Άρθρα :: Βιβλιοθήκη articles :: selected column

επιλογή γλώσσας
choose language

Νορβηγικό δάσος

εικόνα εξωφύλλου άρθρου (Νορβηγικό δάσος)

Φανταστείτε έναν συγγραφέα, που κάθε βιβλίο στη χώρα του αποτελεί «εκδοτικό γεγονός», οι εμφανίσεις του είναι ανάλογες ενός σταρ, οι πωλήσεις του μετρώνται σε εκατομμύρια αντίτυπα και κάθε χρόνο είναι υποψήφιος για το Νόμπελ λογοτεχνίας. Ο λόγος για τον Χαρούκι Μουρακάμι. Το όνομά του αρχίζει να γίνεται πολύ δημοφιλές πλέον και στη χώρα μας και παρόλο που αυτό θίγει τον εγωισμό μας, γιατί τον ανακαλύψαμε όταν ήταν σχετικά άγνωστος στα μέρη μας, θα το υποστούμε με χαρά (περίπου), αν είναι να εθιστεί το αναγνωστικό κοινό στη «σοβαρή» λογοτεχνία.

Υπόθεση Μουρακάμι

Η περίεργη ιδιοσυγκρασία του Ιάπωνα συγγραφέα φαίνεται από μια σύντομη ανάγνωση του βιογραφικού του. Παντρεύεται μικρός, ανοίγει με τη γυναίκα του ένα τζαζ μπαρ στο Τόκιο με το όνομα «Peter Cat» και γύρω στα τριάντα αποφασίζει να γίνει συγγραφέας. Και εκεί που φαντάζεσαι έναν τύπο να γράφει σε ένα τραπεζάκι, ανάμεσα σε τζαζ ήχους και καπνούς, αυτός αποφασίζει να κλείσει το μαγαζί και να αρχίσει το τρέξιμο. Και μιλάμε για τρέξιμο αλά Forrest Gump. Μέχρι τελικής πτώσεως. «Δεν γίνεται να γράψω αν δεν νιώσω τελείως άδειος και το τρέξιμο με βοηθάει να αισθανθώ έτσι», ισχυρίζεται σε μία συνέντευξή του. Κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, εγώ τον πιστεύω.

Νορβηγικό Δάσος

Αν στόχος της λογοτεχνίας είναι να αποτυπώνει και να διευρύνει την αντίληψη του ανθρώπου ως προς την εμπειρία της ζωής, τα μυθιστορήματα του Μουρακάμι ανιχνεύουν τόσο τα προφανή όσο και τα εσώτερα που συνθέτουν αυτήν την εμπειρία. Τα προφανή στην ιστορία μας είναι η πανεπιστημιακή ζωή και οι πολιτικές-φοιτητικές συγκρούσεις. Τα εσώτερα, η ενηλικίωση μέσω της σεξουαλικής ολοκλήρωσης, ο έρωτας, η απόρριψη, η αδυναμία επικοινωνίας. Ο συγγραφέας διατείνεται, ότι η μετέπειτα ζωή μας χαρακτηρίζεται από τον τρόπο που δρασκελίζει κανείς την εφηβεία και ανοίγεται στην ωριμότητα. Όλα τα παραπάνω δημιουργούν τον πυρήνα γύρω από τον οποίο περιστρέφονται οι χαρακτήρες του έργου και συναντούν τους ίδιους τους εαυτούς τους ως αντεστραμμένα είδωλα ή προεκτάσεις τους, που επέλεξαν διαφορετικές κατευθύνσεις. Έχετε τον νου σας, γιατί ο Ιάπωνας συγγραφέας είναι μάγος και ως γνωστόν οι μάγοι είναι και λιγάκι ύπουλοι. Ας εστιάσουμε.

