Άρθρα :: Βιβλιοθήκη articles :: selected column

επιλογή γλώσσας
choose language

Ο διάβολος τραγουδούσε τα μπλουζ, της Λίλλυ Σπαντιδάκη

εικόνα εξωφύλλου άρθρου (Ο διάβολος τραγουδούσε τα μπλουζ, της Λίλλυ Σπαντιδάκη)

Μια ιστορία οργανωμένη σε μπλουζ κομμάτια, στη Νέα Ορλεάνη την εποχή της δολοφονίας του JFK και των μεγάλων ομιλιών του Martin Luther King. Μια ιστορία εκδίκησης και ταυτόχρονα αγάπης, ενηλικίωσης και ταυτόχρονα επιστροφής στα παιδικά όνειρα. Η ιστορία της Ζόλα, που ήθελε να γίνει η επόμενη Etta James και μιας παρέας αντρών που την ενώνει ένα ένοχο μυστικό.

εικόνα άρθρου (Ο διάβολος τραγουδούσε τα μπλουζ, της Λίλλυ Σπαντιδάκη)

Μια παρέα πλούσιων απογόνων, που την ενώνει ένα τραυματικό γεγονός από το συντηρητικό οικοτροφείο των παιδικών τους χρόνων, θα βρεθεί σε μια δίνη μουσικής, λαγνείας και... βουντού από την αδίστακτη και χαρισματική Ζόλα, μια ανερχόμενη μαύρη τραγουδίστρια. 1963, Νέα Ορλεάνη. Με αφορμή τον γάμο του ενός, η παρέα θα συνδεθεί ξανά, και ένα απρόσμενο αλλά καλά ενορχηστρωμένο σπιράλ καταστροφής θα τους συμπαρασύρει στην τραγωδία. 

Χωρίς να χρειάζεται κάτι παραπάνω για την ουσία της πλοκής, είναι μάλλον σαφές πως ο διάβολος δεν τραγουδούσε τα μπλουζ. Τα μπλουζ είναι τραγούδια που μιλούν για πόνο, απώλεια, για αγάπη που ανθίσταται αλλά με τεράστιο τίμημα. Κουβαλούν μέσα τους διαδρομές που κρατούν κάτι από το παράπονο και τον ιδρώτα των μαύρων εργατών και αντηχούν μέχρι σήμερα μόνο μερικώς δικαιωμένα. Από την άλλη, ο διάβολος δεν βιώνει απώλεια, ούτε πόνο. Αρέσκεται στο να τον προκαλεί. Να γεννά πόνο και να βλέπει τα παιδιά και τα εγγόνια της γέννας του να αναπαράγονται και να πληθαίνουν. Σε αντίθεση επίσης με το εβένινο εξώφυλλο του βιβλίου, ο διάβολος είναι κατάλευκος. Η συγγραφέας παραπλανεί, αλλά το κάνει πρώτον γιατί έχει λόγο, και δεύτερον το κάνει με attitude, όπως προοικονομεί στο “b-side” του βιβλίου. Για να αποκηρύξεις τον διάβολο, άλλωστε, πρέπει να τον δεις με τα πραγματικά του χρώματα. Να δεις ποιος γεννά τον πόνο και μαζί του τα blues, ποιος μεγαλώνει ανθρώπους που είναι από τα γεννοφάσκια τους στοιχειωμένοι, αναγκασμένοι να γυρίζουν συνεχώς πίσω στα παιδικά τους τραύματα. Από πολλές απόψεις, αυτή η ιστορία δεν θα μπορούσε να έχει άλλο τόπο δράσης από την Νέα Ορλεάνη και άλλο ιστορικό πλαίσιο από τα τέλη της δεκαετίας του '60. Ωστόσο, αυτή είναι η έδρα πάνω στην οποία αναπτύσσεται ένας μύθος που έχει πολύ πιο πίσω τις ρίζες του.

