Άρθρα :: Βιβλιοθήκη articles :: selected column

επιλογή γλώσσας
choose language

Μια κατά Dickens ιστορία

εικόνα εξωφύλλου άρθρου (Μια κατά Dickens ιστορία)

8 Ιουνίου 1870. Η ώρα πλησίαζε μεσάνυχτα και ο Charles Dickens καθόταν στην αγαπημένη του κουνιστή πολυθρόνα γράφοντας το μυθιστόρημά του “The mystery of Edwin Drood“. Το υπόλοιπο δωμάτιο ήταν βυθισμένο στο σκοτάδι. Μόλις το ρολόι στον τοίχο σήμανε δώδεκα, οι χτύποι του ακούστηκαν παράξενα δυνατοί μέσα στην ησυχία που επικρατούσε. Έκλεισε το τετράδιό του κι ανασήκωσε το κεφάλι του.

Προχώρησε κοντά στο ρολόι και κοίταξε τους δείκτες του. Το βλέμμα του περιπλανήθηκε στο χώρο και σταμάτησε σε ένα σημείο του δωματίου που φαινόταν άδειο.

«Σε περίμενα.», είπε χαμογελώντας ήρεμα και άπλωσε το χέρι του.

Εκείνη τη στιγμή, το δωμάτιο χάθηκε από μπροστά του. Ένιωσε να στροβιλίζεται.

Προσγειώθηκε στο Portsmouth, στις 7 Φεβρουαρίου 1812, και παρακολούθησε τη γέννησή του. Είδε τον εαυτό του να μεγαλώνει και να φοιτά σε ιδιωτικό σχολείο, διαβάζοντας Henry Fielding και Tobias Smollett.

Ένιωσε να στροβιλίζεται και πάλι. Προχώρησε στο 1824, όπου είδε τον πατέρα του να οδηγείται στη φυλακή, και τον ίδιο να αναγκάζεται να δουλέψει σε ένα εργοστάσιο βερνικιών. Αργότερα ο πατέρας του αποφυλακίστηκε, εκείνος επέστρεψε στο σχολείο για ένα χρόνο και στη συνέχεια εργάστηκε σε ένα δικηγορικό γραφείο.

εικόνα άρθρου (Μια κατά Dickens ιστορία)

Τα χρόνια πέρασαν και πάλι σαν στρόβιλος κι είδε έναν νεαρό Charles Dickens να μαθαίνει στενογραφία και στη συνέχεια να ασχολείται με τη δημοσιογραφία, ακολουθώντας το επάγγελμα του ελεύθερου ρεπόρτερ, πρώτα στα δικαστήρια και ύστερα στη Βουλή. Είδε με καμάρι τα ρεπορτάζ του να ξεχωρίζουν και να οδηγούν σε συνεργασίες με περιοδικά κι εφημερίδες όπου δημοσίευε τις ιστορίες του. Παρακολούθησε τον νεαρό εαυτό του να γράφει τα απογεύματα κριτικές θεάτρου και τα βράδια μυθιστορήματα. Ένιωσε να ξαναζεί τις στιγμές που κουραζόταν κι αναγκαζόταν να χώνει το κεφάλι του σε ένα κουβά με παγωμένο νερό και να κάνει μακρινούς περιπάτους για να ξεκουραστεί και να εμπνευστεί από τους ανθρώπους γύρω του.

Τα χρόνια πέρασαν και πάλι.

Μια θλίψη εμφανίστηκε στα μάτια του. Είδε τον νεανικό του έρωτα, τη Maria Beadnell, της οποίας οι γονείς δεν άφησαν την σχέση τους να προχωρήσει.

εικόνα άρθρου (Μια κατά Dickens ιστορία)

Ο χρόνος στροβιλίστηκε και προσγειώθηκε στο 1836, όταν είδε τα “Sketches by Boz“ και “The Pickwick Papers“ να εκδίδονται σε συνέχειες, καθιστώντας τον έναν από τους πρώτους συγγραφείς που το πέτυχαν. Χαμογέλασε και πάλι με ικανοποίηση. Το τοπίο άλλαξε γύρω του κι έγινε θεατής στον ίδιο του το γάμο με την Catherine Hogarth. Ένιωσε ένα σφίξιμο στο στήθος, όταν η κόρη του, Katie, η μία από τα δέκα παιδιά που απέκτησε με τη σύζυγό του τον πλησίασε και τον κοίταξε στα μάτια, λες και τον έβλεπε στ' αλήθεια. Ένιωσε την ντροπή να τον κατακλύζει. Είδε μέσα στα μάτια της όλες τις στιγμές που κακομεταχειριζόταν την γυναίκα του, όλες τις στιγμές που αδιαφορούσε για την οικογένειά του. Ξαναέζησε την στιγμή που ίδρυσε ένα σπίτι για τις πόρνες του Λονδίνου και τότε λιποθύμησε από ντροπή.

