Άρθρα :: Ταινιοθήκη articles :: selected column

επιλογή γλώσσας
choose language

Κύριος Τέρνερ: Από καλλιτέχνη σε καλλιτέχνη

εικόνα εξωφύλλου άρθρου (Κύριος Τέρνερ: Από καλλιτέχνη σε καλλιτέχνη)

Ο 71χρονος Μike Leigh, στην πρόσφατή του ταινία «Κύριος Τέρνερ», παρουσιάζει με μαεστρία και ειλικρίνεια, το τελευταίο τέταρτο της ζωής του σπουδαίου ρομαντικού ζωγράφου J.M.W. Turner: Ένα κομμάτι της ζωής του, αφηγηματικά φτωχότερο από τα ταραχώδη παιδικά του χρόνια, την εφηβεία του ως μια πρώιμη καλλιτεχνική ιδιοφυία και την εκκεντρική νεότητά του. Νοηματικά όμως πλουσίου και ερμηνευτικά απαιτητικού. Ο πρωταγωνιστής Timothy Spall εκμεταλλεύεται την ευκαιρία και αποδίδει μοναδικά έναν εξαιρετικά σύνθετο, αληθινό και ιδιόρρυθμο χαρακτήρα. Ο Leigh, με τη συνδρομή του κινηματογραφιστή Dick Pope, επικεντρώνεται δικαίως σε αυτόν, δημιουργώντας γύρω του με ομορφιά, χιούμορ και προσοχή στη λεπτομέρεια, έναν κόσμο που καταρρέει και αλλάζει. 

Ο σκηνοθέτης, στη μακρά διάρκεια της ταινίας, παρακολουθεί τον ήρωα στην καθημερινότητά του, αφιερώνοντας τον ίδιο χρόνο παρουσιάζοντας τη ρουτίνα του όσο και τα κομβικά γεγονότα της ζωής του: ταξίδια, ασθένειες, θάνατοι, έρωτας, έμπνευση, αποδοκιμασία. Δημιουργεί έτσι έναν αργό αλλά ατμοσφαιρικό ρυθμό. Στο παρασκήνιο, είναι η Αγγλία που μεταμορφώνεται, μια εποχή που πεθαίνει για να γεννηθεί μια άλλη και την οποία ο ήρωας περιμένει με φόβο αλλά και πάθος και που τελικά δε θα δει ποτέ.

Αν η «γλυκύτητα και το φώς» είναι τα ιδεώδη της τέχνης της εποχής του ρομαντισμού, στον «Κύριο Τέρνερ», παρουσιάζονται λαθραία και όχι χωρίς ειρωνεία και σαρκασμό: Με τοπία που ανταγωνίζονται την ομορφιά των θεμάτων του Τurner∙ οι εσωτερικοί χώροι και τα καθημερινά αντικείμενα που συντίθενται με τρόπο εικαστικό∙ και όμως ποτέ δε δημιουργείται ένα ανακριβές και αποστειρωμένο περιβάλλον. Η ταινία, απεναντίας, είναι ένα παιχνίδι εμφανών και λιγότερο εμφανών αντιθέσεων: Οι ήρωες με τα άχαρα σώματα και τα θαμπά πρόσωπά τους, φορώντας την επιδεικτική μόδα της εποχής (όπως ακριβώς και οι μικροπρέπειές τους καλύπτονται με τη λογοτεχνική γλώσσα της εποχής), δημιουργούν μια ατμόσφαιρα ρεαλιστική, αν και αισθητικά απολαυστική, μέσα στην οποία αναδεικνύονται οι τρυφερές, αληθινές και ευφυείς ανθρώπινες στιγμές.

