Άρθρα :: Βιβλιοθήκη articles :: selected column

επιλογή γλώσσας
choose language

21.12
2020

Η χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ, του Heinrich Böll

εικόνα εξωφύλλου άρθρου (Η χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ, του Heinrich Böll)

Μια γυναίκα βλέπει τη ζωή της να καταστρέφεται από τον γερμανικό κίτρινο Τύπο και την αστυνομία, με τη γερμανική κοινωνία να παρακολουθεί αμέτοχη την πτώση της. Με το βιβλίο του «Η χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ» ο Böll μιλά για ό,τι υπογείως απασχολούσε -και ίσως και να μη σταμάτησε ποτέ να απασχολεί- τη γερμανική κοινωνία: την ενοχή· την ενοχή αυτών που, όπως έλεγε και ο Ναζί Άιχμαν στη δίκη του, απλώς έκαναν το καθήκον τους.

Καταρχάς είναι σημαντικό να πούμε ότι αυτό είναι το διασημότερο βιβλίο του Γερμανού λογοτέχνη, με τη μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία, πουλώντας μόνο στη Γερμανία έξι εκατομμύρια αντίτυπα. Ίσως βέβαια η επιτυχία του αυτή να οφείλεται και στο γεγονός ότι η κυκλοφορία του βιβλίου (1974) ακολούθησε τη βράβευση του Böll με το βραβείο Νόμπελ (1972). Η ιδιαίτερη απήχηση του μυθιστορήματος εξηγείται βέβαια και από το ότι θίγει ένα ζήτημα βαθιά διχαστικό για την τότε Δ. Γερμανία. Να θυμίσουμε, επίσης, ότι στην Ελλάδα, το μυθιστόρημα διασκευάστηκε και ανέβηκε στο θέατρο Μαυρομιχάλη το 2017, με την τότε δίκη της Ηριάννας να εκτυλίσσεται παρουσιάζοντας ανησυχητικές αναλογίες με την υπόθεση του Böll.

Ποια είναι όμως η Καταρίνα Μπλουμ; H Καταρίνα είναι μια νεαρή γυναίκα φτωχής οικογενείας που δουλεύει σκληρά ως οικιακή βοηθός. Σε μια από τις λίγες ευκαιρίες χαλάρωσης, την ημέρα του καρναβαλιού της Κολωνίας, γνωρίζει σε ένα πάρτυ τον Γκέτεν, με τον οποίο και καταλήγει να περάσει την νύχτα. Αυτό που δεν γνωρίζει είναι ότι ο Γκέτεν καταζητείται ως ύποπτος για τρομοκρατία. Το πρωί, η αστυνομία εισβάλλει στο σπίτι του, αλλά ο Γκέτεν έχει ήδη διαφύγει και η Καταρίνα συλλαμβάνεται και ανακρίνεται ως ύποπτη για συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση και ευθύς αμέσως αρχίζει η διαπόμπευσή της από τον κίτρινο Τύπο – την «ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ» που ξεπερνάει κάθε όριο. Η κοινή γνώμη θα την κρίνει ένοχη και μαζί με την Καταρίνα, διασύρεται το όνομα της οικογένειάς της αλλά και του ζεύγους Μπλόρνα, των αφεντικών της. Η Καταρίνα, στη θέση του αδύναμου κρίκου, γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης των ανδρών που θα βρεθούν σε θέση ισχύος απέναντί της, είτε είναι αστυνομικοί είτε δημοσιογράφοι είτε πολιτικοί. Από μια ποθητή γυναίκα μεταμορφώνεται στα μάτια τους σε πορνίδιο, όταν αρνείται να ενδώσει στις απανωτές παρενοχλήσεις. Η αγριότητα με την οποία όμως αντιμετωπίζεται από τον εκάστοτε υπαλληλάκο, αλλά και τον μικροαστό που ανυπομονεί να διαβάσει το επόμενο επεισόδιο του εξευτελισμού της στην εφημερίδα, συντελλεί σταδιακά και στην «εξαγρίωση» της ίδιας της Καταρίνα, γεγονός που ο αναγνώστης μαθαίνει από την πρώτη σελίδα, αφού η πλοκή του βιβλίου ξεκινά από το τέλος – από τον τρόπο με τον οποίο έφτασαν τα πράγματα σε αυτό το σημείο. Ο υπότιτλος του μυθιστορήματος «πώς μπορεί να γεννηθεί και πού μπορεί να οδηγήσει η βία» ίσως προϊδεάζει τον αναγνώστη για το τέλος της ιστορίας αυτής. Την επιλογή του συγγραφέα να «προδώσει» από την αρχή το τέλος και στη συνέχεια να αφηγηθεί τα γεγονότα με ύφος δημοσιογραφικό, λες και γράφει τηλεγράφημα, παραθέτοντάς τα απλά και χωρίς συναίσθημα, μπορούμε να την εξηγήσουμε ως ειρωνεία: o Böll έρχεται να αφηγηθεί με ύφος δημοσιογραφικό μια ιστορία για τα κακώς κείμενα της δημοσιογραφίας.

