Άρθρα :: In a Cinemanner of Speaking articles :: selected column

επιλογή γλώσσας
choose language

Ο πολύχρωμος κόσμος του Pedro Almodóvar

εικόνα εξωφύλλου άρθρου (Ο πολύχρωμος κόσμος του Pedro Almodóvar)

Στις 25 Σεπτεμβρίου, ο Pedro Almodóvar γιορτάζει τα γενέθλιά του, μια ημέρα ξεχωριστή για τον ισπανικό κινηματογράφο, αλλά και για όλους όσοι αγάπησαν τους χαρακτήρες και τα χρώματα των ταινιών του. Παραγωγικός όσο λίγοι και πρωτότυπος όσο κανένας, μας δίνει άλλη μία αφορμή για να ανατρέξουμε σε παλιές αγαπημένες ταινίες του.

Μujeres Al Borde De Un Ataque De Nervios (1988)

εικόνα άρθρου (Ο πολύχρωμος κόσμος του Pedro Almodóvar)

Στην ταινία «Γυναίκες στα Πρόθυρα Νευρικής Κρίσης», βρισκόμαστε στη Μαδρίτη, όπου η Pepa, μια τηλεοπτική ηθοποιός, ανακαλύπτει ότι ο σύντροφός της, Ivan, την χώρισε με ένα απλό μήνυμα στον τηλεφωνητή. Όταν αρχίζει να τον ψάχνει για να ζητήσει εξηγήσεις, τα πράγματα παίρνουν αναπάντεχη τροπή. Αρχικά, εμφανίζεται η κολλητή της φίλη, η οποία δείχνει ταραγμένη καθώς διατηρεί ερωτική σχέση μ' έναν άντρα που αποδεικνύεται Σιίτης τρομοκράτης. Παράλληλα, η σύζυγος του Ivan δείχνει αποφασισμένη να πάρει τη δική της εκδίκηση. Μετά από μια αλληλουχία γεγονότων όπου η Pepa, με κωμικό τρόπο, χάνει αρκετές φορές την ευκαιρία να συναντήσει τον Ivan στο παρά πέντε, παρακολουθούμε τη συνάντηση της Pepa και της φίλης της με την εκνευρισμένη σύζυγο του Ivan, με τον γιο του και τη φίλη του και δύο αστυνομικούς που ερευνούν την τρομοκρατική επίθεση.

Ο νεαρός, τότε, Almodóvar δημιούργησε μια ρομαντική κομεντί που αναφέρεται στις συμπτώσεις και στο παιχνίδι της τύχης. Κρατάει διαρκώς σε εγρήγορση τον θεατή με τη γρήγορη διαδοχή των γεγονότων, γεγονός που δεν επιτρέπει σεναριακά την παρεμβολή «νεκρών» σημείων στη σύντομη διάρκεια της ταινίας. Πρωταγωνιστεί η Carmen Maura, γνωστή αλμοδοβαρική μούσα, ενώ το έργο ήταν υποψήφιο για Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας. Η συνύπαρξη πολλών χαρακτήρων σε κάθε σκηνή σε συνδυασμό με τη ζωηρή φυσιογνωμία του καθενός, κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον μας, ενώ το τεχνητό σκηνικό που έχει στηθεί και λειτουργεί ως ο χώρος του σπιτιού της Pepa, έχει τα κατάλληλα χαρακτηριστικά ώστε η γενικότερη αισθητική της ταινίας να μην φαίνεται άχαρη.

Tacones Lejanos (1991)

εικόνα άρθρου (Ο πολύχρωμος κόσμος του Pedro Almodóvar)

