Άρθρα :: Βιβλιοθήκη articles :: selected column

επιλογή γλώσσας
choose language

Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους, του Κόρμακ ΜακΚάρθυ

εικόνα εξωφύλλου άρθρου (Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους, του Κόρμακ ΜακΚάρθυ)

O γέρο Μπουκόφσκυ έγραφε κάπου: ο τελικός και ο πιο αυστηρός κριτής του έργου ενός συγγραφέα είναι ο ίδιος του ο εαυτός. Αν παραμελήσει την αποστολή του, η οποία είναι να γράψει την επόμενη γραμμή και αρχίσει να παίρνει πολύ σοβαρά τα καλά λόγια των κριτικών και των θαυμαστών του, τον παίρνει το ποτάμι με τις υπόλοιπες κουράδες, ο Θεός αναπαύει τη συγγραφική του ψυχή και πάμε παρακάτω. Δεν έχω ιδέα, αν ο ΜακΚάρθυ έχει ακούσει ποτέ την άποψη του συναδέλφου του. Ξέρω όμως ότι ανήκει σε εκείνη τη σπάνια ράτσα συγγραφέων που το γράψιμο σημαίνει απόλυτη αφοσίωση. Η επόμενη γραμμή και μόνο η επόμενη γραμμή είναι αυτό που τον αφορά. Ρισκάρω να πιθανολογήσω ότι με αυτήν την επιμονή στο τέλος κερδίζει το ακριβότερο των δώρων. Τον αυτοσεβασμό. 

Κόρμακ ΜακΚάρθυ

Παρακάμπτω τα πολλά βιογραφικά στοιχεία του συγγραφέα τα οποία μπορεί να τα βρει κανείς σχετικά εύκολα. Αναφέρω μόνο ότι γεννήθηκε το 1933 στο Τένεσσι των ΗΠΑ, έχει τιμηθεί με αρκετά βραβεία μεταξύ των οποίων το βραβείο Πούλιτζερ, οι συνεντεύξεις του είναι εξαιρετικά σπάνιες και ότι έζησε αρκετά χρόνια ως περιπλανώμενος. Αποφάσισα να γράψω λίγα λόγια για το συγκεκριμένο βιβλίο και όχι για κάποιο άλλο για δύο λόγους: έναν ιδιοτελή και έναν λιγότερο ιδιοτελή. Με δυο κουβέντες το βιβλίο μου άρεσε περισσότερο από τα έργα του ΜακΚάρθυ που έχω διαβάσει και συγχρόνως, ως πρόταση, το θεωρώ ιδανικό ξεκίνημα-γνωριμία με τη γραφή και τις ιδέες που τον απασχολούν.

Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους

Υπόθεση 

Η ζωή του Μος Λουέλιν αλλάζει για πάντα, όταν στο πρωινό του κυνήγι έρχεται αντιμέτωπος με την εξής εικόνα: δύο αυτοκίνητα γαζωμένα από σφαίρες, οι επιβάτες νεκροί και μια βαλίτσα με δύο εκατομμύρια δολάρια χωρίς κάτοχο. Χωρίς δισταγμό παίρνει τα λεφτά και αρχίζει να τρέχει. Ξοπίσω του ο Αντον Σίγκαρ. Ένας απόλυτος δολοφόνος. Επίσης το καρτέλ που αναζητά τα χρήματα. Τέλος, η αστυνομία. Στον πραγματικό χρόνο που τρέχουν τα γεγονότα παρεμβάλλονται -ως προσωπικό ημερολόγιο- οι αφηγήσεις του σερίφη Μπελ. Το αποτέλεσμα, ένα αμερικανικό αστυνομικό μυθιστόρημα που δεν μένει μόνο στη δράση, αλλά διεισδύει στις προθέσεις της ανθρώπινης συνθήκης, βασικό γνώρισμα της «μεγάλης» λογοτεχνίας. 

