Άρθρα :: Βιβλιοθήκη articles :: selected column

επιλογή γλώσσας
choose language

27.10
2021

Ο φίλος, της Sigrid Nunez

εικόνα εξωφύλλου άρθρου (Ο φίλος, της Sigrid Nunez)

Η σημασία της μνήμης

Ποια μονοπάτια ακολουθεί η ψυχή για να επουλώσει τα τραύματά της; Θεραπεύουμε άραγε τη θλίψη μας γράφοντας γι' αυτήν; Η Virginia Woolf έχασε τη μητέρα της σε ηλικία δεκατριών ετών κι έκτοτε τη σκεπτόταν εμμονικά για χρόνια. Όταν σε ηλικία σαράντα τεσσάρων ετών έγραψε τον «Φάρο», σύμφωνα με την ίδια η εμμονή χάθηκε: «Με το να εκφράσω το μακροχρόνιο και βαθύτατο συναίσθημά μου το εξήγησα, κι ύστερα το έθαψα (...) Δεν ακούω πια τη φωνή της. Δεν τη βλέπω». Η Karen Blixen πίστευε πως θα μπορούσες να αντέξεις κάθε λύπη πλάθοντας μια ιστορία γι’ αυτήν. Αντίθετα η Natalia Ginzburg προειδοποιεί: «Μην ελπίζεις πως θα παρηγορηθείς για τη θλίψη σου γράφοντας».

Σε τελική ανάλυση, γιατί γράφει κανείς; Για να απαλλαγεί από νευρώσεις και λύπες; Για αυτοπροβολή; Πόσο σπάνια συναντάς ένα πρόσωπο που θεωρεί πως ό,τι γράφει θα πρέπει να μείνει αδημοσίευτο και πόσο συχνά κάποιον που πιστεύει πως ό,τι γράφει έχει αξιώσεις όχι μόνο δημοσίευσης αλλά και διασημότητας… Μήπως στη γραφομανιακή εποχή μας το μέτρο έχει χαθεί; Τώρα όλοι γράφουν για να ξαλαφρώσουν, η αύξηση των αυτοεκδόσεων είναι ο θάνατος της λογοτεχνίας, της κουλτούρας. Για τον Henry James η λέξη - κλειδί είναι η μοναξιά, το ίδιο και για τον Rilke («προπάντων αναζήτα τη μοναξιά»), για τον Kundera, το χιούμορ. Για τον Philip Roth η ματαίωση και η ταπείνωση. Σε μια εποχή που τα ποιήματα κατακλύζουν τη βιβλιοπαραγωγή και το διαδίκτυο, όταν διαβάζει κανείς τα λόγια της Sigrid Nunez, δια στόματος της αφηγήτριας, «Για μένα το να γράφω ποίηση μοιάζει με προσευχή, και η προσευχή δεν είναι κάτι που πρέπει να το μοιράζεσαι με άλλους», νιώθει σαν να μπαίνει ξαφνικά σε σίγαση η αδιάλλειπτη βουή που επικρατεί τριγύρω.

Η λύπη, το πένθος, διατρέχουν το μυθιστόρημα «Ο φίλος» απ’ την αρχή ως το τέλος, κι είναι ένα πένθος που παραλύει αλλά και λυτρώνει, γίνεται πηγή δημιουργίας και ανθρωπιάς. Η αφήγηση της Nunez ξεκινάει μ' ένα από τα τελευταία μηνύματα που ανταλλάχθηκαν μέσω email μεταξύ της αφηγήτριας και του σημαντικότερου ανθρώπου στη ζωή της, του αγαπημένου φίλου και -αυτόχειρα- μέντορά της: Εκείνος είχε αναφερθεί σε ένα συγκεκριμένο περιστατικό: Στη δεκαετία του 1980 παρουσιάστηκε στην Καλιφόρνια ένα αρκετά παράξενο φαινόμενο: Πολλές γυναίκες πρόσφυγες από την Καμπότζη, οι οποίες είχαν σταθεί μάρτυρες των ωμοτήτων των Ερυθρών Χμερ μεταξύ 1975 και 1979, παραπονούνταν πως είχαν προβλήματα όρασης. Η μόνη εξήγηση που μπόρεσαν να δώσουν οι γιατροί, αφού τις εξέταζαν και έβρισκαν πως όλα στον εγκέφαλό τους ήταν φυσιολογικά, ήταν πως επρόκειτο για ψυχοσωματική τύφλωση: «Μ’ άλλα λόγια το μυαλό των γυναικών, αναγκασμένο να υποστεί τόσο τρόμο και ανίκανο να δεχτεί κι άλλον, είχε κατορθώσει να σβήσει τα φώτα». Η αφηγήτρια σκέφτεται εκείνες τις γυναίκες που είχαν κλάψει μέχρι τύφλωσης καθώς θρηνεί μοναχικά για το χαμό ενός πολύ αγαπημένου ανθρώπου. Θυμάται τις συζητήσεις τους, τα λόγια του, διάφορα περιστατικά από τη γνωριμία και τη σχέση τους. Οι λογοτεχνικές αναφορές αφθονούν και πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς, όταν οι δύο πρωταγωνιστές ασχολούνται με τη γραφή και τη διδασκαλία της; Υπάρχουν επίσης αναφορές στα λεγόμενα και τα γραπτά των φοιτητών τους, των επίδοξων μελλοντικών συγγραφέων, μέσα απ’ τις οποίες σκιαγραφείται η ολοένα και μεγαλύτερη τάση προς την αυτομυθοπλασία (autofiction), την οποία η Nunez σαρκάζει εύστοχα κάνοντάς το ωστόσο με ιδιαίτερα ευφυή τρόπο. Εγκιβωτίζοντας τη «βιογραφία» μέσα στη μυθοπλασία προκαλεί τη φαντασία να παίξει με τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και μύθου. Ο συγγραφέας έχει πράγματι τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο, αυτός αποφασίζει. Ή μήπως όχι; Μήπως η τελική απόφαση ανήκει στον αναγνώστη; Μας ενδιαφέρουν πράγματι οι επινοημένες ιστορίες περισσότερο από τα όσα μπορεί να διαδραματίστηκαν πραγματικά;