εικόνα άρθρου (Μια κατά Dickens ιστορία)

Όταν συνήλθε, δίπλα του βρήκε ακουμπισμένα δύο βιβλία. Τα περιεργάστηκε: “Oliver Twist“, ήταν ο ένας τίτλος (1837) και “Nicholas Nickleby“, ο άλλος (1838). Ανασηκώθηκε από το έδαφος και κοίταξε γύρω του.

«Πάμε να φύγουμε», ψιθύρισε απλώνοντας και πάλι το χέρι του.

Ένιωσε να στροβιλίζεται, και προσγειώθηκε λίγα χρόνια αργότερα το 1842, όταν μπορούσε να αισθανθεί και πάλι περήφανος.

εικόνα άρθρου (Μια κατά Dickens ιστορία)

Στάθηκε στην άκρη του δρόμου και άρχισε να παρακολουθεί τον παρελθοντικό του εαυτό, έναν ενθουσιώδη άντρα να διοργανώνει εράνους, φιλανθρωπίες και δημόσιες συγκεντρώσεις με εισιτήριο στις οποίες διάβαζε τα έργα του. Τασσόταν υπέρ των φτωχών και των κατατρεγμένων καταδικάζοντας το πολιτικό σύστημα δίχως να υποστηρίζει τους ισχυρούς. Ξαφνικά, ο κόσμος εξαφανίστηκε και δυο βιβλία στα οποία κατέκρινε τους Αμερικάνους για την έλλειψη δημοκρατίας και την δουλεία, μολονότι εκείνοι τον είχαν υποδεχτεί με τιμές κι ενθουσιασμό όταν επισκέφτηκε την Αμερική, έπεσαν και πάλι στα πόδια του: “American Notes for General Circulation“ (1842) και “Martin Chuzzlewit“ (1843-1844).

Η χρονολογία «1844», εμφανίστηκε να αιωρείται μπροστά του με χρυσούς αριθμούς. Γύρισε στο πλάι και κοίταξε τη μορφή που τον συνόδευε στο ταξίδι στο παρελθόν του.

εικόνα άρθρου (Μια κατά Dickens ιστορία)

«Η χρονιά που έγραψα το “A Christmas Carol“», μουρμούρισε. «Η χρονιά που έγραψα για σένα», ψιθύρισε. «Προσπάθησα να μεταδώσω την κοινωνική αδικία και την κακομεταχείριση των φτωχών παιδιών. Ήθελα να καταλάβει ο κόσμος την χαρά της φιλανθρωπίας. Νομίζω, μάλιστα, ότι χάρη σε αυτό το έργο μου επέστρεψε ο παραδοσιακός εορτασμός των Χριστουγέννων στην Αγγλία.», είπε τελειώνοντας και άπλωσε και πάλι το χέρι προς το μέρος του.

Βρέθηκε στο 1852, τότε που εκδόθηκε το έργο του “Bleak House“.

Στη συνέχεια, έκανε μια στάση στο 1855, τότε που εκδόθηκε η “Little Dorrit“ κι επανασυνδέθηκε με την Maria Beadnell για να ερωτευθεί μετά την 27χρονη Ellen Ternan και να χωρίσει οριστικά με την γυναίκα του το 1858 αφιερώνοντας την ζωή του αποκλειστικά στο συγγραφικό του έργο.

Για λίγη ώρα επικράτησε σιωπή. Το σκοτάδι γύρω του πύκνωσε.

«Και τώρα;», ρώτησε τη μορφή που στεκόταν δίπλα του.

Αλλά μόλις γύρισε να κοιτάξει, διαπίστωσε ότι τώρα στη θέση του βρισκόταν κάποιος άλλος. Τον αναγνώρισε αμέσως.