Τα «Ψηλά Τακούνια» φέρνουν ευρύτερη αναγνωρισιμότητα στον Almodóvar, μετά την παγκόσμια επιτυχία του «Γυναίκες στα Πρόθυρα Νευρικής Κρίσης» του 1988. Η Rebeca Giner (Victoria Abril) έρχεται σε επαφή με τη μητέρα της Becky (Marisa Paredes) μετά από μακρόχρονη απουσία της δεύτερης στο εξωτερικό προκειμένου να αφοσιωθεί στην καριέρα της. Οι ηρωίδες, στο έργο αυτό, βιώνουν καταστάσεις αποξένωσης, πνιγμένης τρυφερότητας κι εσωτερικού ανταγωνισμού, οι οποίες εξελίσσονται αβίαστα. Επιτυχία έναντι ευτυχίας είναι το μοτίβο που φαίνεται να κυριαρχεί, καθώς η επιτυχία της μητέρας κάνει δυστυχισμένη την κόρη της. Οι δύο αυτές γυναίκες βρίσκονται σε μια συνεχή μάχη που, όμως, δεν έχει κηρύξει ξεκάθαρα καμία από τις δυο πλευρές. Η ενοχική σιωπή που αγκαλιάζει τις αντίζηλες μητέρα και κόρη, αλλά και η αδιαπραγμάτευτη αμοιβαία αγάπη, δίνουν στον Almodóvar την ευκαιρία να διηγηθεί μια ιστορία ειλικρινή και πολύχρωμη, παρά τις επιμέρους σκοτεινές πτυχές της. Ο κόσμος του θεάματος στον οποίο η Becky έχει γνωρίσει την απόλυτη επιτυχία, φαντάζει άδειος στην πιθανότητα να μη βρίσκεται δίπλα στην κόρη της, την οποία η ίδια θυσίασε στο βωμό της καριέρας της. Η ενδιαφέρουσα αυτή αντίφαση ενδυναμώνει ακόμα περισσότερο τον δεσμό των δύο γυναικών που ανακαλύπτουν εκ νέου τη σχέση τους σε αυτή την ύστατη προσπάθεια επανασύνδεσης.

Todo Sobre Mi Madre (1999)

εικόνα άρθρου (Ο πολύχρωμος κόσμος του Pedro Almodóvar)

Το «Όλα για τη Μητέρα μου» αποτελεί έναν ύμνο στη γυναίκα. Ο Almodóvar αγαπάει τους γυναικείους χαρακτήρες του, τους αναπτύσσει πολύπλευρα, και τους επιτρέπει να ζήσουν μια ζωή ρεαλιστική, σαν καθημερινοί άνθρωποι. Σε μία σκληρή πραγματικότητα, η Manuela (Cecilia Roth) έχει χάσει τον νεαρό γιο της σε δυστύχημα και ταξιδεύει στη Βαρκελώνη προκειμένου να αναζητήσει τον πατέρα του παιδιού της, ο οποίος είναι πλέον τραβεστί. Ο Almodóvar αφιερώνει την ταινία αυτή στις γυναίκες που υποδύθηκαν τις ηθοποιούς, στις γυναίκες που παίζουν τον ρόλο της γυναίκας, στους άνδρες που παίζουν τον ρόλο της γυναίκας, σε όλες τις μητέρες, για να καταλήξει τελικά στο πρόσωπο της δικής του μητέρας. Το αλμοδοβαρικό αυτό δράμα, ντύνει τους χαρακτήρες του στα κόκκινα, τους δίνει υπόσταση που αγγίζει τα όρια του τολμηρού εντός της σφαίρας του ρεαλιστικού και αγκαλιάζει τους «ατελείς» ήρωές του με βουβή κατανόηση. Ο ίδιος ο σκηνοθέτης μετατρέπεται σε παρατηρητής των πρωταγωνιστών του, χωρίς ποτέ να τους κρίνει για τη ζωή και τις επιλογές τους. Η ταινία «Όλα για τη Μητέρα μου» κέρδισε το Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας, καθιστώντας πλέον τον Almodóvar έναν από τους μεγαλύτερους σκηνοθέτες της γενιάς του.

