Άρθρα :: Ταινιοθήκη articles :: selected column

επιλογή γλώσσας
choose language

Χόμπιτ: Η Μάχη Των Πέντε Στρατών-To Τελευταίο Αντίο

εικόνα εξωφύλλου άρθρου (Χόμπιτ: Η Μάχη Των Πέντε Στρατών-To Τελευταίο Αντίο)

Η τελευταία ταινία του Πίτερ Τζάκσον και επίλογος της τριλογίας «Χόμπιτ» είναι γεμάτη από μάχες και αποχαιρετισμούς. Και μπορεί τελικά να μην είναι η συνταγή της –απόλυτης- επιτυχίας, αλλά κατορθώνει να εντυπωσιάσει και, φυσικά, να συγκινήσει.

Ξεκινώντας απότομα από τις μάχες (ακριβώς όπως και στην ταινία)... προβάλλονται σε μια ποικιλία τοποθεσιών, κλιμάκων και συνθέσεων: από αυτή καθ’ εαυτή τη μάχη των πέντε στρατών, μέχρι τις ενώπιος ενωπίω μάχες νάνων, Βαργκ, ξωτικών, χόμπιτ, ανθρώπων, στον Κορακόλοφο, στη Λιμνούπολη, στην κοιλάδα του Έρεμπορ… 

H εναρκτήρια μάχη, μεταξύ Νοσφιστή (Βenedict Cumberbatch) και Ανθρώπου (Luke Evans), αν και τρομακτική -ειδικά σε 3D- δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες που είχαν γεννηθεί για αμφότερους τους ήρωες στο δεύτερο μέρος. Η ιστορία του Βάρδου μοιάζει λίγο εκτός τόπου και χρόνου, χαλώντας τον γνώριμο, εντυπωσιακό ρυθμό των ταινιών του Τζάκσον. Η προσθήκη των μοναδικών ανηλίκων ηρώων, των παιδιών του Βάρδου, είναι αταίριαστη με τη γενικότερη ιστορία, όπως και τα καρτουνίστικα stunts δεν δένουν με τη γήινη, σοβαρή, σκυθρωπή και πιστή στο πνεύμα του βιβλίου, εκδοχή του Βάρδου από τον Evans.

Ενώ η ερμηνεία του τελευταίου αδικήθηκε από το γενικότερο ύφος της ταινίας, άλλες προωθήθηκαν χωρίς να προσφέρουν κάτι ουσιαστικό στην πλοκή: Ο λόγος για τα ξωτικά Λέγκολας (Orlando Bloom) και Τόριελ (Evangeline Lilly). O Λέγκολας, ακολουθεί την Τόριελ που ακολουθεί τον Κίλι (Aidan Turner), σχηματίζοντας ένα ερωτικό τρίγωνο ευγενών αισθημάτων, το οποίο, αν και ελάχιστα απολαυστικό, εξυπηρετεί στο τέλος κάποιον σκοπό: Μας προσφέρει μια μικρή ματιά στην ψυχοσύνθεση των ξωτικών, που αν και δεν είναι η πρώτη τους προτεραιότητα, αγαπούν και ερωτεύονται. 

Κυρίως όμως μας δίνει τα κίνητρα και την προϊστορία του Λέγκολας ως μέλος της Συντροφιάς του Δαχτυλιδιού. Αν η ψυχρή ερμηνεία του Orlando Bloom στην τριλογία του «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών» είναι από ανεκτή ως και ταιριαστή, εδώ δεν ισχύει το ίδιο. Η πρόθεση του Τζάκσον να κλείσει το μάτι στο κοινό του «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών», στην περίπτωση του Λέγκολας, εξώκειλε. Ο πλέον μεσήλικας Bloom ήταν λάθος επιλογή για να ενσαρκώσει τον κατά 60 έτη νεότερο Λέγκολας του Άρχοντα και καταλήγει σκιά του αφηγηματικά μεταγενέστερου, ανάλαφρου και σοφού εαυτού του. Η διάσωση της Τόριελ ήταν τόσο περιττή και εξώφθαλμη όσο και η συνδρομή του ως κατάσκοπος του εχθρού στην Γκούνταμπαντ. 

Με πολύ λιγότερα μέσα και κυρίως ενάντια στην επιφυλακτικότητα του κοινού, η Evangeline Lilly ενσαρκώνει όμορφα το ερωτευμένο ξωτικό του δάσους. H εμφάνισή της (τα μυτερά αυτιά της πάνε πολύ!) και το εκφραστικό της πρόσωπο κάνουν εντέλει, την Τόριελ συμπαθή και άξιο κομμάτι της τριλογίας (αν και καθόλου απαραίτητο!). Η αλληλεπίδραση της Τόριελ με τον Θράντουιλ (Lee Pace) είναι πιο ουσιαστική απ’ ότι του τελευταίου με τον γιο του Λέγκολας που καταλήγει σε μια σχέση που δεν καταφέρνουμε ποτέ να κατανοήσουμε και να ερευνήσουμε όσο επεδίωκε ο σκηνοθέτης. 

Ο Pace, με την εντυπωσιακή του ερμηνεία, είναι η «ιερή πέτρα» της τριλογίας. Προσωποποιεί με απόλυτη επιτυχία τον υπέροχα αδιάφορο, εκκεντρικό, επιβλητικό, μυθικό βασιλιά των Ξωτικών του Δάσους. Οι σκηνές δράσης στην κοιλάδα και στην Nτέιλ είναι εξίσου εντυπωσιακές με τους διαλόγους του. 

