Άρθρα :: Βιβλιοθήκη articles :: selected column

επιλογή γλώσσας
choose language

Μια βραδιά με την Κλαιρ, του Γκαϊτό Γκαζντάνοφ

εικόνα εξωφύλλου άρθρου (Μια βραδιά με την Κλαιρ, του Γκαϊτό Γκαζντάνοφ)

Το «Μια βραδιά με την Κλαιρ» θα μπορούσε να είναι άλλη μια ιστορία για έναν έρωτα που γεννήθηκε ένα βράδυ. H ερωτική ιστορία αποτελεί όμως, στην περίπτωση αυτή, την απαραίτητη αφορμή για την καταφυγή στη μνήμη, στα παιδικά χρόνια και τον ρωσικό εμφύλιο. Με βιωμένη τη ματαίωση των ονείρων του και διάχυτη την αίσθηση απώλειας νοήματος, ο αφηγητής δεν λέει λέξη για την τύχη του εφηβικού του έρωτα, ούτε για το πώς κατέληξε στη Γαλλία. Αντιθέτως, εμμένει στην «παρελθούσα πραγματικότητα», στο πάθος για το ανεκπλήρωτο. Κοντολογίς, εμμένει σε ό,τι εκφεύγει του πραγματικού αγγίζοντας το ονειρικό.

εικόνα άρθρου (Μια βραδιά με την Κλαιρ, του Γκαϊτό Γκαζντάνοφ)

Η αφήγηση ξεκινά με τον πρωταγωνιστή-πρωτοπρόσωπο αφηγητή, Κόλια Σοσέντοφ, να επισκέπτεται στο Παρίσι την Κλαιρ, τον εφηβικό του έρωτα. Δεν αναφέρει τις συνθήκες υπό τις οποίες συναντήθηκαν στη Γαλλία, ούτε μας δίνει καμία ιδιαίτερη πληροφορία για το παρελθόν – παρά μόνο ξαναζωντανεύει στιγμές του αγνού φλερτ τους μέσα από τα υπονοούμενα της κοπέλας. Η Κλαιρ είναι άρρωστη, ο σύζυγός της απουσιάζει και έτσι ο Κόλια τη φροντίζει και περνάει τα βράδια του μαζί της. Ένα από τα βράδια αυτά, εκείνη θα αποκοιμηθεί και εκείνος θα βυθιστεί στον κόσμο των αναμνήσεων, στον οποίο και αφιερώνεται το υπόλοιπο του βιβλίου.

Ο αναγνώστης γίνεται μάρτυρας τον αναμνήσεών του Κόλια, και ταξιδεύει στην εποχή της τσαρικής Ρωσίας και των παιδικών του χρόνων. Παρόλο που ο συγγραφέας παραμένει λυρικός στις περιγραφές του από την αρχή μέχρι το τέλος, κρατάει μια αποστασιοποιημένη στάση απέναντι στα γεγονότα, ακόμα και όταν αφορούν κοντινούς του ανθρώπους. Χαρακτηριστικά, όταν πεθαίνει ο πατέρας του, ο μικρός Κόλια δεν κλαίει, αλλά αναφωνεί: «ο μπαμπάς πέθανε! Σηκώστε τα πανία και μη φοβάστε τίποτα! Έρχεται καταιγίδα!». Ούτε, όμως, ως ώριμος πλέον άνδρας, ο αφηγητής θα εκφράσει τυχόν συναισθήματα ή απορία για τις αιτίες της στάσης του αυτής, η οποία παρουσιάζεται ως φυσιολογική. Όπως θα μας προϊδεάσει από την αρχή της αφήγησης: «ήμουν τελείως αδιάφορος προς τα εξωτερικά συμβάντα. Η βαθιά εσωτερική ύπαρξή μου διατηρούσε για μένα ασύγκριτα μεγαλύτερη σπουδαιότητα».

εικόνα άρθρου (Μια βραδιά με την Κλαιρ, του Γκαϊτό Γκαζντάνοφ)

Την Κλαιρ θα τη γνωρίσει την άνοιξη του 1917 στην αυγή της Ρωσικής Επανάστασης. Εκείνη ενθουσιάζεται με τον ντροπαλό Κόλια και εκείνος γοητεύεται από τη ζωντάνια της, αλλά περισσότερο «απ’ το γεγονός ότι είναι Γαλλίδα και ξένη», παρακινημένος από τη «γενικότερη ροπή του προς το άγνωστο», όπως θα εξομολογηθεί αργότερα. Ο έρωτας αυτός θα μείνει ανεκπλήρωτος, με εκείνον να μην αντιδρά στα υπονοούμενά της.

