Άρθρα :: Βιβλιοσκόπιο articles :: selected column

επιλογή γλώσσας
choose language

Εν καιρώ πανδημίας: η «Πανούκλα» του Albert Camus

εικόνα εξωφύλλου άρθρου (Εν καιρώ πανδημίας: η «Πανούκλα» του Albert Camus)

Τα μικρόβια, λέει ο Camus, είναι το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο. Και αυτή ακριβώς τη πλευρά του φυσικού κόσμου αποφασίζει ο μεγάλος Γάλλος συγγραφέας να τοποθετήσει στο κέντρο του σπουδαίου του μυθιστορήματος «Η Πανούκλα» (1947). Το έργο αφορά μια –φανταστική– επιδημία πανούκλας στο Οράν της Αλγερίας, το οποίο μπαίνει στη συνέχεια σε αυστηρή καραντίνα.

Εν έτει 2020, ολόκληρη η παγκόσμια κοινότητα βυθίζεται στην πανδημική κρίση του κορωνοϊού SARS-CoV-2, αντιμετωπίζοντας μια πρωτοφανή πρόκληση, με πάμπολλες χώρες να επιβάλλουν είτε καραντίνα είτε αυστηρά προληπτικά μέτρα στον πληθυσμό για την ανάσχεση του προβλήματος.
Οι αναλογίες είναι πολλές, ζωή και τέχνη έρχονται υπερβολικά κοντά και αντανακλούν η μια την άλλη, και ξαφνικά η «Πανούκλα» του Camus φαντάζει όχι ως μια μακρινή άσκηση φαντασίας επί χάρτου από έναν συγγραφέα-φιλόσοφο του Παραλόγου (l’ absurde), αλλά περισσότερο ως ένα κείμενο παράλληλο της ζωής και της επικαιρότητας, μια αφορμή να ασκηθεί ο αναγνώστης, συνδυάζοντας το κείμενο και την εμπειρία του, στο μεγάλο πρόβλημα του να κατοικείς σε ένα δύσκολο κόσμο.

Μέσα σε δυο μόλις μήνες από την εμφάνιση του νέου κορωνοϊού, ο τρόπος ζωής έχει αλλάξει ριζικά σε όλο τον κόσμο, είτε με λιγότερο ή περισσότερο αυστηρούς περιοριστικούς όρους στη διαβίωση, είτε με το φάντασμα και τον φόβο μιας τραγωδίας έτοιμης να ξεσπάσει (όπως φαίνεται από το μαύρο παράδειγμα της Ιταλίας, αλλά και της Ισπανίας). Σε αυτές τις νέες συνθήκες, το πασίγνωστο και πολυδιαβασμένο μυθιστόρημα του Albert Camus μοιάζει να «αντηχεί» με ένα πολύ διαφορετικό και τρομακτικά οικείο τρόπο. Δεν είναι απλώς ένα ακόμη έργο που έχει ως θέμα του μια αρρώστια, ούτε απλώς άλλη μια λογοτεχνική πραγματεία για τη σχέση του ανθρώπου με κάτι που ορίζεται –κάπως αφηρημένα, σαν μια φιλοσοφική έννοια– ως παράλογο. Ξαφνικά, η «Πανούκλα» γίνεται κάτι σα σενάριο που το διαβάζουμε, το αναλογιζόμαστε και το «ζούμε» ταυτόχρονα. Το μυθιστόρημα, το οποίο συμπληρώνει κατά κάποιο τρόπο σε περιεχόμενο τόσο τον λογοτεχνικό «Ξένο» όσο και τον φιλοσοφικό «Μύθο του Σίσυφου», είναι, απ’ αυτή την άποψη, κατ’ εξοχήν κλασσικό, εφόσον έχει εγγραφεί με τόσο «βίαιο» τρόπο στον δικό μας αναγνωστικό και καθημερινό ορίζοντα, προσφέροντας μια μοναδική ευκαιρία για προβληματισμό που αφορά όχι τόσο ένα πολύ γενικό πλαίσιο, αλλά μάλλον την ίδια τη διαβίωσή μας και το άμεσο μέλλον μας.

