Άρθρα :: Cinema-Gazette articles :: selected column

επιλογή γλώσσας
choose language

24.07
2014

A WAR E

εικόνα εξωφύλλου άρθρου (A WAR E)

A WAR E: εικαστική έκθεση με έργα των Mona Hatoum, Adela Jušić, Silvia Kolbowski και Πάκυ Βλασσοπούλου, σε επιμέλεια του Κώστα Στασινόπουλου, που θα πραγματοποιηθεί στα πλαίσια του 2ου Syros International Film Festival μεταξύ 26 Ιουλίου – 1 Αυγούστου 2014 στη Σύρο. Στα πλαίσια του φετινού φεστιβάλ με θέμα τα σύνορα, η έκθεση συμπεριλήφθηκε ώστε να επικεντρώσει το ενδιαφέρον στις διαφορετικές χρήσεις του φιλμ ως καλλιτεχνικό μέσο και στην δημιουργικότητα που αυτό εμπνέει.

Προβάλλοντας τον Πόλεμο

Έχει συχνά υποστηριχθεί, αλλά και αποτελέσει αντικείμενο έντονων συζητήσεων, ότι η ψυχαναλυτική θεωρία και η καλλιτεχνική δραστηριότητα αποτελούν αναποτελεσματικά μέσα πολιτικής αντίστασης στον πόλεμο. Παρ’όλα αυτά, η ψυχανάλυση έχει δημιουργήσει ένα σημαντικό όγκο εργασίας και επιχειρημάτων γύρω από τον πόλεμο που έχουν δώσει το έναυσμα για ζωηρούς και παραγωγικούς διαλόγους μέχρι σήμερα. Όπως υποστηρίζει σχετικά η ιστορικός τέχνης, Mignon Nixon: «η αντίσταση μέσω της τέχνης στον πόλεμο, συχνά καταλογίζεται ως μάταιη. Είναι σαν οι καλλιτεχνικές απαντήσεις στον πόλεμο, να πέτυχαν μόνο [στο] ν’απογυμνώσουν την τέχνη – και το κοινό της – από την πολιτική τους αξιοπρέπεια». Τα έργα της έκθεσης εξερευνούν διαφορετικά είδη πολεμικών συγκρούσεων και προσφέρουν την ευκαιρία στο κοινό να έρθει σ’ επαφή με σύγχρονη καλλιτεχνική δημιουργία που στοχάζεται πάνω στην μακρόχρονη άρνηση να γίνει αντιληπτός ο πόλεμος με ψυχικούς όρους.

«Τι είναι αυτό που βρίσκεται μέσα στον άνθρωπο που τον κάνει να ξέρει τα πάντα για τον πόλεμο;», αναρωτιέται η Gertrude Stein στο έργο της “Wars I Have Seen” το 1945 μια ερώτηση που εκκρεμεί και επιμένει σε μνήμες παλαιοτέρων τραυμάτων και στοιχειώνει διαμάχες που πρόκειται να ακολουθήσουν. Η έκθεση A WAR E παρουσιάζει γυναίκες καλλιτέχνες των οποίων το έργο εξερευνά πώς η δημόσια και η ιδωτική διάσταση, η ψυχική και η κοινωνική, η υποκειμενική και η υλική κρατούνται συχνά σε απόσταση, μέσα από αυταρχικές διαιρέσεις ιστορικών και πολιτικών αφηγήσεων. Η έκθεση αποτελείται από μικτά μέσα όπως βίντεο, βιβλία και οθόνες και στεγάζεται σε δημοτικό σχολείο της Σύρου, χώρος που σηματοδοτεί τη γνώση, την κοινωνική συναναστροφή αλλά και το παιχνίδι.

Έργα τέχνης που αφορούν το υποσυνείδητο γίνονται αντικείμενα προβολής και παρακολούθησης στον χώρο του σχολείου, ο οποίος λειτουργεί σαν μεταφορά μιας σκηνής από την οποία ο επισκέπτης καλείται να δοκιμάσει τα ατομικά και κοινωνικά όρια του. Η προβολή, στην ψυχαναλυτική θεωρία, ορίζεται ως ένας αμυντικός μηχανισμός του υποκειμένου, το οποίο συχνά αρνείται να δεχτεί και να αναγνωρίσει ορισμένα στοιχεία και συναισθήματα μέσα του και μέσω αυτού του μηχανισμού τα αποβάλλει και τα προβάλει σε κάποιον άλλον. Χρησιμοποιώντας την τεχνική της προβολής, κυριολεκτικά και μεταφορικά, τα έργα της έκθεσης παρουσιάζουν επιφάνειες, συναισθηματικά φορτισμένες, οι οποίες θολώνουν τα όρια του καλού και του κακού, του εαυτού και του Άλλου, του «μέσα» και του «έξω». Τα έργα της έκθεσης προτείνουν στο θεατή ένα διάλειμμα περισυλλογής και εξερεύνησης του υποσυνείδητου. Κατά τη διάρκεια της επίσκεψης δημιουργούνται οι συνθήκες ώστε να αφουγκραστεί ο θεατής τη θέση του μέσα στην ιστορία λαμβάνοντας υπόψη αυτά που η συλλογική μνήμη διεκδικεί και αυτά στα οποία αντιστέκεται.

