Άρθρα :: Ταινιοθήκη articles :: selected column

επιλογή γλώσσας
choose language

Amanda, του Mikhaël Hers

εικόνα εξωφύλλου άρθρου (Amanda, του Mikhaël Hers)

«Για δες καιρό που διάλεξε...» που λέει κι εκείνο το θυμόσοφο απόφθεγμα του αγωνιστή. Ε λοιπόν, σήμερα (χθες δηλαδή για σένα που διαβάζεις) που ο καιρός της Θεσσαλονίκης μας έκανε τη χάρη να μας ντύσει λίγο με ανοιξιάτικα, αποφάσισα κι εγώ τελείως ανάποδα να γράψω για ένα από τα πιο βραδυφλεγή και χαμηλόφωνα δράματα που έφτασαν πρόσφατα στις ελληνικές αίθουσες. Κι ο λόγος για το συμπαθέστατο “Amanda” του παριζιάνου Mikhael Hers, ταινία που μας συστήθηκε πριν από περίπου 6 μήνες στα πλαίσια του 59ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου κι ήρθε τώρα η ώρα να την απολαύσει το ελληνικό κοινό όπως της πρέπει: σε ευρεία προβολή και κατάμεστες αίθουσες. Όπως δηλαδή ήταν και σ’ εκείνο τον υπέροχο Νοέμβρη του 2018 ο κινηματογράφος του Ολύμπιον.

Ο Γάλλος κινηματογραφιστής μπορεί πλέον να θεωρηθεί ένας έμπειρος δημιουργός, αφού αυτή είναι η έκτη κατά σειρά σκηνοθετική του απόπειρα. Και μπορεί η ιδέα της ανθρώπινης απώλειας και του απροσδόκητου της μοίρας να επανέρχονται συχνά πυκνά στα «τεχνουργήματά» του, όμως στη συγκεκριμένη περίπτωση υπερέβαλε κυριολεκτικά εαυτόν, φιλοτεχνώντας μια πραγματικά πάλλουσα από τρυφερότητα και ρεαλισμό ταινία που δεν στερείται απολύτως τίποτα σε πρωτοτυπία. Και με εφαλτήριο αυτήν ακριβώς τη θεματική της απώλειας θα οικοδομήσει ένα φιλμ που μπορεί πολύ εύκολα να σας παρασύρει στη συναισθηματική ταύτιση και εμπλοκή.

εικόνα άρθρου (Amanda, του Mikhaël Hers)

O David λοιπόν (Vincent Lacoste) είναι 24 ετών και ζει τη ζωή του σε μια μεταιχμιακή κατάσταση. Είναι χαρούμενος κι ευτυχισμένος αλλά είναι απόλυτα ξεκάθαρο πως αιωρείται μεταξύ της απόλυτης κι ασύδοτης ελευθερίας από τη μία και της «ενηλικίωσης» με τις υποχρεώσεις που αυτή συνεπάγεται από την άλλη. Κι αυτή η επαμφοτερίζουσα αιώρηση θα διακοπεί με τον πιο βίαιο και τρομαχτικό τρόπο όταν σ’ ένα τρομοκρατικό χτύπημα στην καρδιά του Παρισιού ο David θα χάσει τη μεγάλη του αδερφή. Τότε θα κληθεί να αναλάβει την κηδεμονία της εφτάχρονης ανιψιάς του, της Amanda (Isaure Multrier) και αναπροσαρμόσει εκ βάθρων τον τρόπο της ζωής του και της σκέψης του. Κι είναι ακριβώς αυτό το αιφνίδιο κι αναπάντεχο της ζωής που θα τον αναγκάσει να ανταποκριθεί στις ευθύνες της ωριμότητας και κυρίως να δοκιμαστεί με τα ψυχικά του αποθέματα. 

εικόνα άρθρου (Amanda, του Mikhaël Hers)