Hable Con Ella (2002)

εικόνα άρθρου (Ο πολύχρωμος κόσμος του Pedro Almodóvar)

Το «Μίλα της», ίσως η πιο λιτή και βαθιά συγκινητική δουλειά του σκηνοθέτη, είναι μια ελεγεία στη δύναμη του λόγου και της μνήμης. Ο Benigno (Javier Cámara) και ο Marco (Darío Grandinetti) φροντίζουν δύο νοσηλευόμενες γυναίκες που βρίσκονται σε κώμα, ο καθένας για τους δικούς του λόγους και με τη δική του ιστορία. Μοναδική παρηγοριά στην αφοπλιστική απουσία του λόγου αποτελεί το παρελθόν και οι αναμνήσεις που οι δύο άνδρες θα ανακαλέσουν προκειμένου να ανταπεξέλθουν στην πραγματικότητα. Μέσα σε αυτή την κινηματογραφική πραγματικότητα, το υπέροχο soundtrack του Ablerto Iglesias γεμίζει τους άδειους χώρους του νοσοκομείου και αντικαθιστά τη σιωπή που σπάει κόκκαλα, δίνοντας έδαφος σε φαντασιακές καταστάσεις. Η μνήμη θα λειτουργήσει αναλγητικά για τους δύο χαρακτήρες, οι οποίοι όμως δεν αντιλαμβάνονται με τον ίδιο τρόπο τον προφορικό λόγο· ο Marco θεωρεί άσκοπο το να μιλάει στη φίλη του Lydia (Rosario Flores) μιας και εκείνη δεν μπορεί να τον ακούσει, ενώ ο Benigno περνά ολόκληρες ώρες μιλώντας στην κοπέλα που φροντίζει. Σημασία για τον Almodóvar μοιάζει να μην έχει η δυνατότητα απόκρισης ή ακόμα και αντίληψης του λόγου, αλλά ο ίδιος ο λόγος ως αυθύπαρκτη οντότητα, ικανή να σώσει και να λυτρώσει. Ο τίτλος της ταινίας είναι μια προτροπή («Μίλα της») που αντικατοπτρίζει την ευαισθησία του δημιουργού του και την βαθιά ανάγκη του για ανθρώπινη επαφή. Παρόλο που στη συγκεκριμένη περίπτωση, πρωταγωνιστές του Almodóvar φαίνεται να είναι οι δύο άνδρες, μια πιο προσεκτική ματιά έρχεται να μας διαψεύσει· Οι γυναίκες – ακόμα και εν αγνοία τους – ειναι εκείνες που αγγίζουν τις πιο ευαίσθητες χορδές των δύο ανδρών, όσο εκείνοι χτίζουν τις αναμνήσεις και τα όνειρά τους γύρω από τις δύο αυτές αναίσθητες φιγούρες που αγάπησαν.

La Μala Εducacion (2004)

εικόνα άρθρου (Ο πολύχρωμος κόσμος του Pedro Almodóvar)

Ο ταλαντούχος Gael Garcia Bernal υποδύεται έναν νεαρό ηθοποιό που καταφτάνει στο γραφείο του διάσημου σκηνοθέτη Enrique Goded, παριστάνοντας τον Ignacio, έναν παλιό συμμαθητή του Enrique στο καθολικό σχολείο που φοιτούσαν μικροί. Ο Enrique αρχικά δείχνει να μην τον αναγνωρίζει, αλλά, όταν τελικά πείθεται πως είναι αυτός, δέχεται να διαβάσει το σενάριο που του έχει φέρει. Το σενάριο αφορά τη σχέση τους στο σχολείο και τους λόγους που αυτή καταστράφηκε από έναν ιερέα που είχε εμμονή με τον Enrique. Ο Ignacio αποβάλλεται από το σχολείο και στη συνέχεια γίνεται τρανσέξουαλ και εθίζεται στα ναρκωτικά. Μετά από πολλά χρόνια επιστρέφει πίσω στο σχολείο όπου έχει ένα επεισοδιακό τετ-α-τετ με τον παιδόφιλο ιερέα. 

H ιστορία ξεδιπλώνεται μπροστά μας, αλλά τα όσα παρακολουθούμε μοιάζουν ακαθόριστα, καθώς αρχικά δεν γνωρίζουμε αν τα τεκταινόμενα αφορούν την πραγματική ροή, την οπτική γωνία του Enrique ή αν είναι πλάνα από την ταινία που επρόκειτο να γυριστεί. Η αλήθεια τελικά αποκαλύπτεται, όταν ο ιερέας, γερασμένος πια, εμφανίζεται στα γραφεία παραγωγής και εξηγεί τα γεγονότα στον Enrique. 

