Άρθρα :: Βιβλιοσκόπιο articles :: selected column

επιλογή γλώσσας
choose language

Κύριε Τολστόι, συγνώμη

εικόνα εξωφύλλου άρθρου (Κύριε Τολστόι, συγνώμη)

Tι είναι η κλασσική λογοτεχνία; Πού να την εντάξω, πώς να της φερθώ, σε ποιον ορισμό να την χωρέσω έτσι «τεράστια» που είναι;

Άπειροι ορισμοί, αναρίθμητες διαφωνίες και χιλιάδες επιχειρήματα στο τραπέζι για το ποια είναι τα χαρακτηριστικά που οφείλει να έχει ένα βιβλίο προκειμένου να «απολαύσει» την ασφάλεια και το αδιαμφισβήτητο κύρος που προσφέρει το «υψηλό» ράφι της Κλασσικής Λογοτεχνίας. Κάποιοι, κακώς, το έχουν καταστήσει άφταστο το ρημάδι το ράφι. Γιατί;

Κάπου είχα διαβάσει (αλήθεια δεν έχω ιδέα πού) ότι η κλασσική λογοτεχνία είναι η λογοτεχνία που όλοι γνωρίζουν και κανείς δεν έχει διαβάσει. Όταν το διάβασα στην αρχή χαμογέλασα, έπειτα συμφώνησα και στο τέλος εκνευρίστηκα. Εκείνη την στιγμή δεν είχα συνειδητοποιήσει πλήρως τον λόγο για τον οποίο συγχύστηκα. Πλέον νομίζω ότι μάλλον τον βρήκα…

Συγχύστηκα για την δυσκαμψία την οποία έχουμε προσδώσει στην κλασσική λογοτεχνία, την τετραγωνικότητά της, το πομπώδες ύφος της, «τη βαριά της ανάσα» από τα πολλά χρόνια που κουβαλάει στην πλάτη της και τα κραδαίνει σαν παράσημα. Και ποιός είπε ότι ένα βιβλίο οφείλει να είναι βαρύ, δύσκαμπτο, ασήκωτο με πέντε στρώσεις σκόνη για να είναι οικουμενικό και σημείο αναφοράς ανά τους αιώνες; Τι κριτήριο κι αυτό να πρέπει ντε και καλά ο συγγραφέας να μας έχει αφήσει πενθούντες δεκαετίες τώρα προκειμένου να μπει στο «υψηλό» ράφι. Και τι υποκρισία, ε; Οικουμενική και πανανθρώπινη σου λέει η λογοτεχνία αυτή. Μα ποιος ορίζει την οικουμενικότητα του βιβλίου; Εγώ δεν είμαι ένα κύτταρο αυτής της οικουμενικότητας; Κι αν εγώ δε νιώθω τίποτα να σπαρταράει μέσα μου διαβάζοντας Hawthorne ή Honore de Balzac; Κι αν εγώ δε μπορώ να ταυτιστώ με την Elizabeth Bennet και δεν κατανοώ σε βάθος το μεγαλείο του «Πόλεμος και Ειρήνη»; Θα έπρεπε να ανησυχήσω για την «πνευματικότητά» μου, θα έπρεπε να νιώσω μια κάποια κατωτερότητα γιατί δε διάβασα τους μέγιστους κλασσικούς λογοτέχνες; Ή μήπως το ότι δεν διάβασα κάποιον κλασσικό μου στερεί το δικαίωμα να μιλήσω για βιβλία;

Ας προχωρήσουμε όμως και λίγο παραπέρα… Μπορεί να υπάρξει αντικειμενικά καλό βιβλίο; Μα πώς να υπάρξει τέτοιο πράμα αφού είμαστε έξι δις εγκέφαλοι εδώ κάτω (βλ. Γη) με 6 δις διαφορετικές απόψεις επί παντός επιστητού; Αντικειμενικότητα διδάσκουν στα σχολεία και στα πανεπιστήμια, με τις αντικειμενικές Ιστορίες τους, τα αντικειμενικά μαθηματικά τους και τους αντικειμενικούς λογοτέχνες τους. Εδώ έξω, στον χωροχρόνο που ονομάζουμε κοινωνία, αντικειμενικότητα δεν θα βρεις. Αλίμονο αν την επικαλεστείς για να σώσεις τον αγαπημένο σου συγγραφέα από τη δική μου κριτική. Θα τον κριτικάρω κι ας είναι και κλασσικός και ας μη φτάνω το ράφι του.