Η Nunez περνάει από το ένα θέμα στο άλλο όπως το κάνει κανείς σε μια συζήτηση μ’ έναν καλό φίλο, χαλαρά και αβίαστα, με ειλικρίνεια και χούμορ. Με στοχαστικότητα και ανθρωπιά. Η τρυφερή σχέση της με το σκύλο που κληρονομεί από τον αυτόχειρα φίλο της, τον πελώριο, γέρικο μολοσσό που σταδιακά καταλαμβάνει το διαμέρισμα, την καθημερινότητα και την καρδιά της, γίνεται ο καταλύτης που θα καθορίσει την από δω και πέρα ζωή της. Ομολογεί πως δεν μπορεί να αποφύγει τον ανθρωπομορφισμό όταν μιλάει για τα ζώα, όταν αναρωτιέται τι μπορεί να νιώθει, να σκέφτεται, να λαχταράει ο Απόλλων. Πώς μπορούν κάποιοι να είναι τόσο σκληροί, τόσο σαδιστικοί απέναντι στα ζώα; Η καλοσύνη του ανθρώπου, κατά τον Kundera, δε μπορεί να φανερωθεί με απόλυτη καθαρότητα και ελευθερία παρά μόνο απέναντι σ’ αυτούς που δεν εκφράζουν καμία δύναμη. Αρκεί να δούμε πώς φέρονται οι άνθρωποι σ’ αυτούς που βρίσκονται στο έλεός τους… Πρόκειται για την ηθική δοκιμασία της ανθρωπότητας που έχει υποστεί μια καταστροφή βασική, απ’ την οποία απορρέουν όλες οι υπόλοιπες.

Η αφηγήτρια και ο σκύλος της μοιράζονται το ίδιο πένθος και προσπαθούν να το διαχειριστούν αντλώντας ανακούφιση ο ένας από τον άλλον. Είναι ένα πένθος σαν απαλή τέφρα που σκεπάζει τα πάντα, είτε για να παρασυρθεί κάποια στιγμή από ένα φύσημα αισιοδοξίας είτε για να γονιμοποιήσει τη λύπη, να την μετουσιώσει σε δημιουργία, σε αυτογνωσία, σε ανθρωπιά. Με τη μορφή αναμνήσεων επανέρχονται σκηνές απ’ τη ζωή της αφηγήτριας, από τη σχέση της με τον απόντα αγαπημένο, από τις συμβουλές προς τους φοιτητές του, από τη συζήτηση με τον ψυχοθεραπευτή της (οι συνεδρίες είναι απαραίτητες για την απόκτηση του απαραίτητου πιστοποιητικού για να κρατήσει το σκύλο στο διαμέρισμα), από τη σχέση της με τις -ούτε μία ούτε δύο αλλά τρεις- συζύγους του συγχωρεμένου, από τις διηγήσεις των κακοποιημένων γυναικών στο κέντρο αποκατάστασης θυμάτων σωματεμπορίας όπου η αφηγήτρια διδάσκει ένα σεμινάριο γραφής. Διδάσκεται και η ίδια από αυτές τις γυναίκες. «Να τι έμαθα εγώ: Η Simone Veil είχε δίκιο. Το φανταστικό κακό είναι ρομαντικό και ποικίλο, το πραγματικό κακό σκοτεινό, μονότονο, ερημικό, ανιαρό». Είναι αναγκασμένη να μιλήσει στον ψυχίατρο μα δε θέλει πια να μιλάει: «Όχι πως δε μπορώ να πω τι νιώθω. Είναι πολύ απλό. Μου λείπεις κάθε μέρα, μου λείπεις πάρα πολύ». Σκέφτεται τον Wittgenstein και το άρρητο, την ανάγκη για σιωπή. Συνειρμικά ανακαλεί και τον μισογυνισμό του φιλόσοφου: «Στον πειρασμό να πιστέψουμε υπερβολικά στο σπουδαίο αρσενικό μυαλό, ας θυμόμαστε το εξής: Κοιτούσε τις γάτες και τις ανακήρυσσε θεούς. Κοιτούσε τις γυναίκες και ρωτούσε:“Είναι άνθρωποι; Και μόλις λύθηκε αυτό το δύσκολο πρόβλημα: Μα έχουν ψυχές;»

