Άρθρα :: Ταινιοθήκη articles :: selected column

επιλογή γλώσσας
choose language

Logan, του James Mangold

εικόνα εξωφύλλου άρθρου (Logan, του James Mangold)

Υπήρχε μια εποχή, στα τέλη των 90s και στην αυγή των 00s, που οι «σκοτεινές», σοβαροφανείς μεταφορές κόμικ στη μεγάλη οθόνη δεν ήταν η εξαίρεση, αλλά ο κανόνας. Το κλίμα της εποχής επίτασσε οι κινηματογραφικές εκδοχές γνωστών κόμικ ηρώων να είναι όσο πιο «ενήλικες» γίνεται, στο πλαίσιο, φυσικά, της σήμανσης «άνω των 13ών», καθώς η κατηγορία «άνω των 18», ειδικά όσον αφορά ταινίες που απευθύνονται σε εφήβους και νέους ενήλικες, μπορεί να καταστεί εισπρακτικά καταστροφικό για μια ταινία που επιδιώκει να αποσβέσει ένα σοβαρό budget και να αποφέρει αρκετό κέρδος ώστε να δικαιολογήσει τις πολυπόθητες συνέχειες. Μερικές εξ αυτών πέτυχαν απόλυτα τον στόχο τους, αφού το πρωτογενές υλικό ταίριαζε με την πιο σκοτεινή αισθητική των κινηματογραφικών τους αντίστοιχων, όπως το «Κοράκι» και το πρώτο “Blade”. 

Καθώς όμως οδεύουμε ολοταχώς προς το τέλος της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα, το status quo των κόμικ μεταφορών έχει αλλάξει παντελώς. Οι κόμικ μεταφορές επιβάλλεται πλέον να είναι ανάλαφρες, αστείες, αν-απολογητικά διασκεδαστικές και ποτισμένες με όσο το δυνατόν μεγαλύτερες δόσεις pop αισθητικής. Το “Guardians of the Galaxy”, για παράδειγμα, εφάρμοσε αυτή τη συνταγή με τον καλύτερο δυνατό και πλέον πετυχημένο τρόπο, ενώ στον αντίποδα το “Suicide Squad” απλώς συμπλήρωνε τα «κουτάκια» στη λίστα του πώς-να-φτιάξετε-μια-καλή-κόμικ-μεταφορά, ξεχνώντας να προσθέσει αυθεντικό μεράκι και μπρίο ή έστω να καταθέσει κάτι φρέσκο θεματικά, αφηγηματικά ή/και αισθητικά στο τραπέζι.

Το “Logan”, από την άλλη, δεν ταιριάζει με τίποτα σε αυτή την κατηγορία. Αν μη τι άλλο, παίρνει τη συνταγή που περιέγραψα στην πρώτη παράγραφο, την αναποδογυρίζει, την αποδομεί, και την φέρνει απολύτως στα μέτρα του. Είναι φανερό ότι ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος James Mangold, μεταφέροντας στην μεγάλη οθόνη το αριστουργηματικό “Old Man Logan”, μια από τις πλέον σημαντικές, αλλά και ιδιαίτερα στενάχωρες, ιστορίες της σύγχρονης εποχής της Marvel, απολαμβάνει πλήρη δημιουργική ελευθερία. Με αποτέλεσμα να παραδίδει μια ταινία απολύτως ενήλικη, τόσο θεματικά όσο και κινηματογραφικά, αφού η ακραία βία πάντα ταίριαζε με τον χαρακτήρα του Wolverine. 

εικόνα άρθρου (Logan, του James Mangold)

Στο ξεκίνημα του “Logan”, o επώνυμος ήρωας έχει αφήσει τις μέρες της υπέρ-ηρωικής ακμής του πολύ πίσω. Βγάζει μετα βίας τα προς το ζην ως οδηγός λιμουζίνας, με τα χρήματα να του φτάνουν ίσα ίσα για να εξασφαλίσει τα φάρμακα του καθηγητή Xavier, που διανύει τις τελευταίες μέρες μιας μακράς και ταλαιπωρημένης ζωής, υποφέροντας από μια μορφής άνοιας κι όντας ανήμπορος να ελέγξει τις δυνάμεις του. Οι μεταλλαγμένοι φαίνεται να έχουν εξαφανιστεί παντελώς από τον κόσμο, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων. Τα πάντα στη ζωή του γερασμένου και κουρασμένου Logan θα αλλάξουν όταν δεχτεί να βοηθήσει ένα ανήλικο κορίτσι, που μοιράζεται την ίδια μετάλλαξη με αυτόν, από μια κυβερνητική υπηρεσία που βρίσκεται στο κατόπι της.