«Ήρθε η ώρα;», τον ρώτησε.

«Όχι.», του απάντησε το πνεύμα. «Αυτό που περιμένεις θα συμβεί στο παρόν σου. Εγώ, όμως, θα σε πάω στο μέλλον.»

εικόνα άρθρου (Μια κατά Dickens ιστορία)

Και πιάνοντας το χέρι του τον ταξίδεψε μακριά, μέσα στους αιώνες, όπου μπόρεσε να δει τις απόψεις που εξέφρασαν γι' αυτόν σημαντικές προσωπικότητες της ιστορίας και της λογοτεχνίας. Η βασίλισσα Victoria της Αγγλίας λάτρευε τα έργα του. Ο Tolstoy επαινούσε τα μυθιστορήματά του. Η Virginia Woolf και ο Henry James τον κατέκριναν. Ο George Orwell τον αναγνώρισε σαν εκφραστή της μεσαίας τάξης, ενώ ο Marx, ο Lenin, ο Chesterton και ο Tomas Alfred Jackson, προσπάθησαν να τον χαρακτηρίσουν πολιτικά.

εικόνα άρθρου (Μια κατά Dickens ιστορία)

Προσγειώθηκαν στο 2012, και βρέθηκαν μέσα σε μια κινηματογραφική αίθουσα, αόρατοι από τους υπόλοιπους θεατές. Στην οθόνη ξεκινούσε το τρίτο μέρος της τριλογίας του Batman, “The dark knight rises“. Βλέποντάς την ο Dickens, αναγνώρισε πολλές σκηνές κι αποσπάσματα από το βιβλίο του “A tale of two cities“, που εκδόθηκε το 1859 και διαδραματίζεται στο Παρίσι και το Λονδίνο κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης. Σε μια σκηνή μάλιστα ένας ηθοποιός εμφανίστηκε κρατώντας τα χέρια του ένα αντίτυπο του συγκεκριμένου βιβλίου. Ο Dickens χαμογέλασε.

«Τώρα μπορούμε να φύγουμε», είπε ήρεμα στη μορφή που καθόταν δίπλα του.

Έπιασε το χέρι του, κι επέστρεψε στο δωμάτιό του. Το Πνεύμα του Παρόντος στεκόταν δίπλα του. Εκείνος το κοίταξε στα μάτια.

εικόνα άρθρου (Μια κατά Dickens ιστορία)

«Το αν θα είμαι τελικά ο πρωταγωνιστής της δικής μου ζωής, ή αν αυτή τη θέση θα την καταλάβει κάποιος άλλος, θα φανεί στις επόμενες σελίδες…», μουρμούρισε.

Κι έτσι, ψιθυρίζοντας την φράση από το έργο του “David Copperfield“, που θεωρείται αυτοβιογραφικό, άφησε την τελευταία του πνοή στις 9 Ιουνίου 1870 από εγκεφαλικό, δίχως να προλάβει να ολοκληρώσει το “The mystery of Edwin Drood.“

Εικόνες (Πηγές)

  • https://www.telegraph.co.uk
  • http://blog.tavbooks.com/?p=226
  • https://www.reader.gr
  • http://www.public.gr/
  • https://itzikas.wordpress.com
  • http://www.freeminds.gr/
  • https://www.thinkfree.gr
  • http://www.lifo.gr
  • https://comicbookrealm.com/
εικόνα αρθρογράφου (Ερωδίτη Παπαποστόλου)

σχετικά με τον αρθρογράφο
Ερωδίτη Παπαποστόλου

Το όνομά μου είναι Ερωδίτη. Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη το 1988. Αν και είμαι απόφοιτος οικονομικών-μάρκετινγκ του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, με κέρδισε η αγάπη μου για τη συγγραφή και τη φωτογραφία. Από μικρή έγραφα ιστορίες και στίχους μουσικής, ψάχνοντας έτσι τρόπους για να δραπετεύω από την πραγματικότητα. Όσο περνούσαν τα χρόνια και μεγάλωνα, μεγάλωναν μαζί μου και οι ιστορίες μου, μέχρι που το 2015 κυκλοφόρησε το πρώτο μου μυθιστόρημα με τίτλο «Ομίχλη & Τριαντάφυλλα» 

Artcore magazine's footer