Στο σημείο αυτό πρέπει να τονιστεί ότι το έργο αυτό έχει καταγγελτικό χαρακτήρα για γεγονότα που πράγματι συνέβησαν. Την εποχή που γράφεται το βιβλίο, κορυφώνεται η δράση της πασίγνωστης ακροαριστερής οργάνωσης R.A.F. (Φράξια Κόκκινος Στρατός) ή και σύμπλεγμα Μπάαντερ-Μάινχοφ, η οποία διεξήγαγε αντάρτικο πόλεων, δηλαδή προέβαινε σε ένοπλες επιθέσεις κατά πολιτικών στόχων (χαρακτηριστικότερη η ένοπλη επίθεση στο Γενικό Αρχηγείο των αμερικανικών δυνάμεων κατοχής στη Φρανκφούρτη το 1972). Μάλιστα, την ίδια χρονιά συνελήφθησαν η γνωστή δημοσιογράφος Μάινχοφ, αλλά και ο Μπάαντερ και τέθηκαν σε κράτηση υπό μάλλον απάνθρωπες συνθήκες στα λεγόμενα «λευκά κελιά». Το σημείο που πρέπει να μας απασχολήσει είναι το παρελθόν της Μάινχοφ, που από αναγνωρισμένη δημιοσιογράφος και μέλος του σοσιαλοδημοκρατικού κόμματος της Γερμανίας, παράτησε τόσο τη δουλειά της όσο και την οικογένειά της, για να στραφεί στον ένοπλο αγώνα. Όπως φαίνεται και από τα άρθρα της ως δημοσιογράφος, έφτασε να θεωρήσει ότι η μόνη απάντηση στην κρατική βία είναι η ίδια η άσκηση βίας.

Στην εκστρατεία της τότε κυβέρνησης της δυτ. Γερμανίας κατά της RAF, είναι ευρέως αποδεκτό ότι συμμετείχε και ο κίτρινος τύπος, δηλαδή η γνωστή μέχρι και σήμερα εφημερίδα Bild. Είναι λοιπόν προφανές ότι η αναφερόμενη ως «ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ» στο βιβλίο είναι η συγκεκριμένη εφημερίδα. Άλλωστε, σημειώνεται και από τη Σ. Τριανταφύλλου στο προοίμιο του βιβλίου ότι ο Böll είχε δηλώσει ότι «ομοιότητες με την εφημερίδα Bild δεν είναι ηθελημένες, είναι απλώς αναπόφευκτες».

Στην ανάλυση του βιβλίου κυριαρχεί ο ρόλος του Τύπου, θεματική σίγουρα ενδιαφέρουσα και ιδιαίτερα επίκαιρη σήμερα, στην εποχή των fake news. Άποψη του γράφοντος είναι, όμως, ότι δεν πρέπει να σταθούμε μόνο σε αυτό το σημείο· Η Καταρίνα δεν εξευτελίζεται από τον Τύπο, μόνο και μόνο επειδή έτυχε να βρίσκεται στο λάθος σημείο. Είναι γυναίκα και άτομο χαμηλότερης κοινωνικής τάξης, γι’ αυτό και εύκολο θύμα διαδοχικών σεξουαλικών παρενοχλήσεων. Η σεξιστική αντιμετώπιση που δέχεται η γυναίκα αυτή παρατηρείται παντού στο κείμενο, αν το παρατηρήσει ο αναγνώστης. Χαρακτηριστικός είναι ο διάλογος μεταξύ αυτής και των αστυνομικών όπου η Καταρίνα αναφέρει: «γνωρίζω τόσο πολλές γυναίκες μόνες, που μεθάνε το βράδυ μόνες μπροστά στην τηλεόραση».

