Άρθρα :: Βιβλιοσκόπιο articles :: selected column

επιλογή γλώσσας
choose language

Το ξημέρωμα είναι σφαγή κύριε Κρακ

εικόνα εξωφύλλου άρθρου (Το ξημέρωμα είναι σφαγή κύριε Κρακ)

Με τον παράδοξο αυτό τίτλο ο Θωμάς Τσαλαπάτης κάνει ντεμπούτο στην ποίηση. Ο κύριος Κρακ, ο χαρακτήρας που περιδιαβαίνει τα περισσότερα ποιήματα του συγγραφέα είναι ο άνθρωπός μας. Είναι αυτός που φοβάται τις συναντήσεις με γνωστούς, αναμετράται με γίγαντες της λογοτεχνίας, δεν κοιμάται τις νύχτες γιατί στον ύπνο φωλιάζουν οι μεγαλύτεροι φόβοι του και κάποιες φορές τριγυρνάει στην πόλη διάφανος.

«Το ξημέρωμα είναι σφαγή κύριε Κρακ» χαρίζει στο δημιουργό το κρατικό βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα για το 2012.Μεγαλύτερη αξία από το βραβείο όμως έχει το συγγραφικό στοίχημα που κερδίζει, αφού ξεδιπλώνει την ποίησή του με όχημα τη φόρμα του διηγήματος. Το εγχείρημα δύσκολο εξ αρχής γιατί εύκολα στο κείμενο μπορεί να υπερισχύσουν οι κανόνες του διηγήματος και του πεζού λόγου έναντι της ποίησης που είναι και η αρχική πρόθεση. Η ποίηση όμως έχει το πάνω χέρι σχεδόν σε όλα τα πονήματα του Τσαλαπάτη για δύο βασικούς λόγους: πρώτον γιατί ο ρυθμός που διαθέτει ο συγγραφέας –ίσως και λόγω της ιδιότητας του ως stand up comedy ηθοποιού- αποβαίνει καταλυτικός για τον χαρακτήρα του κειμένου και κατά δεύτερον ενώ σε κάθε διήγημα-ακόμη και στα μικρότερα του είδους-έχουμε σκιαγράφηση χαρακτήρων, πλοκή, αρχή και τέλος και κάποιου είδους κάθαρση, στα εν λόγω ποιήματα οι χαρακτήρες μένουν απρόσωποι και μετέωροι σε ένα μικρό σύμπαν που δεν δίνεται μια τελική λύση.

Ο χρόνος, οι φοβίες του σύγχρονου ανθρώπου και όσα απωθούμε στα βάθη της ψυχής μας είναι μερικά από τα βασικά θέματα που προσεγγίζει ο συγγραφέας με υπερρεαλιστικά σχήματα, αστείρευτο χιούμορ και μια ονειρική προοπτική που μετατρέπει κάθε κείμενο σε πίνακα ζωγραφικής με ολοκάθαρες θαμπές εικόνες. Ιδιαίτερη θέση σε όλο το έργο κατέχει η χιουμοριστική διάθεση του συγγραφέα που διαφοροποιείται από σημείο σε σημείο και φαίνεται να λειτουργεί άλλοτε ανατρεπτικά, άλλοτε υπογραμμίζοντας έννοιες, το βασικότερο όμως πανταχού παρούσα έτοιμη να χιμήξει.

Το στοιχείο που κατά τη γνώμη μου κάνει το βιβλίο σημαντικό, πέρα από τη φόρμα του έργου, το περιεχόμενο και τα εκφραστικά σχήματα, έγκειται στο γεγονός ότι ο συγγραφέας είναι ένας άνθρωπος της εποχής μας που αποφασίζει να καταγράψει την προσωπική του αλήθεια χρησιμοποιώντας σύγχρονη γλώσσα, δεν πέφτει στην παγίδα αντιγραφής ύφους-και το ακόμη χειρότερο αντιγραφής λέξεων- ενός από τους σπουδαίους ποιητές του παρελθόντος και μας δίνει μια εξαιρετική πρώτη ποιητική εργασία φτιαγμένη με υλικά του καιρού μας. Θα προέτρεπα, λοιπόν, και αυτούς που διαβάζουν ποίηση αλλά και εκείνους που δεν την έχουν ως πρώτη επιλογή να δώσουν μια ευκαιρία στον κύριο Κρακ να τους ξεναγήσει σε έναν οικείο διαφορετικό κόσμο.