Το θέμα του βιβλίου είναι σε πρώτη ανάγνωση η εκδίκηση, αλλά στην πραγματικότητα είναι μάλλον η δικαίωση. Αφορά ιστορίες συγκεκριμένων χωροχρονικά προσώπων, αλλά ξεφεύγει από αυτά, και αφορά συλλογικές οντότητες και συλλογικά τραύματα. Όσο οι ήρωες καταβυθίζονται στο σκοτάδι τους, καταλαβαίνεις ότι για την τραγικότητα των ιστοριών τους δεν φταίνε ακριβώς οι ίδιοι: τα μικρά κουκλάκια βουντού είναι πολύ αληθινά μόνο που δεν τα κρατούν μαύρες μάγισσες - τα κρατάει ένας ολόλευκος κοινωνικός ιστός που συνεχίζει να μπήγει βελόνες. Είτε κρατώντας τον στο παρασκήνιο του χωροχρόνου της ιστορίας είτε φέρνοντάς τον ως «ελέφαντα στο δωμάτιο» της πλοκής, ο ρατσισμός και οι φυλετικές διακρίσεις ποτίζουν την ιστορία από την αρχή έως το τέλος της.

εικόνα άρθρου (Ο διάβολος τραγουδούσε τα μπλουζ, της Λίλλυ Σπαντιδάκη)

Από την ίδια καταβύθιση αναδύεται τόσο η εγκατάλειψη και η παραίτηση, οι εμμονές και οι εξαρτήσεις, όσο και η τέχνη, η δημιουργία, το πάθος. Μπλουζ και πόνος, κοινή μήτρα άλλωστε. Και όλα στροβιλίζονται σε πραγματικές τραγωδίες και τραγωδίες που απλά αναβάλλονται, σε αυτοκαταστροφικές διαδρομές που λίγο πριν κατέβουν την τσουλήθρα αντικρίζουν για λίγο την προσωπική τους ουτοπία. Κάποιοι μπορεί να πιαστούν από κάπου τελευταία στιγμή και να κρατηθούν σε αυτήν τη θέα, ίσως και να βρουν ένα δρόμο, αλλά κάποιοι δεν θα έχουν γρήγορα αντανακλαστικά ή δεν θα έχουν τις δυνάμεις. Το βιβλίο αναφέρεται στη δεύτερη κατηγορία. 

εικόνα άρθρου (Ο διάβολος τραγουδούσε τα μπλουζ, της Λίλλυ Σπαντιδάκη)

Όλα αυτά, εξυφαίνονται με λεπτές βελονιές, ολοκληρωμένους χαρακτήρες που ζωντανεύουν σε μια πολύ μετρημένη (με μουσικούς όρους) πλοκή και φυσικά, όλα τα γνώριμα συγγραφικά «χούγια» που φάνηκαν από το «Χωρίς Σκηνή» έρχονται εδώ ανανεωμένα, βελτιωμένα και πιο ώριμα: Η τρυφερότητα διαδέχεται τη σκληρότητα, τα πιο βαθιά συναισθήματα εναλλάσσονται με την πιο ωμή μορφή βίας και λαγνείας. Βιβλίο γρήγορο και με κλιμακούμενη ένταση, αρκετά σκληρό σε σημεία μα με ταιριαστό ύφος στο θέμα που πραγματεύεται. 

Το «δεύτερο βιβλίο» είναι πάντα μια πρόκληση για έναν/μια συγγραφέα, καθώς πρέπει ταυτόχρονα να αναπαράγει αλλά και να βελτιώσει τη «φωνή» του και σε αυτό η κ. Σπαντιδάκη ανταποκρίνεται περίφημα. 

εικόνα άρθρου (Ο διάβολος τραγουδούσε τα μπλουζ, της Λίλλυ Σπαντιδάκη)

Ο διάβολος τραγουδούσε τα μπλουζ, της Λίλλυ Σπαντιδάκη
Εκδόσεις Πηγή, 2016
σελ. 385

εικόνα αρθρογράφου (Πάνος Τσερόλας)

σχετικά με τον αρθρογράφο
Πάνος Τσερόλας

Ο Πάνος Τσερόλας είναι συγγραφέας παραμυθιών για μικρούς και μεγάλους. Οσονούπω, διδάκτορας στη Γεωλογία Πετρελαίων στο Πανεπιστήμιο Πατρών, απ' όπου ελπίζει μια μέρα να αποφοιτήσει και από το Τμήμα Θεατρικών Σπουδών. Γεννήθηκε ένα καλοκαίρι στα μέσα της δεκαετίας του '80, με καταγωγή από την Εύβοια.

Artcore magazine's footer