εικόνα άρθρου (Εν καιρώ πανδημίας: η «Πανούκλα» του Albert Camus)

Ο Albert Camus

Κοιτάζοντας την «Πανούκλα» σήμερα από αυτήν την ιδιαίτερη οπτική που μας επιβάλλει η επικαιρότητα, δύο είναι οι όψεις του μυθιστορήματος που φωτίζονται κατ’ εξοχήν και μας συστήνονται πιο πολύ από ποτέ με έναν καινούργιο τρόπο.
Η πρώτη είναι αυτή της ανθρώπινης μάχης. Στο είδωλο της πραγματικότητας που μας παρουσιάζει ο Albert Camus, ο άνθρωπος είναι πρωτίστως σε διάσταση με τον κόσμο. Ζώντας μέσα στο σύμπαν, οι άνθρωποι διαπιστώνουν γρήγορα ότι περιβάλλονται από συνθήκες που τους ξεπερνούν με έναν πολύ συγκεκριμένο τρόπο: αντιστέκονται σε κάθε απόπειρα να τους αποδοθεί ένα βαθύ νόημα και ένα τέλος. Ο κόσμος για τον Camus είναι παράλογος, από την άποψη ότι το περιβάλλον του ανθρώπου είναι σκληρό, αδιάφορο και χωρίς λογική, άδειο, εχθρικό, χωρίς ανταπόκριση στις ελπίδες, τις πίστεις ή τις προσμονές του καθενός, ανίκανο να μπει στα «καλούπια» που ο άνθρωπος προσπαθεί να το βάλει μέσω των φιλοσοφικών, θρησκευτικών, εσχατολογικών (κττ.) κατασκευών του. Όπως τονίζεται στο «Μύθο του Σίσυφου»,

το παράλογο γεννιέται απ’ αυτήν την αντιπαράθεση ανάμεσα στο ανθρώπινο κάλεσμα και στην χωρίς λογική (déraisonnable) σιωπή του κόσμου

Κι όμως, για τον Camus, η απάντηση δεν είναι η απελπισία αλλά μια διαρκής αγωνιστικότητα. Απέναντι σε έναν τέτοιο σκληρό κόσμο, ο άνθρωπος οφείλει να αποδεχτεί την παράλογη συνθήκη, να πάψει να τρέφει τις φρούδες μεταφυσικές ελπίδες του και να συνεχίζει να δίνει τον αγώνα του για περισσότερη και βαθύτερη ζωή, περισσότερη αξιοπρέπεια, και περισσότερο πάθος. Ακριβώς αυτό το ιδανικό του «Μύθου του Σίσυφου» μεταφέρεται και στην «Πανούκλα». Εκεί οι άνθρωποι βρίσκονται μπροστά σε μια φυσική δύναμη όπως η επιδημία και, μολονότι ανίσχυροι και καταβεβλημένοι από το πρωτοφανές σοκ και την παντοδυναμία του μαύρου θανάτου που συντρίβει τις υπάρχουσες βεβαιότητες και τις ματαιοδοξίες για ευτυχία, δεν καταβάλλονται εντελώς και μπαίνουν στην άνιση μάχη, με πρωτοπόρο τον γιατρό Rieux. Όσες κι αν είναι οι δυσκολίες, ο τρόμος, η απογοήτευση και η απόγνωση από τις αποτυχίες και τους νεκρούς, ο πόνος της απώλειας και η αγωνία για το μέλλον και το τέλος των δοκιμασιών, υπάρχουν αυτοί οι άνθρωποι του παραλόγου (homme absurde), όπως τους χαρακτηρίζει ο Camus, που αναγνωρίζουν την πραγματικότητα όπως έχει και δεν κάμπτονται αλλά συνεχίζουν με τον ανθρωπισμό τους και τα αποθέματα του κουράγιου τους, σε μια υπεράνθρωπη μάχη κατά του πόνου. Στον σημερινό κόσμο του κορωνοϊού, η «Πανούκλα» μοιάζει σαν να φέρνει στον αναγνώστη την ευκαιρία να αναγνωρίσει εν είδει φόρου τιμής το είδος του αγώνα που δίνει το προσωπικό εκείνο (ιατρικό, νοσηλευτικό, καθαρισμού, κλπ.) το οποίο βρίσκεται στην πρώτη γραμμή: δεν είναι απλώς ένας αγώνας για την υγεία, αλλά μια ακόμη μορφή του αγώνα του ανθρώπου για τον άνθρωπο μέσα σε ένα σύμπαν δύσκολο, σε συνθήκες που γεννούν διαρκώς το αίσθημα μιας αδυναμίας απέναντι στο θάνατο και τον πόνο.