Όμως αυτή η κατά τ’ άλλα λιτή ιστορία εμπεριέχει μια ευρηματικότατη παραδοξότητα, δουλεμένη σκηνοθετικά ως και στην τελευταία της λεπτομέρεια και κατασκευασμένη σεναριακά με τρόπο κομψό και αριστοτεχνικό. Ο Hers με εκπληκτική οξύνοια και απαράμιλλη διεισδυτικότητα στον υπαρξιακό κόσμο των υποκειμένων, δεν αφήνεται σε κανένα σημείο του έργου σε μεμψιμοιρίες και παθητικά κλάματα για το τραγικό συμβάν. Μπορεί οι ήρωές του να υποφέρουν βαθιά (πώς θα μπορούσαν να μην άλλωστε) και να δυστυχούν από την αδυσώπητη στροφή της μοίρας αλλά είναι φανερό με μια κρυστάλλινη διαύγεια πως το κέντρο της αφηγηματικής εστίασης δεν είναι η ανασφάλεια και ο φόβος για το τρομοκρατικό χτύπημα αλλά ένα πολύ πιο αδιόρατο άγχος για την εύθραυστη φύση της ανθρώπινης ζωής, που από τη μια στιγμή στην άλλη ίσως να πρέπει να προσαρμοστεί σε τελείως διαφορετικά δεδομένα.Κι αυτή η διαύγεια πηγάζει σαφέστατα από την καλλιτεχνική επιδεξιότητα του σκηνοθέτη. Γιατί είναι δύσκολο πράγμα (έως ακατόρθωτο) να βλέπεις πάνω στην οθόνη αιμόφυρτα κορμιά καθώς αστυνομικές δυνάμεις περικυκλώνουν ένα πάρκο και ακριβώς μισή ώρα αργότερα κατά την εξέλιξη της αφήγησης να μην σκέφτεσαι αυτό το γεγονός και τα συντελούμενα που φέρνει μαζί του, αλλά να συμπονάς τους ήρωες που προσπαθούν να τα βγάλουν πέρα στις καθημερινές δυσκολίες. Να ξέρεις πως πηγή της αφόρητης πίκρας δεν είναι η βία αλλά η ακαθόριστη τροπή της τύχης και η αμφισβήτηση οτιδήποτε θεωρούνταν ως χθες δεδομένο. Πολύ δύσκολο πράγμα!

εικόνα άρθρου (Amanda, του Mikhaël Hers)

Αλλά ως εκ θαύματος ο Hers τα καταφέρνει και η ταινία του παίρνει πολλούς επιπλέον βαθμούς γι’ αυτό. Και μπορεί να μην φτάνει ποτέ το διορατικό μεγαλείο του αριστουργηματικού “Manchester by the Sea” (κορωνίδα των τελευταίων ετών στο υπαρξιακό σινεμά κι αληθινή σπουδή πάνω στην απώλεια) ή να μην είναι ανάλογα συναρπαστικό με το “Thunder Road” για το οποίο γράψαμε την προηγούμενη εβδομάδα, αλλά καταφέρνει να συγκρατήσει συναισθηματικά τον αληθινά δεκτικό θεατή. Ή μπορεί σε πολλές στιγμές να αποδεικνύεται κατώτερο των προσδοκιών κι άνευρο λόγω των αδύναμων ερμηνειών, ενώ σ’ άλλες να γίνεται θερμότατο και να ξεπέφτει σε αμήχανες δραματικές εξάρσεις, αλλά πρέπει να παραδεχτούμε πως είναι κατά βάθος ένα ανθρώπινο και ειλικρινές φιλμ που αποτυπώνει με ενάργεια όλη την αγάπη και την αλληλεγγύη του δημιουργού για τους ανθρώπους· και μαζί αν θέλετε, την αισιοδοξία του για τη μοίρα τους. Ταινία που αξίζει να τη δείτε σε μια σκοτεινή αίθουσα.

Ελπίζω να έχετε μια αξέχαστη προβολή.

εικόνα άρθρου (Amanda, του Mikhaël Hers)

Amanda, του Mikhaël Hers
Είδος: Δράμα
Διάρκεια: 107΄
Βαθμολογία: 7/10

εικόνα αρθρογράφου (Γιώργος Κοκτσίδης)

σχετικά με τον αρθρογράφο
Γιώργος Κοκτσίδης

Γεννήθηκα στη Θεσσαλονίκη και σπουδάζω Ιατρική. Μεγαλώνοντας κι έχοντας πάντα μια ηλικία κάπως διαφορετική απ' τη δική μου, κατά τρόπο εντελώς παράδοξο, συνήθισα περισσότερο να γράφω παρά να μιλάω. Η αγάπη μου για τον κινηματογράφο βρίσκεται κυρίως στην coca-cola και τα popcorn των Village Cinemas κι όπως για κάθε παιδί τ' όνειρό μου έμεινε για πάντα καρφωμένο στον Gandalf και τον James Bond. Έμαθα ν' αγαπώ τον σκανδιναβικό κινηματογράφο και παρασύρθηκα στο film noir των Αμερικανών. Μοναδικό μου δόγμα είναι μάλλον εκείνο του Λειβαδίτη, να πιστεύω στο απίστευτο που είναι και η πιο αληθινή μας ιστορία. Γιατί καλώς ή κακώς, ο κόσμος μας είναι αυτός του κινηματογράφου, και πίσω απ' τον Woody Allen ας παραδεχτούμε ότι τίποτα δεν είναι ψεύτικο αν «χρειάζεσαι τ' αυγά».

Artcore magazine's footer