Άρθρα :: Ταινιοθήκη articles :: selected column

επιλογή γλώσσας
choose language

Στα χρόνια της βίας: Ένας «Νονός» μέσα στα πλαίσια της νομιμότητας

εικόνα εξωφύλλου άρθρου (Στα χρόνια της βίας: Ένας «Νονός» μέσα στα πλαίσια της νομιμότητας)

Και όμως, το εμπόριο πετρελαίου θέρμανσης στη Νέα Υόρκη του 1981 ήταν μια δουλειά γεμάτη κινδύνους και δολοπλοκίες! Aρκετές, ώστε o ταλαντούχος J.C.Chandor να εμπνευστεί και να υλοποιήσει το «Στα Χρόνια της βίας», όχι όμως και για να κρατήσουν αμείωτο το ενδιαφέρον του κοινού για 125 ολόκληρα λεπτά. Και αυτό είναι σίγουρα κρίμα για μια ταινία με κατά τ’ άλλα, ξεκάθαρη αισθητική, δυνατές ερμηνείες και πολλή, πολλή, τροφή για σκέψη. 

Η ιδέα της αστικής ζούγκλας κυριαρχεί παντού και πραγματώνεται επιτυχημένα ήδη από το πρώτο λεπτό της ταινίας: Η βαριά αναπνοή του πρωταγωνιστή δυναμώνει και η κάμερα τον παρακολουθεί –τρέχοντας- στο φυσικό του περιβάλλον. Σε μια μητρόπολη, γεμάτη βία, αντιθέσεις, παρακμή και υποσχέσεις. 

Ο J.C. Chandor δίνει έτσι τον τόνο της ταινίας, αλλά δυστυχώς όχι και τον ρυθμό της. Ο σκηνοθέτης επιλέγει να παρακολουθεί τον πρωταγωνιστή Abel Morales (Oscar Isaac) και όσους συνθέτουν το γύρω του «οικοσύστημα» με την απόσταση ενός ντοκουμενταρίστα της άγριας φύσης, τονίζοντας τις δραματικές και αφηγηματικές εξάρσεις κυρίως με τη βοήθεια της μουσικής. 

Ο, αψεγάδιαστης εμφάνισης και τρόπων, ιδιοκτήτης εταιρείας διακίνησης και εμπορίας πετρελαίου θέρμανσης, Abel Morales, μυεί το κοινό σε μια επιχείρηση που της λείπει το «γκανγστερικό» όνομα αλλά όχι και η χάρη. Κινούμενος εντός του νόμου, με προθέσεις και προτάσεις αντάξιες ενός «Νονού» (βλ. «Θέλω να μου ανήκει ό,τι χρησιμοποιώ»), αποτελεί ένα καινούργιο –κινηματογραφικά – είδος γκάνγκστερ, αυτό του επιχειρηματία.

Ο Morales, έχοντας απέναντι του τον εισαγγελέα Lawrence (David Oyelowo) και στο πλάι του την εκρηκτική σύζυγό του Anna (Jessica Chastain), μπαίνει όλο και πιο βαθιά σε παιχνίδια εξουσίας, εκδίκησης, διεκδίκησης με τους άσπονδους ανταγωνιστές του, την οικογένειά του αλλά και με τον ίδιο του τον εαυτό. Ο ήρεμος Μorales, παλεύοντας να κυριαρχήσει στη ζούγκλα της Νέας Υόρκης, κατακτώντας το δικό του, παραμορφωμένο αμερικανικό όνειρο, καταλήγει διαδοχικά σε ολοένα και μεγαλύτερα ξεσπάσματα βίας και παρανομίας.

