Άρθρα :: Ταινιοθήκη articles :: selected column

επιλογή γλώσσας
choose language

18.07
2016

The Legend of Tarzan, του David Yates

εικόνα εξωφύλλου άρθρου (The Legend of Tarzan, του David Yates)

H ταινία “The Legend of Tarzan” («Ο θρύλος του Ταρζάν») αποτελεί μια ακόμα προσπάθεια του Χόλιγουντ να ανανεώσει ένα χιλιοειπωμένο franchise, ευελπιστώντας να προσελκύσει νέο κοινό στις αίθουσες. Ο σκηνοθέτης David Yates κατάφερε να δημιουργήσει ένα reboot που, αν και συμπαθητικό, είναι καταδικασμένο να ξεχαστεί πολύ σύντομα. 

Η αρχή της ταινίας μας βρίσκει στο Λονδίνο του 19ου αιώνα, όπου ζει πλέον ο Ταρζάν (Alexander Skarsgård), ή αλλιώς John Clayton III, Lord Greystoke, μαζί με τη γυναίκα του Jane (Margot Robbie). Η ήσυχη, οικογενειακή ζωή του ζευγαριού θα διαταραχθεί όταν ο Lord Greystoke θα αποδεχτεί την πρόσκληση του Βασιλιά Λεοπόλδου B’ του Βελγίου και θα επιστρέψει στο αφρικανικό Κονγκό. H πρόσκληση γρήγορα αποδεικνύεται μια καλοστημένη παγίδα που ενορχήστρωσε ο Βέλγος κυνηγός Leon Rom (Christoph Waltz). Ανταποκρινόμενος στις εξελίξεις, ο Lord Greystoke σπεύδει να αποτινάξει τον μανδύα του βικτωριανού τζέντλεμαν (άλλο που δεν ήθελε δηλαδή) και να επιστρέψει στις «άγριες» ρίζες του.

εικόνα άρθρου (The Legend of Tarzan, του David Yates)

To σενάριο κινείται αρκετά κοντά στις ιστορίες του Edgar Rice Burroughs, κυρίως δε στα comics της Dark Horse που εξιστορούν τις περιπέτειες που διαδραματίζονται στο σύμπαν του συγγραφέα. Η ταινία βασίζεται σε ιστορικά γεγονότα και πιο συγκεκριμένα στη γενοκτονία των ιθαγενών πληθυσμών του Κονγκό από τον Βασιλιά Λεοπόλδο Β’ του Βελγίου, ο οποίος εκμεταλλεύτηκε με τον πλέον αιμοσταγή τρόπο τον έμβιο και φυσικό πλούτο της περιοχής στα τέλη του 19ου αιώνα. Με το πραγματικό αυτό γεγονός στο παρασκήνιο η ταινία θίγει ζητήματα που συνδέονται παραδοσιακά με τον θρύλο του Ταρζάν, όπως η αποικιοκρατία, η δουλεία, η ανθρώπινη απληστία αλλά και η ασέβεια προς το ζωικό βασίλειο. Υπό αυτό το πρίσμα, προσφέρεται ένα κάποιο food for thought -επίκαιρο όσο ποτέ στις μέρες μας- αν και δεν μας λέει κάτι καινούριο. Γίνεται επίσης και μια προσπάθεια να εισαχθούν ορισμένες νεωτερικές πινελιές, όπως ο έντονος φεμινιστικός χαρακτήρας της Jane, που την καθιστά κάτι παραπάνω από την παραδοσιακή damsel in distress, με σκοπό να γίνει η ταινία πιο προσιτή στο σύγχρονο κοινό. 

Πρόκειται για ένα reboot χωρίς εξάρσεις, χωρίς φοβερές ανατροπές και εκπλήξεις που δεν φέρει κανένα ιδιαίτερο σκηνοθετικό χρώμα. Ακόμα και η χρήση των flashbacks είναι τόσο παρωχημένη που καταντά άκρως προβλέψιμη. Πρόκειται κατά βάση για μια ταινία δράσης όπως τόσες άλλες χωρίς αυτό το «κάτι» που θα την ξεχωρίσει στα μάτια μας. Οι παραγωγοί φαίνεται να σεβάστηκαν τόσο πολύ το πρωτογενές υλικό που το «υπηρέτησαν» πιστά, προκειμένου να μην απογοητεύσουν, με αποτέλεσμα να δημιουργήσουν κάτι χωρίς ψυχή. Όμορφο εξωτερικά αλλά χωρίς ιδιαίτερο πάθος. 

Αν ξεχωρίζουμε κάτι στην ταινία είναι το αισθητικό αποτέλεσμα. Οι πανοραμικές εικόνες από τα αφρικανικά τοπία και τη ζούγκλα είναι χάρμα οφθαλμών. Τα special effects είναι καλοδουλεμένα, χωρίς υπερβολές, ενώ τα CGI με τα ζώα δένουν αρμονικά με το background. Ακόμα και οι σκηνές με τον Ταρζάν μέσα στη ζούγκλα είναι πολύ όμορφες, ιδιαίτερα η σκηνή που διασχίζει τη ζούγκλα κρεμασμένος από περικοκλάδες και με ακροβατική χάρη για να σώσει την αγαπημένη του από τα χέρια των κακών.

