Άρθρα :: Ταινιοθήκη articles :: selected column

επιλογή γλώσσας
choose language

13.01
2015

In Liam Neeson I trust

εικόνα εξωφύλλου άρθρου (In Liam Neeson I trust)

Αν με ρωτήσεις, «γιατί είδες την ταινία;», θα σου απαντήσω πολύ απλοϊκά και δίχως ίχνος ντροπής: πρωτἰστως, γιατί παίζει ο Liam Neeson, δευτερευόντως, γιατί δεν ανήκει στις ταινίες τρόμου. Εν ολίγοις, στα φιλμ που δεν αντέχει το στομάχι και ο εγκέφαλός μου, παρόλο που ο κεντρικός θεματικός άξονας του “A Walk Among the Tombstones” εξυπηρετεί όλες τις ανάγκες μίας ταινίας τρόμου.

Παρόλα αυτά, επειδή μία πρέζα σαδομαζοχισμού την έχουμε όλοι μας, θεωρώ κινηματογραφικά διαμάντια τις ταινίες που εστιάζουν στα τάρταρα της ανθρώπινης ύπαρξης, προσφέροντας συνάμα μία κινηματογραφική πραγματεία των θεμάτων που εξιστορούν – χωρίς την συνεισφορά των έξτρα λίτρων ντοματόζουμου. Και κάθομαι να τις δω με πόνο ψυχής, ένα μαξιλάρι αγκαλιά για τους προφανείς λόγους, 2-3 ηρεμιστικά και φυσικά μέρα μεσημέρι. Ταινίες όπως το «Ψυχώ», το “Seven”, η «Σιωπή των αμνών» κτλ. σκαλίζουν τις πιο σκοτεινές πτυχές του ανθρώπινου είδους, χωρίς περιττές αιματοβαμμένες φανφάρες!

Οι σκηνοθέτες τους προβάλλουν και εξετάζουν αριστοτεχνικά τις κολασμένες ψυχές των χαρακτήρων αυτών χωρίς την εύκολη λύση λουτρών αίματος και πετσοκομμένων πτωμάτων ανά δεύτερο καρέ της ταινίας. Και ναι, τις αναπλάθεις στο μυαλό σου, αναρωτώμενος/η εκατοντάδες γιατί για πολύ καιρό. 

Κριτικοί έχουν αναφέρει ότι «Το Μονοπάτι του Θανάτου» -όνομα και πράγμα- φέρει κάτι από την ανατριχίλα του “Seven” και της Σιωπής των Αμνών. Η ταινία κατηγοριοποιείται ως crime thriller και εξιστορεί την καταδίωξη δύο psycho κατα συρροήν δολοφόνων που απαγάγουν τις γυναίκες εμπόρων ναρκωτικών και αφού πάρουν τα λύτρα, τις κακοποιούν και τις πετσοκόβουν... έτσι για το γαμώτο! Όλα αυτά λαμβάνουν χώρα στη μουντή, χειμωνιάτικη Νέα Υορκή, λίγο πριν την αλλαγή της χιλιετίας και ο ῾καταδιώκτης᾽ τους είναι ο Matt Scadder, ένας ιδιωτικός ντετέκτιβ άνευ άδειας, πρώην αστυνομικός, τον οποίο υποδύεται ο Liam Neeson. Το σενάριο της ταινίας είναι βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο του Lawrence Block, το οποίο είναι το υπ᾽αριθμόν 10 μίας σειράς βιβλίων μυστηρίου, όπου ο συγγραφέας εξιστορεί τις περιπέτειες του εν λόγω ντετέκτιβ. 

Η σκιαγράφηση του πρώην-νυν αλκοολικού, μοναχικού λύκου, αστυνομικού/ντετεκτιβ, που τον κυνηγούν τα φαντάσματα του παρελθόντος χτυπάει καμπανάκια στους φανατικούς αναγνώστες της σκανδιναβικής αστυνομικής λογοτεχνίας, αναγνώσματα της οποίας βοήθησαν τον Neeson να δομήσει τον ρόλο του. Ο ηθοποιός ιδιοποιείται πετυχημένα στη μεγάλη οθόνη την προσωπικότητα του ήρωα, όσο φυσικά του επιτρέπει το σενάριο και η σκηνοθεσία! O Frank Scott, που έγραψε το σενάριο και σκηνοθέτησε το φιλμ, αποτυγχάνει να προβάλλει την διαρκή ψυχική αναταραχή του λογοτεχνικού ήρωα Matt Scadder και την σερβίρει στον κοινό λίγο πριν την τελική σύγκρουση. Μπορεί να μας προκαταβάλλει για την μοναχική φύση του και το αλκοολικό παρελθόν του, αλλά η κατάθλιψη και οι εσωτερικές τεταμμένες εντάσεις που βιώνει φανερώνονται λίγο πριν τους τίτλους τέλους. 

Ο σκηνοθέτης δεν χρησιμοποιεί την εύκολη λύση των λίτρων ντοματόζουμου, κατορθώνοντας παρόλα αυτά και να μας μεταφέρει το αίσθημα τρόμου που βιώνουν τα θύματα και να ανακατώνει το στομάχι των ευαίσθητων θεατών, αλλά δεν εμβαθύνει στα πορτρέτα των χαρακτήρων. Το «Μονοπάτι του Θανάτου» δεν είναι ταινία δράσης: η ροή είναι αργή, χωρίς αυτό να αποτελεί το μειονέκτημά του. Ο Neeson του “Taken”, του “Non-Stop”, που σκοτώνει τους κακούς χωρίς να κουνηθεί τσουλούφι, δεν ‘χωράει’ σε αυτό το φιλμ! Εδώ κάνει περιπάτους στις γειτονιές του Μπρούκλυν προκειμένου να βρει στοιχεία, έχει μηδαμινές σχέσεις με την τεχνολογία, μονοιάζει με έναν έφηβο που ονειρεύεται να γίνει ο νέος Philip Marlowe και τα μπουνίδια τα τρώει... Δεν τα δίνει. 