Κιζούμι-Ναόκο-Τόρου

Το κουβάρι της ιστορίας ξετυλίγεται με την Ναόκο και τον Κιζούμι -δύο εφήβους- που αρνούνται να ολοκληρώσουν σεξουαλικά τη σχέση τους. To σώμα μπορεί και θέλει, αλλά η ψυχή αρνείται να ακολουθήσει. Και οι δύο αισθάνονται καλύτερα, όταν ο μοναδικός τους φίλος, Τόρου Βατανάμπε βρίσκεται κοντά τους. Πιθανότατα έτσι αισθάνονται ακόμη παιδιά, που απλώς κάνουν παρέα και επομένως δεν χρειάζεται να προχωρήσουν σε σεξουαλικές επαφές. Επιπροσθέτως, ο Βατανάμπε είναι κρυφά ερωτευμένος με την Ναόκο αλλά έστω και υπό αυτές τις συνθήκες, δεν γίνεται να είναι συνεχώς παρών. Σύντομα, η δυσκολία των δύο εφήβων να ξεπεράσουν τον φόβο για την απώλεια της παιδικότητάς τους και να ολοκληρώσουν τη σχέση τους αποβαίνει μοιραία. Η αντίδρασή τους είναι τυπική της διαφορετικότητας των δύο φύλων. Ο Κιζούμι αυτοκτονεί και η Ναόκο αποσύρεται σε σανατόριο. Το σκοτάδι πυκνώνει στο Νορβηγικό Δάσος.

Ναγκασάβα-Μιντόρι-Τόρου

Ο Τόρου συνεχίζει τη ζωή του στο πανεπιστήμιο. Αρχικά, γνωρίζει τον Ναγκασάβα, ο οποίος είναι ο σταρ της σχολής. Δημοφιλής, γυναικάς και υπέρμετρα αλαζόνας. Ο πρώτος, αν και δεν διαθέτει αυτά τα χαρακτηριστικά, γίνεται φίλος του. Ο Τόρου, ως προσωπικότητα βρίσκεται με κάποιο τρόπο στο «ενδιάμεσο» του αποθανών φίλου του, Κιζούμι και στον Ναγκασάβα. Δεν έχει τις «γωνίες» τους, είναι πιο βολικός. Παράλληλα, γνωρίζει την Μιντόρι, η οποία είναι ερωτευμένη μαζί του και τρομερά εξωστρεφής. Αντίθετα με την Ναόκο, η Μιντόρι αστειεύεται συνεχώς ως προς το σεξ και κάνει ανήθικες προτάσεις στον Τόρου σε κάθε ευκαιρία. Θέλει να τον κερδίσει. Όπως έλεγε και μια φίλη μου: η Μιντόρι σε βγάζει ραντεβού, δεν τη βγάζεις. Η ορμητική συμπεριφορά της όμως είναι παραπλανητική. Αν και δεν διευκρινίζεται στο βιβλίο, πιθανότατα ούτε εκείνη έχει ολοκληρώσει σεξουαλικά. Γι’ άλλη μία φορά, τα πράγματα γύρω μας αποκτούν τη βαρύτητα που τους δίνουμε.

Επιπλέον διευκρινίσεις και μία απορία

 Ο Τόρου θα φθάσει κάποια στιγμή στην Μιντόρι. Μέχρι τότε, θα επισκεφτεί την Ναόκο στο σανατόριο, θα γνωρίσει τη φίλη της, τη Ρέικο, που πάσχει από μία μυστηριώδη ασθένεια και θα αλητέψει με τον Ναγκασάβα. Έχω την αίσθηση, ότι όλοι οι ήρωες αλληλεπιδρούν, έστω και εν αγνοία τους. Και ενώ ο Μουρακάμι χαρτογραφεί τη συναισθηματική πολυπλοκότητα των ανθρώπων σε ένα γενικότερο πλαίσιο, κατά τη γνώμη μου επικεντρώνεται στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των Γιαπωνέζων. Στο ανεξιχνίαστο ύφος τους και τη δυσκολία τους να εκφράσουν συναισθήματα, έστω και τα πιο απλά. Αν συνυπολογίσουμε, ότι χρησιμοποιεί και την αυτοκτονία (η γιαπωνέζικη κουλτούρα ίσως είναι η μοναδική που αναφέρεται ανοιχτά σε αυτήν) ως καταφυγή των χαρακτήρων του, απορώ, που πολλοί τον θεωρούν περισσότερο «δυτικό» συγγραφέα.