εικόνα άρθρου (The Legend of Tarzan, του David Yates)

Σε επίπεδο ερμηνειών δεν θα πρέπει να περιμένει κανείς μεγάλες αποκαλύψεις ή οσκαρικές ερμηνείες. Ο Alexander Skarsgård αποδείχθηκε ιδανικός για τον ρόλο του Ταρζάν διαθέτοντας τόσο τα φυσικά προσόντα όσο και την ερμηνευτική δεινότητα να ισορροπήσει ανάμεσα στο ρόλο του τζέντλεμαν και στον πιο ζωώδη χαρακτήρα του Ταρζάν. Προκειμένου να χτίσει το σώμα του Ταρζάν, ο Skarsgård πέρασε τέσσερις μήνες σκληρής προπόνησης, τρώγοντας μόνο κοτόπουλο, μακριά από τους φίλους και την οικογένειά του. Η Margot Robbie είναι εξίσου καλή στο ρόλο της Jane Porter, αποπνέοντας μια πιστευτή δυναμικότητα. Η χημεία δε ανάμεσα στους πρωταγωνιστές είναι άκρως επιτυχημένη, λειτουργώντας θετικά προς το όλο αποτέλεσμα. Ο μοναδικός που προσωπικά με απογοήτευσε, όσο περίεργο και αν ακούγεται αυτό, είναι ο υπερταλαντούχος Christoph Waltz, ο οποίος για ακόμα μία φορά κλήθηκε να παίξει τον στερεοτυπικό κακό της ταινίας παρουσιάζοντας μία καλή, αλλά βαρετή ερμηνεία. Ακόμα και η καλοδουλεμένη σκηνή του δείπνου που μοιράζεται με την Margot Robbie μέσα στο ποταμόπλοιο, φέρνει στη μνήμη μας τη σκηνή με το στρούντελ στο εστιατόριο από το “Inglourious Basterds” του Tarantino, χάνοντας έτσι το στοιχείο της αυθεντικότητας.

εικόνα άρθρου (The Legend of Tarzan, του David Yates)

Σε γενικές γραμμές, ο «Θρύλος του Ταρζάν» είναι μια ταινία που δεν επιδιώκει να ανατρέψει όσα γνωρίζουμε για τον Ταρζάν ούτε και να εισαχθεί στη λίστα με τις ταινίες που έμελλε να αλλάξουν τον κινηματογράφο. Aντιθέτως, πρόκειται για μια ταινία δράσης που απευθύνεται ξεκάθαρα σε ένα κοινό που επιθυμεί να περάσει δύο ευχάριστες κινηματογραφικές ώρες. Και ακριβώς σε αυτό το σημείο νομίζω ότι η ταινία πετυχαίνει τον στόχο της κι ας μην εντυπωσιάζει. Αν, λοιπόν, επιθυμείτε να δείτε μια ταινία δράσης με όμορφα τοπία που θα σας ψυχαγωγήσει ευχάριστα, ο «Θρύλος του Ταρζάν» δεν είναι και τόσο κακή επιλογή.

The Legend of Tarzan, του David Yates
Είδος: Περιπέτεια, Δράση, Φαντασία
Διάρκεια: 110'

για το Artcore γράφει:
Ράνια Ιωάννου

_
αντί βιογραφικού
εικόνα αρθρογράφου (Artcore)

σχετικά με τον αρθρογράφο
Artcore

Επειδή ξέρουμε πόσο θα θέλατε να μιλήσετε σε γνωστούς αγαπημένους και νέους αλλά πολλά υποσχόμενους δημιουργούς, αλλά πού να τρέχετε τώρα, θα το κάνουμε εμείς στο Artcore, δηλαδή οι Αrtκόρες και Artκούροι που μαζί αποτελούμε μια πολυσχιδή και αρμονική (4 με 6 κάθε απόγευμα) προσωπικότητα υψηλού δημοσιογραφικού κύρους που ζεί για να ρωτάει και ρωτάει για να ζήσει (αυτό και εσείς) καλύτερα… Επίσης η ιδία περσόνα θα είναι υπεύθυνη για την προώθηση δημιουργών, ομάδων, συγκροτημάτων, χώρων, εκδηλώσεων, λιτανειών, γάμων και βαπτίσεων, με (ατυπικά) δελτία τύπου και λοιπά κουραφέξαλα τα οποία θα δημοσιεύονται ανά καιρούς σε άλλα μέσα, διαδικτυακά και μή (χειρότερα). Ευχαριστούμε.

Artcore magazine's footer