 Εξίσου μαγνητική (και αντάξια ενός βασιλιά) είναι η παρουσία του Θόριν (Richard Armitrage). Οι μάχες του πυροδοτούν την εξέλιξη της ιστορίας όπως και οι ψυχολογικές του μεταπτώσεις και ο ηθοποιός ανταποκρίνεται εξαιρετικά στη σημασία του ρόλου του: Η οπτικοποίηση της «νόσου του δράκου», αν και κάπως προφανής, ήταν από τις πιο εντυπωσιακές και κομβικές στιγμές της ταινίας. 

Η μάχη των πέντε στρατών δεν καταλαμβάνει τόσο χρόνο όσο οι παράπλευρες μάχες των πρωταγωνιστών που συμβαίνουν την ίδια στιγμή, κάτι όχι απαραίτητα αρνητικό. Οι στρατιές του εχθρού είναι ενοχλητικά απρόσωπες πίσω από τις πανοπλίες τους. Από την άλλη, η επέμβαση του Ντέιν (Billy Connolly) ήταν πολύ πιο διασκεδαστική από τις μάχες του Βάρδου στην Ντέιλ και του Λέγκολας στον Κορακολόφο παρόλο που το κοινό ελάχιστα είχε επενδύσει σε αυτήν. Η γενναιότητα των νάνων, η πολεμική δεξιοτεχνία των ξωτικών, ο ηρωισμός των ανθρώπων και το τυφλό μίσος του Άζογκ, όπως φάνηκαν στο πεδίο της μάχης, έδωσαν μια καλή αν και όχι χορταστική ματιά στον κόσμο του Τόλκιν και στα πλάσματα της Μέσης Γης. 

Το ίδιο νιώθει κανείς και για τον Μπίλμπο Μπάγκινς (Martin Freeman). Μπορεί με την ερμηνεία του Freeman, ο Μπίλμπο να έγινε το αρχετυπικό Χόμπιτ, αλλά δύσκολα, στο τέλος της τριλογίας μπορεί να χαρακτηριστεί πρωταγωνιστής. Η δομή της ταινίας καθιστά το ρόλο του αν και σημαντικό, πιο μικρό απ’ όσο θα περίμενε και θα ήθελε κανείς. 

Η ματιά του Τζάκσον είναι πάντα στραμμένη στον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών, ακόμα και όταν επενδύει στο Χόμπιτ: η μάχη στο Ντολ-Γκουλντούρ, η τελευταία σκηνή του Λέγκολας, του Γκάνταλφ και ολόκληρης της ταινίας μαρτυρούν την πρόθεση (και ίσως) και το ατού της τριλογίας του Χόμπιτ: λειτουργεί ως προοίμιο του Άρχοντα. 

Σε καμία όμως περίπτωση δεν αδικεί το αρχικό παραμύθι του Τόλκιν. Δημιουργεί μια ξεχωριστή ατμόσφαιρα, συνεπή στην αφηγηματική απλότητα του βιβλίου και στο παιδικό του κοινό. Ταυτόχρονα είναι συνεπής στη μεστότητα του νοήματος του κειμένου, καθιστώντας τα ηθικά μηνύματα του κόσμου του Τόλκιν απτά και εύληπτα, χωρίς να τα απλοποιεί: φιλία, γενναιότητα, θάρρος, ταπεινότητα και η αγάπη ως το υπέρτατο κίνητρο όλων των –καλών- πλασμάτων της Μέσης Γης. 

Και αυτός είναι ο ισχυρότερος δεσμός τόσο με τις προγενέστερες ταινίες του Τζάκσον όσο και με το ίδιο το έργο του Τόλκιν. Όσο και αν η Μάχη των Πέντε Στρατών δεν είναι αριστούργημα, είναι μια ταινία που θα δεις και πιθανόν να ξαναδείς, ειδικά γνωρίζοντας πως είναι η τελευταία ματιά σε έναν φανταστικό, αλλά και φανταστικά ανθρώπινο κόσμο, τον κόσμο της Μέσης Γης. 

Έτσι, οι πολλοί αποχαιρετισμοί και τα απανωτά φινάλε αυτής της ταινίας, αν και λίγο κουραστικά, προσφέρουν στους aficionados μία τελεία. Αλλά και την υπόσχεση της επανασύνδεσης. Στο 111ο πάρτυ γενεθλίων του κυρίου Μπίλμπο Μπάγκινς, πού αλλού;

εικόνα αρθρογράφου (Μαρία Μαραβέλια)

σχετικά με τον αρθρογράφο
Μαρία Μαραβέλια

Γεννήθηκα τέλη του ’88, στη Σπάρτη. Το φθινόπωρο του 2006 μετακόμισα στην Αθήνα για να σπουδάσω Νομικά. Τα κατάφερα, παρά τους περισπασμούς που σύντομα εξελίχθηκαν σε μεγάλες αγάπες: οι σινεφίλ κινηματογραφικές αίθουσες, η φωτογραφία δρόμου, ο Σ. Έτσι, δεν έφυγα ποτέ από την Αθήνα. Συνέχισα στη Νομική σπουδάζοντας Φιλοσοφία Δικαίου. Εντωμεταξύ, δουλεύω –ανά διαστήματα- σε Μ.Κ.Ο., δικαστήρια, δικηγορικά γραφεία και εταιρείες. Κατ’ ευφημισμό, αποκαλώ τις εργασιακές μου εμπειρίες «ανθρωπολογική έρευνα». Kάπως έτσι χαρακτηρίζω και την τελευταία μου εμμονή: την ποπ κουλτούρα.

Artcore magazine's footer