Highlight: «Θέλω να σου εξομολογηθώ κάτι κύριε Κρακ».

Ήμαστε μικροί, πολύ μικροί τότε. Μόλις 3 εκατοστά. Αχ, μέσα στο χώμα, η ζωή μέσα στο χώμα , μακριά από ψεύτικες ανέσεις, ανατομικές πολυθρόνες , ασφαλιστές, βουλωμένους νιπτήρες, σαββατιάτικες εξόδους.

Την άνοιξη μαζεύαμε χορτάρια και τα βράζαμε. Το καλοκαίρι που τα χόρτα ξεραίνονταν μαζεύαμε χώμα και το βράζαμε (δεν το τρώγαμε , απλώς το βράζαμε.) Το χειμώνα στην πόλη τρώγαμε τσιμέντο . Στην γεύση μάλλον μοιάζει με το χώμα , αλλά είναι λίγο πιο βαρύ στη χώνεψη. Το φθινόπωρο δεν τρώγαμε τίποτα .Το τίποτα είναι ελαφρύ στη χώνεψη, αλλά κολλάει στα δόντια.

Μια μέρα ξαφνικά μεγαλώσαμε. Αυτοί που μας υποσχέθηκαν πως δεν θα πληγωθούμε μας είπανε ψέματα. Από τότε, όποτε βλέπουμε μυρμήγκια, τα λιώνουμε με τους αντίχειρες μας. Ο φθόνος οδηγεί τις κινήσεις μας.

Υ.Γ. «Το ξημέρωμα είναι σφαγή κύριε Κρακ» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εκάτη.

εικόνα αρθρογράφου (Γιάννης Νάκος)

σχετικά με τον αρθρογράφο
Γιάννης Νάκος

Οι πρώτες έντονες αναμνήσεις που έχω από λογοτεχνικά βιβλία, είναι τον εαυτό μου να διαβάζει ενθουσιασμένος τις καθηλωτικές περιπέτειες του Ιούλιου Βερν εκεί γύρω στα δέκα. Από τότε πέρασαν αρκετά χρόνια• η περιέργεια μου για τα βιβλία παρέμεινε και όταν ασχολήθηκα επαγγελματικά με το χώρο του βιβλίου δυνάμωσε ακόμη περισσότερο. Ένα ερώτημα που με απασχολούσε πολλές φορές είναι γιατί διαβάζουμε. Την πιο περιεκτική απάντηση στο ερώτημα τη βρήκα σε ένα υπέροχο άρθρο του Ουμπέρτο Εκο. Μεταξύ άλλων γράφει ο μεγάλος δάσκαλος: «Διαβάζουμε βιβλία για να ζούμε περισσότερο και επειδή εκείνο το τμήμα της περισσότερης ζωής που κατακτά κανείς δεν κάνει διάκριση ανάμεσα σε μεγάλα έργα τέχνης και σε ψυχαγωγική λογοτεχνία μην αφήνετε να σας εκβιάζουν όσοι λένε ότι πρέπει να διαβάζουμε μόνο σημαντικά βιβλία. Έχω ζωηρές και υπέροχες αναμνήσεις από βιβλία ίσως ανούσια, τα οποία όμως μου τροφοδότησαν μακρά απογεύματα έξαρσης. Είμαι πολύ ευγνώμων σε όλους εκείνους οι οποίοι γράφοντας για μένα , μου προσέφεραν μία ζωή τόσο μεγάλη ώστε δεν κατορθώνω να τη θυμηθώ όλη μονομιάς και πρέπει να τη θυμάμαι με δόσεις.» Γι αυτήν την περισσότερη ζωή που κατέκτησα και θα κατακτήσω θέλω να γράψω. Πάμε λοιπόν…

Artcore magazine's footer