Ωστόσο, η δεύτερη όψη της «Πανούκλας», η οποία κατά την άποψή μου, αν και πιο ωμή και απαισιόδοξη, είναι και αυτή απ’ την οποία πηγάζει ένας γόνιμος προβληματισμός, είναι αυτή η έμφαση στην εκμηδενιστική σχεδόν δύναμη της διαρκώς παρούσας και ουδέποτε ηττηθείσης ασθένειας. Στο μυθιστόρημα, η πανούκλα είναι προφανώς μια εκδήλωση του παράλογου κόσμου, που αρνείται στον άνθρωπο την ανάπαυση και την ευτυχία, και τον θέτει βιαίως πρόσωπο με πρόσωπο με την αόρατη, τρομακτική και ασύμμετρη επενέργεια του θανάτου. Η αρρώστια υπάρχει και χωρίς προειδοποίηση χτυπά μια πολιτεία ανέμελη· με άλλα λόγια, έχουμε εμπράκτως στην «Πανούκλα» την επίθεση του παράλογου κόσμου στον όποιο πολιτισμό και τις εφήμερες κατασκευές του. Και αυτή η επίθεση γίνεται με το πιο φυσικό από όλα τα όντα στη γη, το πιο αρχαίο: τα μικρόβια. Ο κόσμος διεκδικεί την πρωτοκαθεδρία του απέναντι στον άνθρωπο, αποδεικνύοντας το πόσο εύκολα μπορεί να ανατρέψει την πραγματικότητα. Φυσικά, αυτό δε σημαίνει –όπως αναφέρθηκε και παραπάνω– ότι η θέση αυτή του ανθρώπου είναι πηγή ενός κάποιου μηδενισμού ή παραίτησης· ίσα-ίσα, ακριβώς γι’ αυτό είναι απαραίτητο ο άνθρωπος να αγωνίζεται για να ανακαλύπτει συνεχώς τον ανθρωπισμό και την αγάπη. Ωστόσο, η «απαισιόδοξη» αυτή ματιά της «Πανούκλας» είναι τεράστιας σημασίας γιατί μας βοηθά να βάζουμε κάθε φορά τα πράγματα στη θέση τους, στη σωστή τους διάσταση. Η κρίση του κορωνοϊού το αποδεικνύει λαμπρότατα: οι άνθρωποι βρίσκονται μπροστά σε μια τρόπον τινά φυσική καταστροφή που προέκυψε απρόοπτα, αντιμετωπίζοντας όχι μόνο τον κίνδυνο της ασθένειας και του θανάτου, αλλά, ταυτόχρονα, τον κίνδυνο κατάρρευσης των συστημάτων (υγείας, οικονομίας, εργασίας) με τα οποία έμαθαν (ή αναγκάστηκαν) να ζουν. Διαβάζοντας τον Camus, βλέπουμε μια μεγεθυμένη και παραμορφωμένη εικόνα της δικής μας σημερινής ζωής, και παίρνουμε ένα μάθημα. Άλλωστε, όπως αναφέρει ο συγγραφέας στο «Μύθο του Σίσυφου», ένας από τους στόχους ενός καλλιτέχνη είναι να αποκαλύπτει με διάφορα σενάρια τον ίδιο τον κόσμο και το παράλογό του (la création absurde). Σίγουρα, η ανάγνωση της «Πανούκλας» είναι υπό αυτές τις συνθήκες πιο επίκαιρη από ποτέ. Η σημερινή πανδημία το αποδεικνύει περίτρανα, μετατρέποντας το σενάριο του βιβλίου σε σενάριο τρομακτικά όμοιο με την κατάσταση που βιώνουμε. Η «Πανούκλα» γίνεται οδηγός προβληματισμού και διαβίωσης για την ανθρώπινη συνθήκη του σήμερα, αλλά και του αύριο. Ειδικά αν αναλογιστούμε ότι παρόμοιες επιδημικές κρίσεις όχι μόνο είναι περιοδικά ιστορικά φαινόμενα, αλλά, το πλέον πιθανόν, θα γίνονται ακόμη πιο συχνές ή και απειλητικές, με τις οικολογικές συνθήκες ανά τον κόσμο να επιδεινώνονται, ανθρωπίνῃ υπαιτιότητι, και με το νεοφιλελεύθερο καπιταλιστικό σύστημα να έχει διαβρώσει τις υπάρχουσες κρατικές υποστηρικτικές δομές (ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει απ’ αυτή την άποψη ένα άρθρο του Guardian). 

Όλος αυτός ο πλούτος της «Πανούκλας», αυτή η δυναμική της να προβληματίζει και να αποτελεί σημείο αναφοράς για τον σύγχρονο αναγνώστη, νομίζω ότι συνοψίζεται εξαιρετικά στον αριστοτεχνικό τρόπο με τον οποίο κλείνει όλο το μυθιστόρημα. Εκεί όπου οι δύο όψεις, αισιόδοξη και απαισιόδοξη, φιλάνθρωπη και παράλογη, εορταστική και σκοτεινή, συναντιούνται και συνενώνονται. Εκεί όπου ο φόρος τιμής στον αγώνα του ανθρώπου δεν αργεί να καταλήξει και σε μια χαμηλόφωνη προειδοποίηση για τις ευτυχισμένες πολιτείες που ο πολιτισμός τους πανεύκολα μπορεί να δοκιμαστεί ή και να καταρρεύσει) κάτω από το βάρος της ασθένειας που εκπορεύεται από έναν αδιάφορο κόσμο.