Ο συγγραφέας χτίζει τον λογοτεχνικό χαρακτήρα του Κόλια με μια εξωπραγματική αντίθεση. Στις συναντήσεις του με την Κλαιρ είναι ένας απαθής συνομιλητής, ενώ στις αναμνήσεις του με την κοπέλα είναι ο εκφραστικότερος εραστής. Η Κλαιρ παραμένει όνειρο για να τον συνοδεύσει έως το τελευταίο κομμάτι της αφήγησης, τις μνήμες από την περίοδο του εμφυλίου πολέμου, με τον Κόλια να βρίσκεται με το μέρος των λευκών (ή «εμιγκρέδων» που ήταν άτομα διαφορετικών πολιτικών πεποιθήσεων και αντίπαλοι των σοβιετικών). Η άρνησή του να εμπλακεί βαθύτερα σε όσα συμβαίνουν γύρω του, παραμένει ισχυρή και εδώ, αφού το «στρατόπεδο» των λευκών το επιλέγει τυχαία. Μοναδικό του κριτήριο είναι το γεγονός ότι εκείνοι ήλεγχαν την περιοχή που έμενε, όταν αποφάσισε να καταταγεί. Στις περιγραφές του παραμένει παρατηρητής, θαυμαστής του ωραίου και του ανθρώπινου, αδυνατώντας όμως να εκφράσει οποιοδήποτε συναίσθημα.

Ολοκληρώνοντας το βιβλίο, αναρωτιέται κανείς για τους λόγους που ένα έργο σαν το «Μια βραδιά με την Κλαιρ» δεν έχει ήδη κερδίσει μια θέση δίπλα στα κλασσικά μυθιστορήματα της ρωσικής λογοτεχνίας, αν και κατά την έκδοσή του το 1929 είχε αναγνωριστεί ως αριστούργημα. Είναι ένα βιβλίο-μαρτυρία, όπου ο συγγραφέας, με τη φωνή του Κόλια, καταθέτει προσωπικά βιώματα, αφού και ο ίδιος είχε πολεμήσει με τους λευκούς και ακολούθως κατέφυγε στη Γαλλία. Ίσως η ζωή της δυτικής Ευρώπης και η φυγή του από τη Ρωσία (κατά συνέπεια και από τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό) επηρέασαν το έργο του που έχει έντονα στοιχεία μοντερνισμού, και τη γραφή του που είναι γεμάτη αυθορμησία, μια γραφή συνειρμική χωρίς κεφάλαια που τη χαρακτηρίζει ο ρευστός αφηγηματικός χρόνος που ταλαντεύεται μεταξύ μνήμης και αφηγηματικού παρόντος. Ο αναγνώστης, δηλαδή, γρήγορα ξεχνάει το πώς ξεκίνησε η αφήγηση.

Αρκετοί κριτικοί, λόγω του έντονου στοιχείου της μνήμης στο έργο του, τοποθετούν τον συγγραφέα δίπλα στον Proust, ενώ άλλοι λόγω της απάθειας του κεντρικού χαρακτήρα βλέπουν στο έργο του στοιχεία από τον «Ξένο» του Camus. Προσωπικά, η υπαρξιακή ματαιότητα που βιώνει ο κεντρικός χαρακτήρας, μου θύμισε ήρωες από βιβλία του Milan Kundera (αν και η προσέγγισή του στο μυθιστόρημα είναι άκρως διαφορετική) και από τις ταινίες του Pawlikowski. Με κοινό τους άξονα τα παιδικά βιώματα σε σοσιαλιστικά κράτη και την καλλιτεχνική ωρίμανση στη δυτική Ευρώπη, ζωντανεύουν στα έργα τους ρομαντικούς χαρακτήρες που, αμφιταλαντευόμενοι μεταξύ δύο κόσμων, αδυνατούν να νοηματοδοτήσουν την πραγματική ζωή και γι’ αυτό στρέφονται σε ό,τι εκφεύγει αυτής, στο όνειρο και στο βαθύτερο εαυτό τους. Σε κάθε περίπτωση, αξίζουν συγχαρητήρια στις εκδόσεις Αντίποδες που μας φέρνουν κοντά με ένα έργο που αντιπροσωπεύει μια πλευρά της ρωσικής λογοτεχνίας που τουλάχιστον εγώ δεν είχα φανταστεί.

εικόνα άρθρου (Μια βραδιά με την Κλαιρ, του Γκαϊτό Γκαζντάνοφ)

Μια βραδιά με την Κλαιρ, του Γκαϊτό Γκαζντάνοφ
Μετάφραση: Ελένη Μπακοπούλου
Εκδόσεις Αντίποδες
σελ. 200

 

Εικόνες (Πηγές)

εικόνα αρθρογράφου (Παναγιώτης Δ.)

σχετικά με τον αρθρογράφο
Παναγιώτης Δ.

Από τα Λούκυ Λουκ και ιστορίες για δεκαπεντάχρονους πλοιάρχους, σε ανθρώπους που ξυπνούν και είναι έντομα και άλλους που σπρώχνουν βράχους αιωνίως. Ίσως και να το μετανιώνω.

Artcore magazine's footer