Αντί Επιλόγου

Κάπου, πραγματικά δεν θυμάμαι πού ακριβώς, είχα διαβάσει μια ιστοριούλα που μου θυμίζει το συνολικό έργο του Μουρακάμι και πήγαινε κάπως έτσι: Σε ένα μικρό νησάκι στον απέραντο ωκεανό ζούσε μια μικρή φυλή ψαράδων. Όλη την ημέρα έριχναν τα δίχτυα τους και το βράδυ έλεγαν ιστορίες γύρω από τη φωτιά, σαν μια μεγάλη παρέα. Άλλωστε αυτό ήταν. Μια νύχτα, ο πιο δεινός δύτης ανάμεσά τους ισχυρίστηκε, ότι σε έναν απροσμέτρητο βυθό, που μόνο αυτός μπορούσε να φθάσει και να αγγίξει, υπήρχε μια ολόχρυση άμμος που φέγγιζε με τα πιο περίεργα χρώματα κάτω από τεράστια φύκια.

εικόνα άρθρου (Νορβηγικό δάσος)

Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία γέλασαν και οι μικρότεροι δυσπιστούσαν. Και οι μικρότεροι θα γελούσαν αλλά ήταν ο ήρωάς τους και ως γνωστόν, όταν είσαι παιδί δεν γελάς με τους ήρωές σου, ό,τι και αν πουν.

«Πού βρίσκεται αυτός ο βυθός;» ρώτησε κάποιος.

«Δίπλα στον τεράστιο ύφαλο, όταν ανοίγεσαι έξω από το λιμανάκι μας. Όλοι όσοι γεννήθηκαν στο νησί μπορούν να διακρίνουν από χιλιόμετρα αυτόν τον ύφαλο. Αύριο κιόλας θα βουτήξω και θα σας ανεβάσω λίγη από την μαγική άμμο.» 

«Αν όντως υπάρχει αυτός ο βυθός», είπε ένας δεύτερος, «θα σε βοηθούσε να κρατάς δύο μεγάλες πέτρες. Θα φθάσεις πιο εύκολα στον πάτο.»

«Μπα», απάντησε, «δεν θα πιάσει, για να φθάσω στον βυθό πρέπει να κολυμπήσω. Για την ακρίβεια πρέπει να κολυμπήσω καλύτερα από κάθε άλλη φορά.»

Την επομένη, όλη η φυλή όρθια πάνω στα μικρά της πλοιάρια, παρατηρούσε τον δύτη να προετοιμάζεται για την μεγάλη βουτιά. Λίγος άνεμος, ήλιος και παντού θάλασσα. Ο ήρωάς μας είπε μία σύντομη προσευχή, κοίταξε τον ουρανό, κράτησε την ανάσα του και βούτηξε απαλά.

Κάτω από το νερό κάτι του ψιθύρισε «Ήρεμα τώρα, ακόμη και όταν ο χρόνος μοιάζει ελάχιστος, πάντα μπορείς να πάρεις τον χρόνο σου». Αυτό έκανε και άρχισε να κατεβαίνει με αργές κινήσεις. Έπειτα, η πίεση μεγάλωσε, σαν να τον έφτυνε ο βυθός στην επιφάνεια. Πείσμωσε και αυτός και άρχισε να κολυμπά με όλο του το σώμα. Μετά από αρκετά μέτρα, το σκοτάδι ήταν παντού γύρω του, ο βυθός και η επιφάνεια δεν ξεχώριζαν. Κι άλλη πίεση. Συνέχισε από ένστικτο. Ένιωσε τα τεράστια φύκια στο γυμνό του κορμί και κατάλαβε ότι ήταν κοντά. Με μια τελευταία προσπάθεια έφθασε στον βυθό.