Είναι φανερό από την πρώτη στιγμή ότι το “Logan” δεν ενδιαφέρεται να ακολουθήσει καμία από τις κουρασμένες συμβάσεις και κανένα από τα κουρασμένα κλισέ μιας τυπικής υπέρ-ηρωικής ταινίας. Αφηγηματικά, θυμίζει περισσότερο road movie. Αισθητικά, παραπέμπει σε σύγχρονο western, καθώς το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας διαδραματίζεται σε αραιοκατοικημένες περιοχές του αμερικανικού νότου, με την έρημο να περιτριγυρίζει ανά πάσα στιγμή τους ήρωες, με τη σκόνη και την άμμο να καλύπτουν τα πάντα. Παράλληλα, ο τόνος της αφήγησης αποπνέει μια βαριά μελαγχολία, καθώς σου μεταφέρει την αίσθηση ενός σχεδόν αναπόφευκτου δράματος, ενός συνεχούς αισθήματος ανησυχίας, μία υπόνοια ότι κάτι πολύ κακό πρόκειται να συμβεί πολύ σύντομα. Και συμβαίνει, καθώς το “Logan” δεν φοβάται να ρισκάρει, γεγονός που καθιστά την ιστορία απολύτως απρόβλεπτη και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα, σε κάθε αφηγηματική στροφή. 

εικόνα άρθρου (Logan, του James Mangold)

Το “Logan” ξεχωρίζει γιατί στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος δεν βρίσκεται κάποια υπερβατική ιστορία που βουτάει στο Lore δεκαετιών του σύμπαντος των X-Men, ούτε κάποιος ανταγωνιστής-κακός που επιδιώκει την καταστροφή του κόσμου. Παρά μόνο ένας χαρακτήρας εξουθενωμένος, απελπισμένος, που ψάχνει τη λύτρωση για όσα φρικτά έκανε στη διάρκεια της ζωής του, αλλά και ένα αξιοπρεπές τέλος για τον ίδιο και τον μοναδικό φίλο (;) που του έχει απομείνει. Οι χαρακτήρες και ο αγώνας τους για λύτρωση και συγχώρεση, ο αγώνας να νοηματοδοτήσουν έστω και την τελευταία στιγμή την ύπαρξή τους, είναι η κινητήρια δύναμη της ταινίας. Αφού δεν μπορούν να βοηθήσουν τους εαυτούς τους, ας βοηθήσουν έστω κάποιον άλλο που βρίσκεται σε ανάγκη, σε αναζήτηση καταφυγίου, όπως και οι ίδιοι, δεκαετίες πριν.

Ο James Mangold, ελεύθερος από τον καταπιεστικό περιορισμό της σύμβασης «άνω των 13ών» παραδίδει μια ιδιαίτερα βίαιη και αιματηρή κόμικ μεταφορά, που κερδίζει με το σπαθί της τον χαρακτηρισμό «άνω των 18». Η βία δεν φαντάζει σε καμιά περίπτωση επιτηδευμένη, υπερβολική ή καρτουνίστικη, είναι η σχεδόν φυσιολογική απάντηση απέναντι σε έναν κόσμο που έμαθε στους ήρωες τη βία, και στη συνέχεια, δεν τους άφησε κανένα περιθώριο παρά να προσφύγουν σε αυτήν. 

εικόνα άρθρου (Logan, του James Mangold)

Εν τέλει, και μόνο το γεγονός ότι το “Logan” επιλέγει να αφηγηθεί μια ιστορία πλήρως αυτόνομη, με ένα απολύτως ικανοποιητικό φινάλε, αποτελεί μια ευχάριστη αλλαγή στην εποχή που όλες οι κόμικ μεταφορές πρέπει να εντάσσονται σε κάποιο «ευρύτερο σύμπαν» και να αποτελούν prequels μιας μεγαλύτερης ιστορίας που κάποτε θα συμβεί. Ο Mangold επιλέγει να ρίξει το βάρος στους χαρακτήρες, και να τους ακολουθήσει σε ένα μελαγχολικό, ενίοτε στενάχωρο, αλλά εξαιρετικά ψυχαγωγικό ταξίδι (με μια μικρή εξαίρεση στη δεύτερη πράξη, λίγο πριν την τρίτη, όπου η ιστορία επιβραδύνει επικίνδυνα) για το τέλος των ηρώων, για τη μάχη τους με τον κόσμο, αλλά και τον ίδιο τους τον εαυτό, για την ατέρμονη επιθυμία και αγωνία τους να συναντήσουν επιτέλους τη λύτρωση

Logan, του James Mangold
Είδος: Δράσης, Κόμικ Μεταφορά
Διάρκεια: 137’

εικόνα αρθρογράφου (Κωνσταντίνος Καντόγλου)

σχετικά με τον αρθρογράφο
Κωνσταντίνος Καντόγλου

Γεννήθηκε πριν απο κάμποσα χρόνια στη Θεσσαλονίκη. Την τελευταία πενταετία παριστάνει τον κριτικό κινηματογράφου και τρέφεται αποκλειστικά με καφέ και τυρόπιτες. Όταν δεν περνάει ατέλειωτες ώρες μπροστά στο laptop βλέπτωντας non-stop τη μια σειρά μετά την άλλη, κυνηγιέται με τη γάτα του μέσα στο σπίτι και προσπαθεί απεγνωσμένα να τελειώσει το βιβλίο που διαβάζει.

Artcore magazine's footer