Άρθρα :: Ταινιοθήκη articles :: selected column

επιλογή γλώσσας
choose language

20.05
2019

John Wick: Chapter 3 – Parabellum, του Chad Stahelski

εικόνα εξωφύλλου άρθρου (John Wick: Chapter 3 – Parabellum, του Chad Stahelski)

To 2014, την εποχή που πραγματοποιούσε την έξοδό τους στις αμερικάνικες αίθουσες το "John Wick", ελάχιστοι μπορούσαν να προβλέψουν, ή ακόμη και να φαντασιωθούν, την ιλιγγιώδη συνέχεια. Ο Keanu Reeves, πάλαι ποτέ ζεν πρεμιέ και περιζήτητος front man του Χόλιγουντ, είχε περιέλθει σε καθεστώς ανυποληψίας και χαμηλών εισπρακτικών πτήσεων, οι “shoot ‘em up” movies δεν διήγαγαν και τον πιο ανθηρό τους βίο, στην καρέκλα του σκηνοθέτη βρισκόταν ο πρώην stuntman Chad Stahelski, εν ολίγοις τίποτα δεν μπορούσε να προοικονομήσει τα όσα ακολούθησαν.

Εντούτοις, το "John Wick" έγινε instant classic, ακροβατώντας μεταξύ ενός κακοφτιαγμένου νεό-νουάρ και ενός καλογυαλισμένου b-movie και τρύπωσε στο σύγχρονο χρυσωρυχείο της εποχής μας, αυτό που φέρει την -σταθερά ακαθόριστου περιεχόμενου- ταμπέλα του “cult”. Ως γνωστόν, δεν υπάρχει καμία πιο επιτυχημένη συνταγή από ένα προϊόν που αγγίζει τη mainstream καθολική αποδοχή, έχοντας ως βασικότερο ατού ένα αυτό-διακηρυσσόμενο underground status.

εικόνα άρθρου (John Wick: Chapter 3 – Parabellum, του Chad Stahelski)

Πέντε χρόνια και ένα σίκουελ αργότερα, το "John Wick : Chapter 3 – Parabellum" μένει πιστό στις επιτυχημένες καταβολές του και φροντίζει -συνετά- να διατηρήσει όλα τα συστατικά που του είχαν χαρίσει το μεγαλύτερό του ατού: το ανόθευτο κέφι. Χωρίς την παραμικρή διάθεση να λειτουργήσει ως μεγαλεπήβολη saga και με σαφή πρόθεση να παραμείνει ένα franchise που σου επιτρέπει να αισθανθείς άνετα ανά πάσα στιγμή (επί της ουσίας, η ταινία μπορεί να φανεί ευχάριστη ακόμη και σε έναν θεατή που δεν έχει δει κάποια -ή και καμία- από τις δύο πρώτες), το τρίτο κεφάλαιο των περιπετειών του John Wick ξεκινά ακριβώς από το σημείο που είχε αφήσει το νήμα η προηγούμενη ταινία.

Ο John Wick, λαβωμένος και μούσκεμα από την καταρρακτώδη βροχή, προσπαθεί να βρει προσωρινό καταφύγιο, σε μία Νέα Υόρκη νοτισμένη με μία neon γυαλάδα που βγάζει επίτηδες μάτι, προτού ανασυνταχθεί. Προτού εξαπολύσει, δηλαδή, ένα ανελέητο κυνηγητό απέναντι στις ορδές των πληρωμένων εκτελεστών που τελούν υπό την ψευδαίσθηση πως είναι οι θηρευτές, ενώ στην πραγματικότητα είναι τα θηράματα.

εικόνα άρθρου (John Wick: Chapter 3 – Parabellum, του Chad Stahelski)

Το σύμπαν στο οποίο κατοικοεδρεύουν οι ταινίες του John Wick είναι ευθύς εξαρχής, και χωρίς περιστροφές, δοσμένο με τη μορφή ενός inside joke πλάγιας -και διασκεδαστικής- ειρωνείας. Σχεδόν σαν μην υφίσταται τίποτα άλλο στον ορίζοντα πέρα από πληρωμένους δολοφόνους, εκτελεστές και πειθήνια όργανα της «Αγίας Τράπεζας», άπειρες διακλαδώσεις και διαστρωματώσεις ενός ατελείωτου κόσμου παρανομίας, ξεκαθαρίσματος λογαριασμών και στιλιζαρισμένης βίας, ο οποίος δεν ζει στο υπόγειο παρασκήνιο, αλλά έχει αναγκάσει όλο τον υπόλοιπο κόσμο να αποσυρθεί. Σε καμία σκηνή μακελειού δεν παρεμβαίνει κανένα όργανο τάξης, ακόμη στις στιγμές όπου διαπράττονται φρικτά εγκλήματα σε κοινή θέα, κανένα κεφάλι δεν γυρίζει, δεν αντιδρά, δεν διαμαρτύρεται. Η μόνη κανονικότητα στον κόσμο του John Wick είναι το ασταμάτητο λουτρό αίματος.