Έμεινε ελάχιστα να κοιτάει μαγεμένος το θέαμα της άμμου δίπλα στον ύφαλο, στον βυθό κάτω από τα τεράστια φύκια. Όλα τα χρώματα μαζί. Αντιστάθηκε στον πειρασμό να μείνει εκεί. Άρπαξε μια χούφτα και τίναξε το σώμα του προς τα πάνω. Αυτό το κάτι ψιθύρισε ξανά «Ήρεμα πάλι, ο ήλιος μπορεί να περιμένει». Αφέθηκε στον ψίθυρο. Το σώμα του στριφογυρνούσε αργά προς την επιφάνεια…

Έφθασε! Ανάσα και κραυγές ενθουσιασμού. Όλη η φυλή περίμενε να δει το θαύμα. Ο δύτης άνοιξε θριαμβευτικά την παλάμη του και… δεν υπήρχε τίποτε. Η πίεση του νερού είχε παρασύρει την άμμο. Με ένα μεγάλο επιφώνημα απογοήτευσης, η φυλή άρχισε να αποσύρεται. Ο φιλαράκος μας δεν ζήτησε δεύτερη ευκαιρία. Είχε φέρει το σώμα του στα όριά του και με κάποιο τρόπο ήξερε, ότι δεν θα μπορούσε να ξαναπιάσει τον βυθό. Έμεινε με τη θλίψη, ότι δεν μπόρεσε να πείσει κανέναν για την μαγική άμμο...

Ο Μουρακάμι μοιάζει με αυτόν τον δύτη, επειδή βουτάει πιο βαθιά από όλους, διαφέρει όμως, στο ότι φέρνει στην επιφάνεια την σπάνια αυτήν άμμο…

 

Ένα σημείο που μας άρεσε λίγο περισσότερο.

 

Όλο το βιβλίο.

εικόνα αρθρογράφου (Γιάννης Νάκος)

σχετικά με τον αρθρογράφο
Γιάννης Νάκος

Οι πρώτες έντονες αναμνήσεις που έχω από λογοτεχνικά βιβλία, είναι τον εαυτό μου να διαβάζει ενθουσιασμένος τις καθηλωτικές περιπέτειες του Ιούλιου Βερν εκεί γύρω στα δέκα. Από τότε πέρασαν αρκετά χρόνια• η περιέργεια μου για τα βιβλία παρέμεινε και όταν ασχολήθηκα επαγγελματικά με το χώρο του βιβλίου δυνάμωσε ακόμη περισσότερο. Ένα ερώτημα που με απασχολούσε πολλές φορές είναι γιατί διαβάζουμε. Την πιο περιεκτική απάντηση στο ερώτημα τη βρήκα σε ένα υπέροχο άρθρο του Ουμπέρτο Εκο. Μεταξύ άλλων γράφει ο μεγάλος δάσκαλος: «Διαβάζουμε βιβλία για να ζούμε περισσότερο και επειδή εκείνο το τμήμα της περισσότερης ζωής που κατακτά κανείς δεν κάνει διάκριση ανάμεσα σε μεγάλα έργα τέχνης και σε ψυχαγωγική λογοτεχνία μην αφήνετε να σας εκβιάζουν όσοι λένε ότι πρέπει να διαβάζουμε μόνο σημαντικά βιβλία. Έχω ζωηρές και υπέροχες αναμνήσεις από βιβλία ίσως ανούσια, τα οποία όμως μου τροφοδότησαν μακρά απογεύματα έξαρσης. Είμαι πολύ ευγνώμων σε όλους εκείνους οι οποίοι γράφοντας για μένα , μου προσέφεραν μία ζωή τόσο μεγάλη ώστε δεν κατορθώνω να τη θυμηθώ όλη μονομιάς και πρέπει να τη θυμάμαι με δόσεις.» Γι αυτήν την περισσότερη ζωή που κατέκτησα και θα κατακτήσω θέλω να γράψω. Πάμε λοιπόν…

Artcore magazine's footer