Ξαναδιαβάζοντας τον υπότιτλο του βιβλίου, «πώς γεννάται η βία», θα σκεφτεί κανείς ότι κατά τον Böll η βία γεννάται από το σεξισμό, τις ταξικές διακρίσεις και τον αδιάντροπο Τύπο· θύτης, όμως, για τον Böll δεν είναι απλώς ο σεξιστής ή ο ανήθικος δημοσιογράφος, αλλά ο εκάστοτε μικροαστός που στα πλαίσια του «καθήκοντος» βιαιοπραττεί, μένοντας ατιμώρητος. Λέμε βιαιοπραττεί, γιατί ο δημόσιος εξευτελισμός είναι βία, οι ανακρίσεις αστυνομικών για τη σεξουαλική ζωή κάποιου αποτελεί επίσης βία, μόνο που και στις δύο περιπτώσεις θεωρούνται νόμιμη βία που άσκουν όσοι έχουν το προνόμιο-αρμοδιότητα να την ασκήσουν. Η βία, λοιπόν, είναι απότοκος του κοινωνικού κανιβαλισμού των σύγχρονων κοινωνιών. Με έντονο και το στίγμα του γερμανικού παρελθόντος, ο συγγραφέας μιλάει για την ενοχή της κοινωνίας που απλώς παρατηρεί, τον υπάλληλο που «απλώς κάνει τη δουλειά του», ενώ μπροστά του διαδραματίζονται εγκλήματα των οποίων την ύπαρξη κανείς δεν παραδέχεται…

Τι σκέψεις γεννιούνται μέσα στο μυαλό ενός αδιάβλητου υπαλλήλου, ο οποίος δεν κάνει τίποτε άλλο πέρα από τη δουλειά του, ο οποίος ούτως ειπείν κάνει το (ενδεχομένως απωθητικό) καθήκον του… Συμβαίνουν τόσο πολλά στο προσκήνιο – κι ακόμα περισσότερα στο παρασκήνιο.

εικόνα άρθρου (Η χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ, του Heinrich Böll)

Η χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ, του Heinrich Böll
Μετάφραση: Δημήτρης Δημοκίδης
Εκδόσεις Μεταίχμιο
σελ. 208

για το Artcore γράφει:
Δεβελέκος Παναγιώτης

_
αντί βιογραφικού
εικόνα αρθρογράφου (Artcore)

σχετικά με τον αρθρογράφο
Artcore

Επειδή ξέρουμε πόσο θα θέλατε να μιλήσετε σε γνωστούς αγαπημένους και νέους αλλά πολλά υποσχόμενους δημιουργούς, αλλά πού να τρέχετε τώρα, θα το κάνουμε εμείς στο Artcore, δηλαδή οι Αrtκόρες και Artκούροι που μαζί αποτελούμε μια πολυσχιδή και αρμονική (4 με 6 κάθε απόγευμα) προσωπικότητα υψηλού δημοσιογραφικού κύρους που ζεί για να ρωτάει και ρωτάει για να ζήσει (αυτό και εσείς) καλύτερα… Επίσης η ιδία περσόνα θα είναι υπεύθυνη για την προώθηση δημιουργών, ομάδων, συγκροτημάτων, χώρων, εκδηλώσεων, λιτανειών, γάμων και βαπτίσεων, με (ατυπικά) δελτία τύπου και λοιπά κουραφέξαλα τα οποία θα δημοσιεύονται ανά καιρούς σε άλλα μέσα, διαδικτυακά και μή (χειρότερα). Ευχαριστούμε.

Artcore magazine's footer