Άρθρα :: Βιβλιοσκόπιο articles :: selected column

επιλογή γλώσσας
choose language

Τζον Τσίβερ: «Μινιατουρίστας» της καθημερινής ζωής

εικόνα εξωφύλλου άρθρου (Τζον Τσίβερ: «Μινιατουρίστας» της καθημερινής ζωής)

Ο Τζον Τσίβερ γεννήθηκε στο Ουόλστοουν της Μασαχουσέτης στις 27/5/1912. Παρότι οι ρίζες του γενεαλογικού του δένδρου φτάνουν στους πρώτους αποικιοκράτες της Μασαχουσέτης, η οικογένεια Τσίβερ δεν αποτελεί παράδειγμα εύπορης πουριτανικής οικογένειας. Με το ξέσπασμα του κραχ των Kreuger and Toll to 1932, ο πατέρας του Τσίβερ, Φρέντερικ, χάνει και το τελευταίο περιουσιακό του στοιχείο, τη βικτωριανή πατρική κατοικία στην οδό Winthrop. Την ίδια χρονιά, ο Τζον και ο αδερφός του μετακομίζουν στη Βοστώνη. Το 1935 δημοσιεύεται το πρώτο διήγημα του Τσίβερ «Buffalo» από το περιοδικό The New Yorker. To 1964 δημοσιεύεται το διήγημα για το οποίο ο Τσίβερ έχει λάβει και τη μεγαλύτερη μνεία, «The Swimmer», το οποίο μεταφέρεται και στη μεγάλη οθόνη το 1966 με πρωταγωνιστή τον Μπαρτ Λάνκαστερ. Παράλληλα με την νεοαποκτηθείσα αναγνώρισή του από το αμερικανικό κοινό ως διηγηματογράφος, ο Τσίβερ βρίσκεται αντιμέτωπος με τους προσωπικούς του δαίμονες: τον αλκοολισμό και την αμφισεξουαλικότητά του. 

Η καθιέρωση έρχεται τελικά, όχι με κάποια συλλογή διηγημάτων αλλά με την έκδοση του μυθιστορήματός του, “Falconer”, εν έτει 1977. Το 1978, ο αρχισυντάκτης των The New York Times Book Review, John Leonard, θα ανακηρύξει τον Τσίβερ «Τσέχωφ των προαστίων». Μολονότι αυτός ο χαρακτηρισμός είναι μάλλον υπεραπλουστευτικός, καθώς οι δύο δημιουργοί είχαν περισσότερες διαφορές παρά ομοιότητες, καταφέρνει να φωτίσει δύο βασικούς άξονες της τεχνοτροπίας τους. Και οι δύο αφοσιώθηκαν στο να αποδώσουν αριστοτεχνικά την ρευστότητα της καθημερινής ζωής. Και οι δυο αποδεικνύονται εραστές της λεπτομέρειας, στην οποία και εμμένουν, αποδίδοντάς την με αξιομνημόνευτο λυρισμό. Ο Τσίβερ θα προλάβει να δει ακόμη ένα μυθιστόρημά του να εκδίδεται, το “On What a Paradise It Seems”. Τον Απρίλη του 1982 και μερικές εβδομάδες πριν από τον θάνατό του από καρκίνο, βραβεύεται με το Εθνικό Μετάλλιο Λογοτεχνίας.

Ο Τζον Τσίβερ ανήκει σε εκείνη τη κατηγορία συγγραφέων που ναι μεν δημιούργησαν αίσθηση με το έργο τους κατά τη διάρκεια της ζωής τους όμως κατάφεραν να αναγνωριστούν πλήρως μετά το θάνατο τους. Η αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για το έργο του Τσίβερ συμπίπτει χρονικά με τον θάνατο δύο συνοδοιπόρων του στην ηθογραφία της αμερικανικής ζωής του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα, του Άπνταικ το 2009 και του Σάλιντζερ το 2010. Ο χαμός τους δημιουργεί ένα τεράστιο κενό στην αμερικανική λογοτεχνία μικρής φόρμας, ενώ ταυτόχρονα ξανανοίγει ο διάλογος για τη σημασία του διηγήματος ως λογοτεχνικό είδος. Αναμφίβολα, στον επαναπροσδιορισμό της λογοτεχνικής αξίας του Τσίβερ διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο η έκδοση της βιογραφίας του, “Cheever: A Life” δια χειρός Μπλέικ Μπέιλι.

εικόνα άρθρου (Τζον Τσίβερ: «Μινιατουρίστας» της καθημερινής ζωής)

Από το 2013, «Ο Κολυμβητής και Άλλες Ιστορίες» είναι «τοποθετημένες» στις προθήκες των ελληνικών βιβλιοπωλείων, μεταφρασμένες εξαιρετικά από τον κ. Κωστή Καλογρούλη, από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Το έργο του Τζον Τσίβερ έχει διαιρεθεί από τη λογοτεχνική κριτική σε τέσσερις συμβατικές κατηγορίες: στις ιστορίες της Νέα Υόρκης και των αστικών πεδίων γενικότερα, στις ιστορίες Διακοπών, στις ιστορίες Εκπατρισμού και τέλος στις ιστορίες Προαστίων. Τα τέσσερα πρώτα διηγήματα της συλλογής του «Κολυμβητή» («Το Καψουροτράγουδο», «Το Τεράστιο Ραδιόφωνο», «Τα Χριστούγεννα είναι μια μελαγχολική περίοδος για τους φτωχούς», «Ώ πόλη των τσακισμένων ονείρων») ανήκουν στον κύκλο διηγημάτων της Νέας Υόρκης και θεωρούνται από τα πιο ζοφερά και σκοτεινά του συγγραφέα. Οι ήρωές του είναι άλλοτε ζευγάρια που έχουν μόλις καταφθάσει από τα νότια ώστε να διεκδικήσουν κι αυτοί μια θέση στην πόλη των θαυμάτων και άλλοτε κάποιο ζευγάρι που φαινομενικά βιώνει ήδη το αμερικάνικο όνειρο. Και στις δύο περιπτώσεις, οι ήρωες απειλούνται είτε από τον πειρασμό που πάντα ελλοχεύει στους φανταχτερούς διαδρόμους του Radio City είτε από το ράγισμα της καλογυαλισμένης επιφάνειας που έχουν επιλέξει να ονομάσουν καλή, έντιμη και ευυπόληπτη ζωή.