Σερίφης Μπελ 

Ο σερίφης Μπελ, κοντά στη σύνταξη πλέον, διαβάζει εφημερίδα και αναρωτιέται, αν υπάρχει χώρος για εκείνον. Ο κώδικας των αρχών και των αξιών με τον οποίο έζησε και μεγάλωσε εξαφανίζεται καθημερινά. Τα γεγονότα που ακούει και ζει ως σερίφης στραγγίζουν την πίστη του σε αυτά που ήξερε και έστω και απλοϊκά είχε ορίσει ως καλό και κακό. Σκέφτεται, αν το να υποστηρίζεις ότι ο κόσμος κάποτε ήταν καλύτερος είναι σημάδι γηρατειών ή όχι. Τη χαριστική βολή στο όργανο της επιβολής του νόμου και της τάξης δίνει ο Αντον Σίγκαρ. Ένα όργανο του χάους με κώδικα αξιών πλήρως ακατανόητο στον σερίφη. Στη θέα των έργων του, ο σερίφης λουφάζει σαν τον τρομαγμένο λαγό στη φωλιά του. Η τάξη και ο νόμος παραμερίζει και ο συγγραφέας αποφαίνεται ότι νικητής στον αιώνα που διανύουμε είναι το χάος

Αντον Σίγκαρ 

Ενσαρκώνει τον νέο τρόπο, την καινούργια ηθική που ρυθμίζει τις ανθρώπινες υποθέσεις και δεν είναι άλλη, παρά αυτή που κουβαλάει ο καθένας στο κεφάλι του. Αποτέλεσμα αυτού είναι σε ένα κεφάλαιο του βιβλίου να αποφασίζει για το αν θα σκοτώσει κάποιον που βρέθηκε τυχαία στο δρόμο του με το στρίψιμο ενός κέρματος. Και του λέει στο περίπου: ξέρω ότι το να στρίψεις ένα κέρμα δεν σημαίνει τίποτα στ’αλήθεια, αλλά κάποια συγκεκριμένη φορά μπορεί να σημάνει τα πάντα. Και κάπου εδώ μας αποκαλύπτεται και ο πυρήνας της σκέψης του. Δεν υπάρχουν πραγματικά σημαντικές πράξεις. Οι ενέργειες μας αποκτούν σχήμα και εν τέλει υπόσταση από δική μας επιλογή και διάθεση. Με την λέξη τύχη εννοούμε τη μορφή που έχουμε αποφασίσει να δώσουμε στις πράξεις μας. Με αυτό το σκεπτικό, ο Αντον Σίγκαρ νιώθει ότι οριοθετεί τον χώρο και τον χρόνο. Και με ένα πιστόλι στο χέρι το καταφέρνει απόλυτα. 

Μικρό σχόλιο για Χαβιέ Μπαρδέμ - Κινηματογράφο και βιβλία  

Το 2007 το αγαπημένο σκηνοθετικό δίδυμο των αδελφών Κοέν μεταφέρει το βιβλίο στη μεγάλη οθόνη. Το κεντρικό ρόλο του Αντον Σίγκαρ υποδύεται ο σχετικά ωραίος Χαβιέ Μπαρδέμ και η ερμηνεία του μάλλον καλή. Ωστόσο, συνιστά θολή αντανάκλαση του τρόμου που προκαλεί ο αντίστοιχος λογοτεχνικός ήρωας. Η προτροπή μου σε όσους έχουν δει την ταινία είναι να διαβάσουν και το βιβλίο, γιατί σε μία ακόμη περίπτωση η γητειά της συγγραφής ξεπερνάει τη δύναμη της εικόνας. Με άλλα λόγια, το βιβλίο είναι καλύτερο φιλαράκο. 

Φιλοσοφική διαμάχη αιώνων 

Από τα πολύ παλιά χρόνια ερίζουν δύο φιλοσοφικές σχολές. Εκείνη που θεωρεί ότι η αλήθεια είναι υποκειμενική υπόθεση και η άλλη που υποστηρίζει την αντικειμενική αλήθεια ως σταθερή, αμετάβλητη πραγματικότητα πέρα από την αντίληψη των ανθρώπων. Αν και ο ΜακΚάρθυ επιλέγει ο σκελετός του βιβλίου του να έχει τη μορφή σύγχρονου «γουέστερν», με όλη τη μυθολογία που κουβαλάει το είδος, όπως ο κακός, ο σερίφης, τα λεφτά, η έρημος και τέλος, η καταδίωξη, αισθάνομαι ότι η δομή αποτελεί ένα βολικό σκηνικό. Στην ουσία, πίσω από τα λόγια και τις πράξεις κρύβεται αυτή η πανάρχαια έριδα και η προσπάθεια των ανθρώπων να βρουν έναν τρόπο να ζήσουν τη ζωή τους. Ο συγγραφέας μεταφέρει αυτή την προσπάθεια σε έναν συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, συγχρόνως όμως καταφέρνει να γράψει ένα μυθιστόρημα που υπερβαίνει αυτούς τους περιορισμούς και καταλήγει να θεωρείται παγκόσμιο. 