Η «Κακή Εκπαίδευση» αποτελεί μια ωδή στη δραματική τέχνη και αποτυπώνει την ικανοποίηση που προσφέρει η δημιουργία μιας στρεβλής πραγματικότητας στα πλαίσια της ηθοποιίας καθώς και την προσκόλληση σε μια ιστορία που φανερώνει τα πάθη του παρελθόντος. Ο Almodóvar τοποθετεί αριστοτεχνικά τα γεγονότα μεταξύ του παρόντος και ενός παρελθόντος όπου η συντηρητική καθεστηκυία αντίληψη καταπιέζει τόσο, ώστε να αφήσει το στίγμα της στους πρωταγωνιστές. Παρακολουθούμε ένα φιλμ για τη δύναμη της μνήμης και τη δυνατότητά της να σκαρφιστεί μια ιστορία και να την μετατρέψει σε αυτοβιογραφία.

La Piel Que Habito (2011)

εικόνα άρθρου (Ο πολύχρωμος κόσμος του Pedro Almodóvar)

Μετά τον θάνατο της γυναίκας του, ο Robert Ledgard, ένας επιφανής πλαστικός χειρουργός προσπαθεί να δημιουργήσει ένα νέο είδος συνθετικού δέρματος το οποίο θα είναι ανθεκτικό σε κάθε είδος φθοράς. Θύμα αυτού του εγχειρήματος είναι μια μυστηριώδης γυναίκα, ονόματι Vera Cruz, την οποία κρατάει αιχμάλωτη και χρησιμοποιεί ως πειραματόζωο. Ο Robert και η συνεργός του Marilla κρατούν καλά κρυφό το μυστικό τους μέχρι την ημέρα που εμφανίζεται ο γιος της και θέτει σε κίνδυνο την όλη επιχείρηση. Ο γιος της, ένας δραπέτης, ανακαλύπτει τι συμβαίνει στο σπίτι του Ledgard και αφού καταφέρνει να βρει την Vera και να τη βιάσει, πέφτει νεκρός από το όπλο του Ledgard. Έτσι πυροδοτείται μια σειρά αποκαλύψεων που αφορούν τον γιο της Marilla και τη σχέση του με τον Robert και τη νεκρή γυναίκα του.

Ένα καταιγιστικό δράμα που σε πολλές περιπτώσεις αγγίζει τα όρια του ψυχολογικού θρίλερ, «Το Δέρμα που Κατοικώ» είναι η πρώτη συνεργασία του Almodóvar με τον Antonio Banderas, μετά από είκοσι ένα χρόνια και το ''Atame''. Η συγκλονιστική Μarisa Paredes στο ρόλο της Marilla, κλέβει την παράσταση με την επιβλητική και δυναμική ερμηνεία της.

Η δημιουργία μιας επιτηδευμένα αλλόκοτης και extravagant ατμόσφαιρας καθηλώνει τον θεατή, ενώ η αποκάλυψη της αλήθειας και η εξιστόρηση του παρελθόντος της Vera Cruz σχεδόν σοκάρει και προκαλεί δέος. Η αμέριστη προσοχή του Almodóvar σε κάθε λεπτομέρεια του σκηνικού στοχεύει στη διαμόρφωση μιας ψυχρής και απόμακρης αισθητικής που αφήνει μια απάνθρωπη γεύση. Η φαντασία τρέχει σε περίεργα μονοπάτια, καθώς ξετυλίγεται το κουβάρι για να έρθει τελικά η επιβεβαίωση του μοναδικού της όλης υπόθεσης. Σε ακόμα μια ταινία του ο Almodóvar καταπιάνεται με το θέμα του φύλου και της ανθρώπινης αντίληψης γύρω απ' αυτό, ενώ δοκιμάζεται η ίδια η ύπαρξη και η αντοχή σε ακραίες καταστάσεις. Η συνύπαρξη δράματος και μυστηρίου καθιστά την ταινία άκρως επιτυχημένη και δικαίως κατακτά μια θέση στα πιο αξιόλογα έργα του Almodóvar.