Ο ίδιος ο Τurner βέβαια, αποτελεί τη μεγαλύτερη αντίθεση: Ένα κτήνος που γρυλίζει, μέσα σε ακριβά ρούχα, ατελιέ και σαλόνια. Ένας άνθρωπος εκτός της εποχής του, που όμως την έχει κατακτήσει. Το ταλέντο του είναι ανεξέλεγκτο και ανεξάρτητο από τον ίδιο, εμφανίζεται σαν να κατοικεί σε λάθος σώμα (άλλο ένα ρομαντικό ιδεώδες που αποδομείται απολαυστικά). Ταυτόχρονα όμως, είναι ξεκάθαρα μια ιδιοφυία- περίεργος, επίμονος, εργατικός, πρωτοποριακός- και συχνά πιο ανθρώπινος και ειλικρινής από τους σύγχρονούς του.

Εντέλει, ο Turner είναι ένα ζώο σε αιχμαλωσία: ένας άνθρωπος που δεν κατανοεί τις συμβάσεις, που καταθλίβεται, κλαίει, γελάει, κάνει σεξ, ερωτεύεται, εξαπατάει και βοηθάει, πάντα κρυφά, προστατευμένα και ει δυνατόν ανώνυμα. Στο βάθος, κάνει ό,τι μπορεί για να ζήσει όσο καλύτερα και αληθινά μπορεί. Και αυτό είναι που τον κάνει αξιοθαύμαστο αλλά και προσιτό μαζί.

 Ο «Κύριος Τέρνερ» είναι και αυτός αδιαμφισβήτητα πολύ έξυπνος. Έχει σχεδιασθεί και εκτελεσθεί με σεβασμό στην αφηγηματικότητα μιας πολύπλοκης ανθρώπινης ζωής και εποχής. Δεν καταφεύγει σε εξωραϊσμούς και αναδρομές. Επενδύει σε κάθε σκηνή, χωρίς να αξιολογεί τη ζωή του καλλιτέχνη με διδακτικό ή καν εμφανή τρόπο. Μιλάει για την ωριμότητα, το γήρας και τον θάνατο, τα οποία όμως διατρέχονται από την αναπόφευκτη ομορφιά της φύσης, ανθρώπινης και μη. Ομορφιά, την οποία ο Leigh σέβεται και αναδεικνύει.

Σίγουρα, ο «Κύριος Τέρνερ» ήταν πολύ πιο «ήσυχος» απ’ όσο του άξιζε τόσο εισπρακτικά όσο και στα «μεγάλα» βραβεία. Η παράλειψη του Spall, από την υποψηφιότητα Α΄ Ανδρικού Ρόλου της Ακαδημίας, είναι πιο επιβλαβής για την αξιοπιστία των βραβείων παρά για την λαμπρή ερμηνεία του ηθοποιού, η ευφυΐα της οποίας, κάλλιστα μπορεί να συγκριθεί με την εικαστική ευφυΐα του Turner…

εικόνα αρθρογράφου (Μαρία Μαραβέλια)

σχετικά με τον αρθρογράφο
Μαρία Μαραβέλια

Γεννήθηκα τέλη του ’88, στη Σπάρτη. Το φθινόπωρο του 2006 μετακόμισα στην Αθήνα για να σπουδάσω Νομικά. Τα κατάφερα, παρά τους περισπασμούς που σύντομα εξελίχθηκαν σε μεγάλες αγάπες: οι σινεφίλ κινηματογραφικές αίθουσες, η φωτογραφία δρόμου, ο Σ. Έτσι, δεν έφυγα ποτέ από την Αθήνα. Συνέχισα στη Νομική σπουδάζοντας Φιλοσοφία Δικαίου. Εντωμεταξύ, δουλεύω –ανά διαστήματα- σε Μ.Κ.Ο., δικαστήρια, δικηγορικά γραφεία και εταιρείες. Κατ’ ευφημισμό, αποκαλώ τις εργασιακές μου εμπειρίες «ανθρωπολογική έρευνα». Kάπως έτσι χαρακτηρίζω και την τελευταία μου εμμονή: την ποπ κουλτούρα.

Artcore magazine's footer