Το μειονέκτημα του φιλμ έγκειται κυρίως στο μη ισορροπημένο και ελλιπές ‘ξετύλιγμα’ των χαρακτήρων. Όταν προσπαθείς να αποδώσεις ιδιοσυγκρασίες ατόμων «που δεν είναι άνθρωποι», αντιμετωπίζεις ένα λεπτό ζήτημα. Οκ, δεν αντιλέγω, γυαλίζει το ματάκι των psycho δολοφόνων αλλά σκηνές που τρώνε πρωινό με το σώβρακο, διαβάζοντας εφημερίδα ή σκούζουν σαν χέστηδες επειδή έφαγαν μία σφαίρα μόνο γέλιο και ερωτηματικά προκαλούν για το ‘τις ει’; Από τις πιο παράταιρες σκηνές που έχω δει σε ταινία είναι τη στιγμή που ο παρλαπίπας του ζευγαριού (οι psycho δολοφόνοι είναι γκέϊ ζευγάρι) κοιτάει κεραυνοβολήμένος ένα κοριτσάκι 14 χρονών να περνάει ανέμελα από μπροστά τους με τα μαλλιά να κυματίζουν και να τους χαιρετάει–όλα αυτά σε slow motion- με background το τραγούδι “Atlantis”: σαν να παρακολουθείς ξαφνικά σποτάκι διεστραμμένου κεραυνοβόλου έρωτα... Βάσει της κοινής λογικής, ο σκηνοθέτης μάλλον θέλει να σηματοδοτήσει στοιχεία της προσωπικότητας του σχιζοφρενούς δολοφόνου με τον μπαλτά, παρόλα αυτά μας αφήνει με ένα μεγάλο ερωτηματικό! 

Η ταινία τελειώνει και το ζωτικής σημασίας υπόβαθρο των ‘ανθρώπων’ αυτών, που τους ωθεί να λειτουργούν κτηνωδώς, παραμένει αδιευκρίνιστο. Οι ‘καλοί’ είναι έμποροι ναρκωτικών, o Dan Stevens, που υποδύεται τον Κένι Κρίστο -του οποίου την γυναίκα απήγαγαν και πετσόκοψαν- μιμείται το αποβλακωμένο βλέμμα των βρικολάκων στο Twilight Saga και τα συστατικά της έκπληξης, του μυστηρίου και του αιφνιδιασμού, που θεωρούνται η βασική μαγιά ενός crime thriller, χάνονται στο όλο κινηματογραφικό εγχείρημα. 

Τι μου άρεσε; H noir σκοτεινή ατμόσφαιρα που θυμίζει παλίες κλασικές αστυνομικές ταινίες, το αίσθημα νοσταλγίας για τη δεκαετία του ᾽90, που εντείνεται παρατηρώντας τους ήρωες να χρησιμοποιούν τηλεφωνικούς θαλάμους και να έχουν ‘παλαιολιθικές’ απορίες τύπου –Τι είναι το Yahoo;- και φυσικά η παρουσία του Liam Neeson σε έναν ρόλο διαφορετικό από αυτόν του action hero που τον έχουμε συνηθίσει τα τελευταία χρόνια. Ο τρόπος που ‘επιβάλλεται᾽ στον χώρο, γοητεύει το κοινό με μηδαμινή προσπάθεια –τουλάχιστον στο δικό μου αλλόκοτο σύμπαν- και δικαιολογεί τη δημιουργία μίας ταινίας με τη συμμετοχή του... 

εικόνα άρθρου (In Liam Neeson I trust)
εικόνα άρθρου (In Liam Neeson I trust)
εικόνα άρθρου (In Liam Neeson I trust)
εικόνα αρθρογράφου (Ελένη Μαρκ)

σχετικά με τον αρθρογράφο
Ελένη Μαρκ

Το γεγονός που καθόρισε την ενήλικη ζωή μου είναι μάλλον η απόφαση που πήρα ένα βράδυ στο λεωφορείο, ελαφρώς μεθυσμένη και αρκετά αγανακτισμένη, για τη σειρά με την οποία θα έβαζα τις τρεις-τέσσερις σχολές στο μηχανογραφικό μου, στις οποίες ναι μεν είχα πιθανότητα να περάσω αλλά δεν με ενδιέφερε το αντικείμενό τους. Και εφόσον δεν έλεγα ποτέ, ότι «θα γίνω η τάδε όταν μεγαλώσω», όλως τυχαίως βρέθηκα στο Ιστορικό-Αρχαιολογικό. Μετά από συζητήσεις επί συζητήσεων αποφάσισα ότι μου αρέσει η Ιστορία της Τέχνης… και βρέθηκα στο Λονδίνο να κάνω σπουδές στα media και στον κινηματογράφο. Παρόλα αυτά, προτιμώ να διαβάσω δέκα βιβλία από το να παρακολουθήσω δέκα ταινίες... Kαι επειδή έφτασε η στιγμή να περάσω από την θεωρία στην πράξη, η υποφαινόμενη συγκροτημένη προσωπικότητα εμπνεύστηκε την ιδέα του Artcore...

Artcore magazine's footer