Γιατί πρέπει να δει τον γέρο και άρρωστο σκύλο της να υποφέρει και να πεθαίνει, και μετά να μείνει μόνη χάνοντας κι αυτόν; Διαισθάνονται άραγε τα ζώα το τέλος τους; Παραιτούνται κι αυτά μπροστά στο αναπόφευκτο; Η αφηγήτρια δείχνει να διδάσκεται καρτερικότητα από τον Απόλλωνα, να διδάσκεται «ανθρωπιά». Τον παρατηρεί κι αναρωτιέται για το ανθρώπινο είδος. Ο Απόλλων δεν ξέρει τι θα πει φθόνος, πόθοι ή νοσταλγία, μεταμέλεια. «Είσαι όντως ένα διαφορετικό είδος (…) Θα μου το πεις, έτσι δεν είναι; Να θυμάσαι, είμαι απλώς ένας άνθρωπος, δεν έχω σε καμία περίπτωση τη δκή σου εξυπνάδα. Θα χρειαστώ ένα σημάδι όταν δεν πάει άλλο». Οι τριακόσια εκατομμύρια οσφρητικοί υποδοχείς των σκύλων πιάνουν πολύ περισσότερα σήματα από τους μόλις έξι εκατομμύρια ανθρώπινους. «Σχεδόν μύριζες το γαλάζιο». Άραγε κάνουν και τα ζώα αυτοκτονικές σκέψεις; Το θέμα της αυτοκτονίας επανέρχεται κάθε τόσο στην αφήγηση. (Τι μάθαιναν οι ιατροδικαστές από τα πτώματα που ανασύρονταν από τον Σηκουάνα; Οι αυτόχειρες από ερωτική απογοήτευση είχαν παλέψει να βγουν στην επιφάνεια, ενώ όσοι είχαν χρεωκοπήσει οκονομικά, είχαν βυθιστεί σαν πέτρες).

Είναι θλιβερό να χάνουμε κάποιον, μα είναι όμορφο να τον θυμόμαστε, να ανακαλούμε τις στιγμές που εκείνος υπήρχε στη ζωή μας. Τι γίνεται όμως όταν χαθεί η ικανότητα της μνήμης; Όταν δεν μας λείπουν πια αυτά που χάσαμε; «Ό,τι χάνουμε κι ό,τι πενθούμε - δε μας κάνει άραγε, βαθιά μέσα μας, αυτό που είμαστε αληθινά; Περιττό να πω για τα όσα θελήσαμε στη ζωή μα δεν αποκτήσαμε ποτέ…»

Τρυφερό κι οδυνηρό, ποιητικό, λυτρωτικό σαν την υπέρβαση του θανάτου μέσα από την ανάδειξη των μικρών, πολύτιμων στιγμών απ' τις οποίες αποτελείται η ζωή, το βιβλίο της Sigrid Nunez είναι προπαντός ένα συναρπαστικό, απολαυστικό μυθιστόρημα που καταφέρνει να μιλήσει για όλα: για τη φιλία, τον έρωτα, τη συντροφικότητα, την τέχνη, τα ανεπούλωτα τραύματα, για την απώλεια. Και το κάνει χαμηλόφωνα και διακριτικά σαν να ψιθυρίζει, με αρκετές δόσεις χιούμορ και δηκτικότητας για αντίβαρο στη λύπη, με την ευφυία και τη σοφία ενός ανθρώπου που έχει την ικανότητα να αφουγκράζεται βαθιά τη ζωή. Για το βιβλίο αυτό τιμήθηκε με το Εθνικό Βραβείο Λογοτεχνίας ΗΠΑ το 2018. Είναι το έβδομο μέχρι σήμερα βιβλίο της και το πρώτο που κυκλοφορεί στα ελληνικά, σε μια άψογη μετάφραση του Γιώργου Λαμπράκου.

εικόνα άρθρου (Ο φίλος, της Sigrid Nunez)

Ο φίλος, της Sigrid Nunez
Μετάφραση: Γιώργος Λαμπράκος
Εκδόσεις Gutenberg
σελ. 248

εικόνα αρθρογράφου (Efi R.)

σχετικά με τον αρθρογράφο
Efi R.

Γεννήθηκα και ζω στην Αθήνα όπου τις τελευταίες δύο (και κάτι παραπάνω) δεκαετίες βιοπορίζομαι κάνοντας μεταφράσεις. Έχω διαβάσει, γράψει και ταξιδέψει αρκετά, αλλά όχι όσο θα ήθελα. Αγαπημένο μου pet είναι ένα macbook που βρίσκεται στα πρώτα στάδια της άνοιας.

Artcore magazine's footer