Κριτικές βιβλίων

επιλογή γλώσσας
choose language

Βιβλιοθήκη Αναστασία Δημακοπούλου

Η αποικία της λήθης, της Κλαίρης Θεοδώρου

«Είναι πολύ άσχημο να μην έχει κανείς μέλλον, είναι όμως κυριολεκτικά αφόρητο το να μην έχει παρελθόν». Ένα θέμα πρωτότυπο από τη μια, επώδυνο και σκληρό από την άλλη.

εικόνα εξωφύλλου άρθρου (article's cover image)

«H Aποικία της Λήθης» είναι ένα ιδιαίτερο βιβλίο, με σπαρακτικές ανθρώπινες ιστορίες που σε ρουφούν συναισθηματικά σαν μια τερατώδη ηλεκτρική σκούπα, σε απογυμνώνουν και σε αφήνουν στο έλεος της λήθης. «Η Αποικία» της Κλαίρης είναι ξέχειλη από αναμνήσεις που ξερνούν ανθρώπινο πόνο. Καθώς όμως είναι πια παραφουσκωμένη, έρχεται η μοιραία στιγμή που η μνήμη τις επαναφέρει, γιατί ο βουβός πόνος της λήθης είναι αβάσταχτος, και μόνο η μνήμη μπορεί να την αλαφρύνει.

Ένα επώδυνο οδοιπορικό στην διαπόμπευση που επιφέρει το ψυχιατρικό ιστορικό της οικογένειας, η άρνηση και η αποπομπή μελών της σε ψυχιατρικές κλινικές, ο εγκλεισμός και η ιδρυματοποίηση για την αποφυγή της κοινωνικής κατακραυγής είναι ο κύριος πυρήνας αυτού του μυθιστορήματος. Ποικίλα άλλα ζητήματα πλαισιώνουν το κυρίως θέμα, όπως η πορνεία, η ζοφερότητα του κόσμου της νύχτας, η εκμετάλλευση, η απαξίωση της ανθρώπινης υπόστασης, πάθη, ανήθικοι έρωτες, φιλίες κ.ά. Και είναι αυτές οι παράμετροι που σε κάνουν να σκεφτείς ότι και οι λανθασμένες αποφάσεις είναι ανθρώπινες και γίνονται μαθήματα ζωής.

Η ιστορία ξετυλίγεται μέσα από τους σπαρακτικούς μονολόγους των κεντρικών προσώπων, σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση. Όσο το βιβλίο πλησιάζει στο τέλος, μας προσφέρει μια ολοκληρωμένη εικόνα για τα πρόσωπα που εναλλάσσονται, ένα ψυχογράφημα που διαβάζεται απνευστί.

Χρονικά, η ιστορία τοποθετείται σε δύο περιόδους. Ξεκινά το 1975, όταν ο δεκαεξάχρονος Άλκης, ο μονοχογιός της οικογένειας Κομνηνού, μεταφέρεται εσπευσμένα στο ψυχιατρείο-Αποικία της Λέρου, ωστόσο με ψεύτικα χαρτιά, αφού δεν πάσχει από κάποια ψυχική νόσο. Δεκάδες ανθρώπινες ψυχές, δεμένες χειροπόδαρα, στοιβαγμένες στο μικρό αμπάρι ενός αρματαγωγού του Πολεμικού Ναυτικού, πορεύονται σ’ ένα ταξίδι χωρίς εισιτήριο επιστροφής — ένα ταξίδι με προορισμό τη λήθη.

Ποια είναι άραγε τα οικογενειακά μυστικά που καταδικάζουν άτομα και καταστάσεις στη λήθη, υφαίνοντας γύρω τους ένα πέπλο απόλυτης σιωπής, εγκλωβίζοντάς τα σε ένα περιβάλλον τρόμου και απάνθρωπης διαβίωσης; Πόσο ακόμη ο Δημοσθένης, ο πατέρας της οικογένειας, θα κρύβεται από τις ερινύες, υπομένοντας βουβά ένα μαρτύριο που τον έχει καταντήσει άψυχο πλάσμα στον κόσμο των ζωντανών; Για πόσο καιρό ακόμη θα κρύβει την αλήθεια σχετικά με το παρελθόν του, παραπλανώντας το περιβάλλον του και οδηγώντας εαυτόν στην κατάθλιψη; Σύμφωνα με τη συγγραφέα, είναι πολύ άσχημο να μην προβλέπεται για το άτομό σου μέλλον. Όμως, ποιος μπορεί να ζήσει, όταν αγνοεί τις ρίζες του;

Αρκετά χρόνια αργότερα, το 1991, η Έλλη –τραγική φιγούρα της οικογένειας Κομνηνού– αποφασίζει ν΄αναλάβει ενεργό δράση, ερευνώντας αρχεία και μαρτυρίες ενός καλά θαμμένου μυστικού, ώστε να ξεδιαλύνει το θολό τοπίο του οικογενειακού παρελθόντος. Kαθώς όμως φτάνει στο τέλος, είναι αδύνατο να πιστέψει οτιδήποτε έχει ανακαλύψει, αρνείται τη νέα πραγματικότητα που ήρθε στο φως και της προκαλεί έκπληξη και δέος.