Julieta (2016)

εικόνα άρθρου (Ο πολύχρωμος κόσμος του Pedro Almodóvar)

Η νέα ταινία του Almodóvar άνοιξε το 22ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας και αποτελεί την επίσημη πρόταση της Ισπανίας για το Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας. Το προσωποπαγές αυτό δράμα έχει ως πυρήνα του τη Julieta (Emma Suárez) και το μεγάλο ταξίδι που πραγματοποιεί σε έναν ευρύτερο άξονα. Το ταξίδι αυτό που εξελίσσεται τόσο σε χρονικό όσο και σε τοπικό πλαίσιο, έρχεται να λειτουργήσει κυρίως αναχρονιστικά, φέρνοντας τη νεαρή Julieta (Adriana Ugarte) αντιμέτωπη με την ξαφνική εξαφάνιση της κόρης της και την επίπτωση που είχε στη ζωή της. Η Julieta αναλαμβάνει τον ρόλο του αφηγητή, με μοναδικό σκοπό να περιγράψει την ιδιαίτερη σχέση που διατηρούσε με την κόρη της μετά τον θάνατο του πατέρα, ερμηνεύοντας συχνά αφελώς τα γεγονότα της ζωής της. Έχοντας πια σημαντική κινηματογραφική εμπειρία στα θέματα μητρικής αγάπης και σχέσεων, ο Almodóvar εκθέτει κυριολεκτικά γυμνό τον ψυχισμό της γυναίκας, διερωτώμενος αν είναι περίπλοκος ή αφοπλιστικά απλός, για να ολοκληρώσει την ταινία με το αγαπημένο του μετέωρο τέλος. Τα πάντα αφήνονται στην τύχη και στο ίδιο το μέλλον, αφού μένουν ακόμα πράγματα να ειπωθούν που δεν θα δούμε ποτέ στη οθόνη. Ο σκηνοθέτης έκανε τη δουλειά του και είναι σίγουρα καλή, αφήνοντας τα υπόλοιπα στη σκέψη και τη φαντασία του καθενός.

εικόνα αρθρογράφου (Άννα μ. Μ.)

σχετικά με τον αρθρογράφο
Άννα μ. Μ.

Η Άννα μ. Μ. αγαπάει τον κινηματογράφο, τα χοντρά παπλώματα, την ποίηση, την κανέλα, τις συζητήσεις δίχως αρχή και τέλος, τη Μαδρίτη, τους συγγραφείς που την παίρνουν από το χέρι. Η Άννα μισεί τα αεροπλάνα, το 78Ν τα σαββατόβραδα, τα χάδια στα μαλλιά, το άρωμα του πικραμύγδαλου, το πορτοκαλί χρώμα, τις μεγάλες εισαγωγές σε τραγούδια, να γράφει για τον εαυτό της σε τρίτο πρόσωπο.

εικόνα αρθρογράφου (Δημήτρης Μπακούρας)

σχετικά με τον αρθρογράφο
Δημήτρης Μπακούρας

Γεννήθηκα μια κρύα νύχτα του Οκτώβρη του '94 στο μακρινό Ludwigsburg της Γερμανίας και οι γονείς μου, πριν καν κλείσω τα τρία μου χρόνια, με έφεραν πίσω στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στα Κουφάλια Θεσσαλονίκης. Από τότε έψαχνα διαρκώς τρόπο να φύγω και τελικά η ζωή με έφερε φοιτητή στο πολυτεχνείο Θεσσαλίας. Επειδή όμως είμαι κακομαθημένος και έχω τάσεις φυγής χάνομαι με τις ώρες στα χρώματα, τη νοσταλγία, τους χαρακτήρες και τη δραματουργία του κινηματογράφου, που καμιά φορά ξεχνάω να κοιμηθώ. Καταριέμαι συχνά τη ζωή μου αν και τον περισσότερο καιρό είμαι αισιόδοξος και καμιά φορά επηρμένος χωρίς απολύτως κανένα λόγο. Κολλημένος με το κλασσικό ροκ, ζω ελπίζοντας πως ο R. Plant θα αλλάξει γνώμη και θα πάρει τους υπόλοιπους για μια τελευταία περιοδεία η οποία θα περνάει από την Ελλάδα.

Artcore magazine's footer