Αντίκτυπος 

Ένας άλλος μεγάλος συγγραφέας έγραφε ότι δεν τον ενδιαφέρει τα μυθιστορήματα να έχουν ηθικά διδάγματα. Για την ακρίβεια σημείωνε: πάρτε όλα τα ηθικά διδάγματα του κόσμου και βάλτε τα εκεί που δεν θα τα δει ποτέ ο ήλιος. Εγώ θέλω τα μυθιστορήματα να διαθέτουν αντίκτυπο. Ο ΜακΚάρθυ κάνει ακριβώς αυτό. Δεν ηθικολογεί, δεν παίρνει θέση για το ποιος έχει δίκιο στην υπόθεση που περιγράφει, γιατί πολύ απλά δεν είναι αυτός ο ρόλος του. Ρόλος του είναι να απλώνει στο χαρτί τις σκέψεις του, όσο μπορεί καλύτερα. Όσο για τον αντίκτυπο που προκαλεί, αυτό (νομίζω δηλαδή) είναι υποκειμενική υπόθεση. 

Ένα σημείο που μας άρεσε λίγο περισσότερο. 

Σερίφης Μπέλ: 

Οι άνθρωποι νομίζουν ότι ξέρουν τι θέλουν από τη ζωή τους, αλλά κατά κανόνα δεν ξέρουν. Πολλές φορές είναι και τυχεροί άμα το βρουν. Εγώ πάντα ήμουνα τυχερός. Μια Ζωή. Δεν θα ‘μουν εδώ να σας τα λέω ειδάλλως. Έχω μπλέξει σε πολλούς καβγάδες. Μα κείνη τη μέρα που την είδα να βγαίνει από το εμπορικό του Κερ και να περνάει το δρόμο και με προσπέρασε κι εγώ της έβγαλα το καπέλο κι εκείνη σχεδόν μου χαμογέλασε, εκείνη ήταν η πιο τυχερή μέρα απ’ όλες. Οι άνθρωποι όλο παραπονιούνται για τα στραβά που τους τυχαίνουν, που δεν τ’ αξίζουν, αλλά τα καλά που τους τυχαίνουν σπάνια τ’ αναφέρουνε. Το τι έχουνε κάνει για να τ’ αξίζουν. Εγώ δεν θυμάμαι να ‘δωσα ποτέ στον Θεούλη και κάνα σοβαρό λόγο να μου χαμογελάσει. Μα μου χαμογέλασε.

εικόνα αρθρογράφου (Γιάννης Νάκος)

σχετικά με τον αρθρογράφο
Γιάννης Νάκος

Οι πρώτες έντονες αναμνήσεις που έχω από λογοτεχνικά βιβλία, είναι τον εαυτό μου να διαβάζει ενθουσιασμένος τις καθηλωτικές περιπέτειες του Ιούλιου Βερν εκεί γύρω στα δέκα. Από τότε πέρασαν αρκετά χρόνια• η περιέργεια μου για τα βιβλία παρέμεινε και όταν ασχολήθηκα επαγγελματικά με το χώρο του βιβλίου δυνάμωσε ακόμη περισσότερο. Ένα ερώτημα που με απασχολούσε πολλές φορές είναι γιατί διαβάζουμε. Την πιο περιεκτική απάντηση στο ερώτημα τη βρήκα σε ένα υπέροχο άρθρο του Ουμπέρτο Εκο. Μεταξύ άλλων γράφει ο μεγάλος δάσκαλος: «Διαβάζουμε βιβλία για να ζούμε περισσότερο και επειδή εκείνο το τμήμα της περισσότερης ζωής που κατακτά κανείς δεν κάνει διάκριση ανάμεσα σε μεγάλα έργα τέχνης και σε ψυχαγωγική λογοτεχνία μην αφήνετε να σας εκβιάζουν όσοι λένε ότι πρέπει να διαβάζουμε μόνο σημαντικά βιβλία. Έχω ζωηρές και υπέροχες αναμνήσεις από βιβλία ίσως ανούσια, τα οποία όμως μου τροφοδότησαν μακρά απογεύματα έξαρσης. Είμαι πολύ ευγνώμων σε όλους εκείνους οι οποίοι γράφοντας για μένα , μου προσέφεραν μία ζωή τόσο μεγάλη ώστε δεν κατορθώνω να τη θυμηθώ όλη μονομιάς και πρέπει να τη θυμάμαι με δόσεις.» Γι αυτήν την περισσότερη ζωή που κατέκτησα και θα κατακτήσω θέλω να γράψω. Πάμε λοιπόν…

Artcore magazine's footer