Είναι όμως αδύνατο να συνδεθεί κανείς με αυτόν τον ήρωα που έχει τόσο ασαφή κίνητρα και ταυτόχρονα τόσο αδιαπραγμάτευτες θέσεις. Εξίσου ασαφής μένει και η προσωπική του ηθική – σε αντίθεση με την επαγγελματική. Ακόμη και η σχέση του με τη σύζυγό του έχει πολύ εντονότερο το στοιχείο του συνεταιρισμού παρά της συντροφικότητας (όχι χωρίς κόστος), ενώ εμφανίζεται μόνο περιφερειακά ως πατέρας ή αδερφός. Αυτό, μας αφήνει με έναν ήρωα, όχι τρελό ή αντικοινωνικό- αυτό θα το αντέχαμε, αν δεν λατρεύαμε- αλλά ψυχρό, απόμακρο, ανούσιο, παρασέρνοντας μέχρι ενός σημείου ολόκληρη την ταινία. 

Από την άλλη, δύσκολα χάνεις την ειρωνεία του Chandor, ειδικά απέναντι σε ένα κοινό που έχει συνηθίσει τους κινηματογραφικούς του ήρωες να κινούνται στην παρανομία και να υπηρετούν ταυτόχρονα μια δικιά τους φυσικότερη ηθική. Ο ήρωας του, ξεκάθαρα και απλά, έχει την ηθική του «τρώω για να μην φαγωθώ» και μια τυφλή αγάπη για το χρήμα και τη δύναμη που προκύπτει από αυτό. 

Η βία από την άλλη, αποφεύγει την γκαγνκστερική οδό της περιττής αιματοχυσίας. Είναι όμως πιο ύπουλη και διαρκής: Εμφανίζεται υπόκωφα και στην άκρη του ματιού, στα graffiti, στα ραδιόφωνα, σε όλες τις ανθρώπινες σχέσεις χωρίς καμία λυτρωτική εξαίρεση. Με τον τρόπο αυτό, καταλήγει να θεωρείται φυσική και αδιαπραγμάτευτη όπως ακριβώς και ο νόμος της ζούγκλας. 

Ο σκηνοθέτης πράγματι, επιλέγει να μας παρουσιάσει τον αρχετυπικό του άνδρα σε μια πολύ κομβική ιστορική στιγμή, η οποία έχει μείνει καλλιτεχνικά ανεξερεύνητη: Όταν για πρώτη φορά, χωρίς ιδεολογίες, ιδεοληψίες και ενοχές, ο δυτικός άνθρωπος είναι ελεύθερος να κυνηγήσει αυτό που -έχει οδηγηθεί να- ποθεί ή έχει ανάγκη: το χρήμα. 

Με αυτή την ταινία που κυλά μεν, αλλά ποτέ δεν απογειώνεται δε, ο Chandor, μας καλωσορίζει αργά, κυνικά και βασανιστικά στα αμαρτωλά 80s.

εικόνα αρθρογράφου (Μαρία Μαραβέλια)

σχετικά με τον αρθρογράφο
Μαρία Μαραβέλια

Γεννήθηκα τέλη του ’88, στη Σπάρτη. Το φθινόπωρο του 2006 μετακόμισα στην Αθήνα για να σπουδάσω Νομικά. Τα κατάφερα, παρά τους περισπασμούς που σύντομα εξελίχθηκαν σε μεγάλες αγάπες: οι σινεφίλ κινηματογραφικές αίθουσες, η φωτογραφία δρόμου, ο Σ. Έτσι, δεν έφυγα ποτέ από την Αθήνα. Συνέχισα στη Νομική σπουδάζοντας Φιλοσοφία Δικαίου. Εντωμεταξύ, δουλεύω –ανά διαστήματα- σε Μ.Κ.Ο., δικαστήρια, δικηγορικά γραφεία και εταιρείες. Κατ’ ευφημισμό, αποκαλώ τις εργασιακές μου εμπειρίες «ανθρωπολογική έρευνα». Kάπως έτσι χαρακτηρίζω και την τελευταία μου εμμονή: την ποπ κουλτούρα.

Artcore magazine's footer