανεπάρκειας που τους βαραίνει τη ζωή, το αίσθημα ότι υπάρχει ένα νόημα που είναι κρυμμένο αλλά που μπορεί να αναπληρώσει την εμπειρία της απελπισίας και της κενότητας. Στηριζόμενο ακριβώς σε αυτό, το μυθιστόρημα «Οι τυφλοί» επιχειρεί να σχολιάσει αυτή την ανάγκη, να την εξερευνήσει, και κατ’ επέκταση να εξερευνήσει εκείνα τα νοητικά ταξίδια που στόχο έχουν την ανακάλυψη της ουσίας μέσα σε μια πραγματικότητα, σ’ έναν κόσμο λαβυρινθώδη που μοιάζει ανερμάτιστος, δίχως συνοχή, σπαρμένος από ποικίλες αφηγήσεις μη συνδεόμενες μεταξύ τους. Και εξετάζοντας όλες αυτές τις απέλπιδες προσπάθειες των ατόμων να χτίσουν συνεκτικές αφηγήσεις, το έργο εντέχνως επεκτείνεται και στην διερεύνηση όλων εκείνων των παρανοϊκών, των συνωμοσιολογικών εγχειρημάτων – των τόσο αγαπητών σε μέρος του ελληνικού κόσμου, ιδίως των εθνικιστικών και ακροδεξιών κύκλων. Κατορθώνει, λοιπόν, ο Μάντης, μέσα από ένα έργο που έχει σαφείς επιρροές από τη λογοτεχνία του φανταστικού (ως πολύ γενικό είδος), να αναπτύξει και να σχολιάσει άκρως επίκαιρα ζητήματα της «πραγματικής» ελληνικής κοινωνίας, και της ψυχολογίας του σύγχρονου ατόμου. Και εξαιτίας αυτής ακριβώς της ιδιαιτερότητας του «κατακερματισμένου» κόσμου που αναλύει, το μυθιστόρημα κατορθώνει να λειτουργήσει πολύ καλά στο επίπεδο του σχολιασμού του μεταμοντέρνου, εφόσον στον πυρήνα της εξιστόρησης βρίσκεται ξεκάθαρα η απεγνωσμένη (ίσως δίχως αντίκρυσμα) προσπάθεια κατασκευής «ολοκληρωμένων» αφηγήσεων, οι οποίες να έχουν ξεκάθαρα οντολογικές αρχές, με την ελπίδα να καταπολεμηθεί η «αγωνία» της ζωής σε έναν «ξένο», δίχως σαφή νοήματα, δίχως σαφή αλήθεια και δίχως σαφή τέλος κόσμο.

Βέβαια, εκείνο το στοιχείο που δίνει την ξεχωριστή ταυτότητα και ποιότητα στο βιβλίο, και που κατορθώνει να υποστηρίξει πολύ καλά το θέμα της πολυπλοκότητας και της παράνοιας είναι φυσικά η ιδιάζουσα γλώσσα και δομή. Γιατί χωρίς την διαρκή έκπληξη στον τρόπο της αφήγησης, χωρίς την προσοχή που δίνεται ακριβώς στο πώς να καθρεπτίσει η γλώσσα και η πορεία της εξιστόρησης το λαβύρινθο των ιστοριών και των αναζητήσεων των προσώπων του μυθιστορήματος, χωρίς την ευαισθησία να καταγραφούν όλοι οι διαφορετικοί ατραποί (τα διαφορετικά μέσα και οι διαφορετικές φωνές και γλώσσες) που αποκαλύπτουν κομμάτια της ιστορίας, χωρίς την διαπλοκή των διαφορετικών τόνων και τρόπων που παρουσιάζονται τα γεγονότα (δίνοντας έτσι και διαφορετικές τροπικότητες και προοπτικές στην αλήθεια τους και στα νοήματα που αντλούνται από αυτά), χωρίς όλα αυτά το εγχείρημα δε θα πετύχαινε. Και, επιπροσθέτως, δίχως την ιδιαίτερη φροντίδα για τη φυσιογνωμία της ίδιας της γλώσσας, των γλωσσικών μέσων δηλαδή που χρησιμοποιούνται, της ροής και της δόμησης των προτάσεων και των παραγράφων, οι «Τυφλοί» δε θα ήταν το έντεχνα πλεγμένο ανάγνωσμα που είναι, δε θα κατάφερναν να αιχμαλωτίσουν την προσοχή και την αισθητική εμπειρία του αναγνώστη ο οποίος αισθάνεται να παρασύρεται από ένα ποτάμι λόγου που τον οδηγεί κατ’ ευθείαν μέσα στον πυρήνα από ένα κουβάρι νοήματα.

Το μυθιστόρημα του Νίκου Μάντη είναι, επομένως, ένα έξοχο, συναρπαστικό, πρωτότυπο αλλά και δύσκολο λογοτέχνημα που απευθύνεται σε εκείνους τους αναγνώστες που θέλουν όχι μόνο να εξερευνήσουν την τοπιογραφία και τους μύθους που απασχολούν ακόμη τη νεοελληνική κοινωνία, αλλά ταυτόχρονα να επενδύσουν σε μία αισθητικά έντονη γλωσσική και αφηγηματική περιπέτεια.

εικόνα άρθρου (Οι τυφλοί, του Ν. Μάντη)

Οι τυφλοί, του Ν. Μάντη
Εκδόσεις Καστανιώτη
σελ. 608

εικόνα αρθρογράφου (Δαμιανός Τζούπης)

σχετικά με τον αρθρογράφο
Δαμιανός Τζούπης

Γεννήθηκα στο Αγρίνιο το 1993. Σπούδασα Φιλολογία στην Αθήνα, και στη συνέχεια έκανα μεταπτυχιακό στην Κλασική Φιλολογία στο UCL στο Λονδίνο. Έκτοτε, εργάζομαι ως φιλόλογος στην Αθήνα, κάνοντας μαθήματα. Ταυτόχρονα, ασχολούμαι με τη συγγραφή. Το 2016 κυκλοφόρησε το πρώτο μου βιβλίο, η ποιητική συλλογή «Τα λόγια της φωτιάς» από τις εκδόσεις Ιωλκός.

Artcore magazine's footer