Από το λιμάνι τινάχτηκαν τα πρώτα βεγγαλικά του επίσημου πανηγυρισμού. Η πόλη τα χαιρέτισε μ’ ένα μακρόσυρτο, πνιχτό επιφώνημα. […] Και τότε, μέσα στις κραυγές που διπλασιάζονταν σε ένταση και διάρκεια κι αντιλαλούσαν πάνω απ’ τις ταράτσες, καθώς τα πολύχρωμα φωτεινά σιντριβάνια πλήθαιναν στον ουρανό, ο δόκτωρ Ριέ αποφάσισε να γράψει όλη την ιστορία που τελειώνει εδώ, για να μη γίνει σαν κι εκείνους που σωπαίνουν, για να καταθέσει υπέρ των θυμάτων της πανούκλας, για ν’ αφήσει τουλάχιστον μια ανάμνηση της αδικίας και της βίας που τους έπληξε, και για να πει απλά αυτό που μαθαίνει κανείς μόνο μέσα στη μεγάλη συμφορά, πως οι άνθρωποι αξίζουν πολύ περισσότερο το θαυμασμό παρά την καταδίκη.

Ήξερε όμως ότι το χρονικό αυτό δεν μπορούσε να είναι χρονικό της τελειωτικής νίκης. Θα ’ταν απλώς η μαρτυρία του τι χρειάστηκε να κάνουν οι άνθρωποι, κι ακόμη του τι θα χρειαστεί να ξανακάνουν, ενάντια στον τρόμο και στα ακαταμάχητα όπλα του, ξεχνώντας τον προσωπικό τους σπαραγμό, όλοι οι άνθρωποι που, μην μπορώντας να είναι άγιοι και αρνούμενοι να υποταχθούν στη μάστιγα, πασχίζουν τουλάχιστον να γίνουν γιατροί.

Κι ακούγοντας τις φωνές της χαράς που ανέβαιναν πάνω απ’ την πόλη, ο Ριέ θυμήθηκε πως αυτή η χαρά δεν είναι ποτέ ανέφελη. Γιατί ο Ριέ γνώριζε κάτι που το αγνοούσε το χαρούμενο πλήθος, κι ας μπορεί κανείς να το βρει στα βιβλία, πως ο βάκιλλος της πανούκλας δεν πεθαίνει ούτε χάνεται ποτέ, πως μπορεί να μείνει δεκάδες χρόνια ναρκωμένος στα έπιπλα και στα ρούχα, περιμένοντας υπομονετικά μέσα στα δωμάτια, τα υπόγεια, τα σεντούκια, τα μαντίλια, τα χαρτιά, και πως θα ’ρχόταν ίσως μια μέρα που η πανούκλα, για να βασανίσει ή για να διδάξει τους ανθρώπους, θα ξυπνούσε και πάλι τα ποντίκια της και θα τα ’στελνε να ψοφήσουν μέσα σε μια ευτυχισμένη πόλη.

μτφρ. Αγγελικής Τατάνη

Εκδόσεις της «Πανούκλας» που κυκλοφορούν (σύμφωνα με το βιβλιοnet)
«Η Πανούκλα», 2001, μτφρ. Νίκη Καρακίτσου - Ντουζέ, Μαρία Κασαμπαλόγλου - Ρομπλέν, εκδόσεις Καστανιώτης
«Η Πανούκλα», 1997, μτφρ. Δημήτρης Γιαννόπουλος, επιμέλεια σειράς Σωτήρης Γερακούδης, εκδόσεις Ζήτρος
«Η Πανούκλα», 1990, μτφρ. Αγγελική Τατάνη, εκδόσεις Γράμματα

Εικόνες (Πηγές)

εικόνα αρθρογράφου (Δαμιανός Τζούπης)

σχετικά με τον αρθρογράφο
Δαμιανός Τζούπης

Γεννήθηκα στο Αγρίνιο το 1993. Σπούδασα Φιλολογία στην Αθήνα, και στη συνέχεια έκανα μεταπτυχιακό στην Κλασική Φιλολογία στο UCL στο Λονδίνο. Έκτοτε, εργάζομαι ως φιλόλογος στην Αθήνα, κάνοντας μαθήματα. Ταυτόχρονα, ασχολούμαι με τη συγγραφή. Το 2016 κυκλοφόρησε το πρώτο μου βιβλίο, η ποιητική συλλογή «Τα λόγια της φωτιάς» από τις εκδόσεις Ιωλκός.

Artcore magazine's footer