Η συγγραφέας καταπιάνεται μ’ ένα θέμα πρωτότυπο από τη μια, επώδυνο όμως και σκληρό από την άλλη. Γροθιά στο στομάχι για όσους εθελοτυφλούν, δίχως το σθένος να κοιτάξουν κατάματα την αλήθεια. Αναφέρομαι στην κοινωνική προκατάληψη με την οποία αντιμετωπίζονται τα ευαίσθητα ψυχικά θέματα, που καταδικάζει ανθρώπινες οντότητες σε μια ανυπαρξία και απομόνωση χειρότερη από εκείνη που επιβάλλεται στους εγκληματίες. Διότι ένα κακοποιό στοιχείο γαντζώνεται από την ελπίδα πως κάποια στιγμή θα επιστρέψει σπίτι, όμως ένας ψυχικά ασθενής έχει να ελπίζει μονάχα στο απόλυτο τίποτα, λησμονημένος από κοινωνία και οικογένεια. Ένα εξαιρετικό ψυχογράφημα για τους ψυχικά νοσούντες της αποικίας της Λέρου.

Έτσι, γνωρίζουμε τον Στάθη. Η φιλία του με τον Άλκη υπήρξε ο μοναδικός φάρος βοήθειας μέσα στην ανυπαρξία του, αλλά δυστυχώς έμελλε να τελειώσει πρόωρα. Παράλληλα, μαθαίνουμε και τη σπαρακτική ιστορία της Φωτεινής, ασύλληπτα σοκαριστική, που φανερώνει πόσο μπορεί να υποβιβαστεί η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, όταν το μυαλό παίζει άλογα παιχνίδια. Και δεκάδες ακόμη παρόμοια περιστατικά ανθρώπινων ψυχών, καταδικασμένων στην παρακμή, έρμαια ανεύθυνων διευθυντικών στελεχών, ενός συστήματος που «προσποιείτο».

Η έρευνα της συγγραφέα εκτενής και πολύπλευρη, ενώ αξιόλογη είναι και η ευαισθησία με την οποία χειρίζεται το θέμα και τις σχετικές μαρτυρίες. Η μυθοπλασία της, χωρίς να παρεκκλίνει από το ιστορικό πλαίσιο, στήνει μία ιστορία που κερδίζει τον αναγνώστη και τον απογειώνει συναισθηματικά. Η γραφή της –απαλλαγμένη από λυρικότητες και περίτεχνα σχήματα– ρέει αβίαστα, με ζωντανές περιγραφές και εικόνες που αντικατοπτρίζουν μια αλήθεια που καθηλώνει. Κάθε κεφάλαιο είναι και μία ιστορία, που έχει να σου δώσει και να σου μάθει πολλά. Το τέλος δεν είναι ευχάριστο για όλα τα πρόσωπα του βιβλίου, αφού η ιστορία της συγγραφέα εμπνέεται από γεγονότα, μια πραγματικότητα που –σε αντίθεση με τα παραμύθια– δεν έχει πάντα happy end.

Κλείνοντας, θα ήθελα να ευχαριστήσω τη συγγραφέα για την εμπειρία που μας προσέφερε. Εύχομαι να συνεχίσει να μας χαρίζει αξιόλογα βιβλία!

Get Adobe Flash player

εικόνα άρθρου (article's image)

Η αποικία της λήθης, της Κλαίρης Θεοδώρου
Εκδόσεις Μεταίχμιο
σελ. 416

εικόνα αρθρογράφου (article's author)

σχετικά με τον αρθρογράφο Αναστασία Δημακοπούλου

Το όνομά μου είναι Αναστασία. Γεννήθηκα και μεγάλωσα σ΄ένα μικρό χωριό έξω από τον Πύργο του Ν. Ηλείας. Μετακόμισα στην Αθήνα, όταν ξεκίνησα τις σπουδές μου στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο στο τμήμα Φιλοσοφίας - Παιδαγωγικής – Ψυχολογίας με υποτροφία απο το Λάτσειο ίδρυμα. Μετά το πέρας των σπουδών μου, παντρεύτηκα και πλέον είμαι μητέρα δύο υπέροχων παιδιών, της δεκαεπτάχρονης Κέλλυς και του εντεκάχρονου Σταύρου. Δούλεψα αρκετά χρόνια στον ιδιωτικό τομέα, ανέκαθεν όμως έτρεφα λατρεία για τη λογοτεχνία, αφού ένα βιβλίο μου κρατούσε συντροφιά όλη την ημέρα, σε μετρό, λεωφορεία κ.ά. Πλέον, που έχω περισσότερο ελεύθερο χρόνο και τα παιδιά μου έχουν μεγαλώσει αρκετά, έχω αφοσιωθεί στην ανάγνωση και τη μελέτη βιβλίων της σύγχρονης λογοτεχνίας κυρίως.