Μιας και τυχαίνει το βιβλίο να είναι και το αντικείμενο του επαγγέλματός μου, η πώλησή του δηλαδή, είχα αρκετές αφορμές ώστε να γράψω αυτό το άρθρο. Για καθαρά προσωπικούς λόγους, για να ξορκίσω το «κακό» της κατηγοριοποίησης που κάποιες φορές με την έλλειψη κριτικής σκέψης καταστρέφει βιβλία και λογοτέχνες. Υπήρξαν πολλές οι φορές που μου ζητήθηκε να προτείνω «ένα σοβαρό βιβλίο… ξέρεις κάτι από κλασσική λογοτεχνία». «Σοβαρό» βιβλίο… κλασσική λογοτεχνία… όχι, ρε συ. Δεν είναι το επίθετο που χαρακτηρίζει το βιβλίο, ούτε η κατηγορία που επέλεξαν να το τοποθετήσουν που το αναγάγουν σε αξιοσέβαστη λογοτεχνία. Το βιβλίο έχει προσωπικότητα, αναπνέει στα χέρια σου και δεν υπακούει σε καμία ταξινόμηση και κατηγορία. Σίγουρα η κατηγοριοποίηση μας βοηθάει, λειαίνει τα πράγματα γύρω μας, κάνει τις βιβλιοθήκες «υπάκουες» και λαμπερές. Αλλά χάνουμε το νόημα. Ακόμα κι αν έβρισκα τον Ναμπόκοφ μέσα σ’ ένα σωρό από σκουπίδια το ίδιο μοναδικός θα μου φαινόταν. Ακόμα κι αν δεν υπήρχε καμία κατηγορία για τον Πόε το ίδιο θα τον λάτρευα. Και τούμπαλιν. Μέσα στα χαοτικά ράφια της σύγχρονης λογοτεχνίας μπορώ να βρω πανανθρώπινα νοήματα τα οποία φτάνουν μέχρι το μεδούλι μου, αυτό που βρίσκεται μέσα στο κόκαλο. Μπορώ να βρω «σοβαρή» λογοτεχνία, εύπεπτη λογοτεχνία, σκοτεινή, ευάερη, ευήλια, και «ό,τι βάλει ο νους σου» λογοτεχνία σε όλων των ειδών τα ράφια. Και στο τέλος δεν αλλάζει τίποτα… Πάλι θα βγω με φίλους, πάλι θα σκοτωθούμε για το ποιός είναι καλός συγγραφέας και ποιός είναι για κρεμάλα, πάλι θα μαλώσουμε για το τι είναι κλασσική λογοτεχνία αλλά εγώ βαθειά μέσα μου ξέρω. Ξέρω ότι η λογοτεχνία δεν είναι η σκύλα κανενός. Άβε.

Και όπως μου έμαθε ένας φίλος μου ο Charles Bukowski είπε:

Θυμάμαι ένα μεγάλο οργισμένο γράμμα που είχα λάβει κάποτε από έναν τύπο που μου έλεγε πως δεν είχα δικαίωμα να λέω πως δε μου αρέσει ο Σαίξπηρ. Πολλοί νέοι θα με πίστευαν και δεν θα ενδιαφερόντουσαν να διαβάσουν Σαίξπηρ. Δεν ήταν σωστό να κρατήσω τέτοια στάση. Δεν του απάντησα, αλλά θα του απαντήσω τώρα. Άντε γαμήσου, φιλαράκο. Και δε μου αρέσει ούτε ο Τολστόι!

[απόσπασμα από το «Ο Καπετάνιος Έχει Κόψει την Αλυσίδα και το Πλοίο είναι στα Χέρια των Ναυτών», εκδόσεις Ηριδανός, 2008]

Α.

εικόνα αρθρογράφου (Αλεξία Τζιώγα)

σχετικά με τον αρθρογράφο
Αλεξία Τζιώγα

If the world would shut up, even for a while, perhaps we would start hearing the distant rhythm of an angry young tune, and recompose ourselves.

Artcore magazine's footer