Το ξενοδοχείο Continental, όπου καταφεύγουν οι μηχανές του θανάτου που έχουν έρθει για τουρισμό ή για δουλειές (ή και για τα δύο) στο Μεγάλο Μήλο είναι λίγο πιο πολυσύχναστο από την Times Square, κάθε σοκάκι, πάρκο και γέφυρα στον πλανήτη είναι κατειλημμένο από κατ’ αποκοπή μαχαιροβγάλτες και ασασσίνους που κυνηγούν το πιο βαρύτιμο τρόπαιο, το κεφάλι του John Wick. Ενός ήρωα που δεν έχει καμία φιλοδοξία να φανεί καταραμένος, στα πρότυπα των νουάρ ηρώων που βαδίζουν ασυναίσθητα ή ενσυνείδητα προς τον χαμό τους, αλλά αντιθέτως πασχίζει να ζήσει όσο το δυνατόν περισσότερο, προκειμένου να διατηρήσει ζωντανή και την ανάμνηση της χαμένης του αγάπης.

εικόνα άρθρου (John Wick: Chapter 3 – Parabellum, του Chad Stahelski)

Το "John Wick 3" εξυπακούεται πως δεν παρεκκλίνει ούτε σπιθαμή από το καταστατικό του χιούμορ, που επανέρχεται ξανά και ξανά, με πρώτη και καλύτερη τη συνεχή υπενθύμιση πως όλο αυτό το ξεκλήρισμα ξεκίνησε με την αφορμή ενός σκυλιού και τίποτα παραπάνω, αλλά και με έμφαση στις λεπτομέρειες, όπως το ότι ο ήρωάς μας δεν αποχωρίζεται ποτέ το κουστουμαρισμένο και γραβατωμένο του look, ακόμη κι όταν βρίσκεται σε σαχάριες θερμοκρασίες. Φυσικά, το κυριότερο ατού της ταινίας εξακολουθεί (και πώς θα γινόταν αλλιώς;) να έγκειται στις αιθέρια χορογραφημένες σκηνές μάχης, που δεν διακόπτονται ποτέ από οποιαδήποτε απόπειρα σκηνοθετικού εντυπωσιασμού (πχ με απότομα cuts ή ρακόρ στο μοντάζ), σε συνδυασμό με τη χρήση απίστευτα εφευρετικών μεθόδων ξεκληρίσματος και διαφυγής (ο πυροβολισμός εξ επαφής είναι, για μια ακόμη φορά, κάτι σαν trademark του JW). Φυσικά, ο ρυθμός και η διάθεσή μας εμφανίζουν σκαμπανεβάσματα, με κυριότερη βουτιά προς τα χαμηλά το κεφάλαιο της Καζαμπλάνκα, όπου η σκηνή του καθιερωμένου μακελειού χρονοτριβεί αχρείαστα, ενώ ο ρόλος της Halle Berry είναι, αν θέλουμε να είμαστε επιεικείς, τουλάχιστον αμήχανος.

εικόνα άρθρου (John Wick: Chapter 3 – Parabellum, του Chad Stahelski)

Όπως υπονόησε ο τίτλος της ταινίας που παραπέμπει στη λατινική ρήση "Si vis pacem, para bellum" (ελληνιστί, «αν θέλεις ειρήνη, προετοιμάσου για πόλεμο») και επιβεβαίωσε το φινάλε της, βαδίζουμε καθοδόν προς ένα τρίτο σίκουελ, το οποίο θα μας εισάγει στον ολοκληρωτικό πόλεμο που θα βρει αντιμέτωπους τον John Wick (σχεδόν ολομόναχο) απέναντι σε (σχεδόν) σύσσωμη την ανθρώπινη φυλή, με ξεκάθαρο φαβορί -φυσικά- τον John. Ο οποίος είναι, προφανώς, ανίκητος. Όπως πρέπει και οφείλει.

John Wick: Chapter 3 – Parabellum, του Chad Stahelski
Είδος: Δράση, Περιπέτεια, Θρίλερ
Διάρκεια: 130'

*Aναδημοσίευση από το cinedogs.gr, κινηματογραφικό συνεργάτη του Artcore magazine

εικόνα αρθρογράφου (Aureliano Buendia)

σχετικά με τον αρθρογράφο
Aureliano Buendia

Οργάνωσε τριανταδύο ένοπλες εξεγέρσεις και τις έχασε όλες. Απόκτησε δεκαεφτά αρσενικά παιδιά από δεκαεφτά διαφορετικές γυναίκες που εξοντώθηκαν όλα το ένα μετά το άλλο μέσα σε μια και μόνη νύχτα πριν το μεγαλύτερο φτάσει στην ηλικία των τριανταπέντε χρόνων. Ο ίδιος επέζησε μετά από δεκατέσσερις απόπειρες δολοφονίας, εβδομήντα τρεις ενέδρες κι ένα εκτελεστικό απόσπασμα. Έζησε, παρ' όλο που ήπιε με τον καφέ του μια δόση στρυχνίνης, που θα ήταν αρκετή για να σκοτώσει ένα άλογο.

Artcore magazine's footer