Οι επόμενες πέντε ιστορίες της συλλογής ανήκουν σε εκείνη την περίοδο κατά την οποία ο Τσίβερ θα εγκαταλείψει τα μεγάλα αστικά κέντρα για να ζήσει μία πιο φιλήσυχη και ειρηνική ζωή στα προάστια. Τοποθετεί, λοιπόν, τους ήρωές του σε ένα μυθοπλαστικό, παράλληλο σύμπαν, το Σέιντι Χιλ, γνωστό και ως Cheeverland ή Cheever Country. Σε αυτόν τον τόπο οι άνθρωποι παρουσιάζονται ως εύποροι, εύθυμοι και ανέμελοι και η ζωή τους γεμάτη από πάρτι και φιλανθρωπικά γκαλά. Φαίνεται να αγνοούν πως η ζωή είναι μια συνεχής ροή και μπορεί ανά πάσα στιγμή να ανατρέψει την πεισματάρικη πορεία τους. Ο δημιουργικός αυτός κύκλος του Τσίβερ γέννησε και τα μεγαλύτερα αριστουργήματα του, τον «Διαρρήκτη του Σέιντι Χιλ» και τον «Κολυμβητή». «Ο Διαρρήκτης» στην ουσία είναι μια σάτιρα των ηθών και των αξιών της αμερικανικής κοινωνίας, καθώς ο ήρωας, Τζόνι Χέικ, επιλέγει να ονομάσει ως πιο θανάσιμη αμαρτία την κλοπή από όσες άλλες έχει διαπράξει κατά καιρούς. Με αυτό το διήγημα, που εντωμεταξύ βρίθει από black humor, ο Τσίβερ καυτηριάζει με έμμεσο τρόπο το μέγιστο αγαθό για τους Αμερικανούς: την ιδιοκτησία. «Ο Κολυμβητής» θα μπορούσε να θεωρηθεί λογοτεχνικό αδελφάκι του «Διαρρήκτη». Αυτό το λογοτεχνικό διαμάντι αφηγείται με σουρεαλιστικό τρόπο τον «Ηράκλειο» άθλο που έχει αναλάβει ο «πάντα νέος», Νεντ Μέριλ͘, να διασχίσει τον δρόμο για το σπίτι του κολυμπώντας. Στην πορεία του ταξιδιού του θα ανακαλύψει πολλές από τις παγίδες της επιφανειακής ζωής της ανώτερης αστικής τάξης και θα αντιμετωπίσει το δικό του υπαρξιακό κενό.

Παρά την προσπάθεια της λογοτεχνικής κριτικής να τον καταχωρίσει ως έναν εκφραστή της ανώτερης αστικής τάξης, το ίδιο το έργο του Τσίβερ και η θεματική του αποδεικνύουν ακριβώς το αντίθετο. Αυτά που συμβαίνουν στους ήρωες του θα μπορούσαν να συμβούν στον καθένα: μοιχείες, κοινωνικοί στιγματισμοί, κάλπικες, διαπροσωπικές σχέσεις. Ο ίδιος ο Τσίβερ δεν έβλεπε τον εαυτό του ως έναν υπερασπιστή της αστικής και προαστιακής ζωής ούτε το έργο του ως μέσο προβολής μιας τέτοιας πραγματικότητας. Αντίθετα, θεωρούσε πως ο σημαντικότερος λόγος για να γράφει κανείς διηγήματα είναι «για να διαβάζονται από καλά ενημερωμένους/ες άντρες και γυναίκες, που συνειδητοποιούν πως η αφηγηματική πεζογραφία μπορεί να συμβάλλει στην επικοινωνία μεταξύ τους αλλά και στην κατανόηση του αποπροσανατολισμένου κόσμου που μας περιβάλλει».

Το παρόν άρθρο το αφιερώνω στον Αντώνη που με προέτρεψε να βουτήξω στον θαυμαστό κόσμο του Τζον Τσίβερ.

Κείμενα (Πηγές)

  • http://www.loa.org/images/pdf/Cheever_Why_I_Write_Short_Stories.pdf
εικόνα αρθρογράφου (Αναστασία Βράτζια)

σχετικά με τον αρθρογράφο
Αναστασία Βράτζια

Η Αναστασία Βράτζια γεννήθηκε στην Κολωνία της Γερμανίας στις 15 Ιουνίου 1992 (που συνέπεσε ημερολογιακά και με την Αργία του Αγίου Πνεύματος, βεβαίως, βεβαίως). Ως εκ τούτου, λατρεύει τις αργίες και τις περνά διαβάζοντας οτιδήποτε μπορεί να την διαβάσει και ακούγοντας τα άπαντα των Joy Division (με μια ιδιαίτερη αδυναμία για τον δίσκο τους “Still”). Τις «κανονικές» μέρες, κατά κόσμον λεγόμενες και ως εργάσιμες, σπουδάζει Αγγλική Φιλολογία στο ΑΠΘ.

Artcore magazine's footer