Οταν μιλάς για ένα συναίσθημα κατακερματισμού

Το Measures of Distance (1988) είναι ένα δομικά περίπλοκο έργο. Κατά τη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου στον Λίβανο η Mona Hatoum βρισκόταν εξόριστη στο Λονδίνο. Το 1981 κατάφερε να πραγματοποιήσει ένα ταξίδι στη γενέτειρά της για να επισκεφτεί την οικογένεια της όποτε και φωτογράφισε την μητέρα της στο οικογενειακό μπάνιο, ηχογραφώντας την συνομιλία τους. Επιστρέφοντας στο Λονδίνο, δημιούργησε ένα βίντεο με την συνομιλία και τις φωτογραφίες της μητέρας της, τις οποίες επικάλυψε με γράμματα που λάμβανε από αυτήν. Τα γράμματα είναι γραμμένα στα Αραβικά και η καλλιτέχνης τα διαβάζει σε αγγλική μετάφραση με έναν αποστασιοποιημένο αλλά και θλίμμενο τόνο στην φωνή της. Η συνομιλία των δυο γυναικών και η παράλληλη μετάφραση σε άλλη γλώσσα προσδίδει έναν ιδιότυπο ρυθμό στο έργο και τα διαφορετικά επίπεδα πληροφόρησης οδηγούν το θεατή σε συνεχείς ψυχικές μετατοπίσεις. Ο θεατής εισέρχεται στο προσωπικό περιβάλλον της Hatoum το οποίο όμως σταδιακά αποσταθεροποιείται από αφηγήσεις για τον πόλεμο. Οι προσωπικές εκφάνσεις του έργου υπογραμμίζουν την αίσθηση του «οικείου» που αναπτύσσεται στον θεατή, ο οποίος νοητά μεταφέρεται στο πατρικό σπίτι, ενώ παράλληλα τονίζουν την «οικεία» διάσταση του πολέμου. Το αραβικό κείμενο που καλύπτει το γυναικείο σώμα των φωτογραφιών δημιουργεί ένα εικονικό φράγμα που παραπέμπει σε συρματόπλεγμα ή πέπλο. Η γυναίκα είναι οπτικά εκτεθειμένη και υπό παρακολούθηση, εγκλωβισμένη αλλά και περιτυλιγμένη ταυτόχρονα από τη γλώσσα. Βρίσκεται σφιχτά αγκαλιασμένη με αυτά που λέει μια μητέρα σε μια κόρη και η κυριαρχία του βλέμματος στην εικαστική θέαση αποδυναμώνεται. Μιλάει για αγάπη και σεξουαλικότητα, πόλεμο και εξορία, απώλεια και πόνο, και, όπως ακούγεται στο έργο, για «ανοησίες γυναικών». Λέξεις γραμμένες από μια μητέρα και διαβασμένες από μια κόρη γίνονται η πρώτη ύλη για μια καλλιτέχνη. Το κάδρο του έργου συγκρατεί τα ψυχικά θραύσματα του τραύματος και η πολυφωνικότητα του προσωπικού βιώματος έρχεται σε ρήξη με την καταγεγραμμένη και διαδεδομένη ιστορική αφήγηση. Ανατρέποντας προκαταλήψεις που παρουσιάζουν την γυναίκα ως σιωπηλή, παθητική, δίχως σεξουαλικότητα, η Hatoum «έσκαψε σε προσωπικές εμπειρίες [και] τοποθέτησε την εικόνα, ή αυτόν τον άνθρωπο, «την μητέρα μου», σε κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο». Η επιμονή για την ένταξη της γυναίκας σ’ αυτό το πλαίσιο, θέση αμφιλεγόμενη ακόμη και σήμερα, είναι το κειμενικό ύφασμα που περιβάλλει το θηλυκό σώμα σ’ ένα έργο που στέκεται ως κλουβί και πανοπλία ταυτόχρονα.

’Ενας στρατιώτης, δυο στρατιώτες...

Στο αρχικό πλάνο του “The Sniper” (2007) εμφανίζεται ένα χέρι πάνω σε λευκό χαρτί. Η σιωπή και το λευκό πλαίσιο επιστούν την προσοχή στον κόκκινο κύκλο που το χέρι αρχίζει και σχεδιάζει επίμονα. Εν συνεχεία μια γυναικεία φωνή διαβάζει σε ουδέτερο, σχεδόν αδιάφορο τόνο, σημειώσεις που παραπέμπουν σε ημερολόγιο: «2 Νοεμβρίου, ένας στρατιώτης. 3 Νοεμβρίου, ένας στρατιώτης, ένας οδηγός φορτηγού. 4 Νοεμβρίου, δυο στρατιώτες». Το χέρι δεν σταματά να ζωγραφίζει, ο κόκκινος κύκλος μεγαλώνει και οι ημέρες περνούν. Αργότερα, μια φωτογραφία ενός άντρα προβάλλεται πάνω στο χαρτί και το χέρι και άμεσα ο κόκκινος κύκλος βρίσκεται εστιασμένος στο μάτι του άντρα. «Ένας στρατιώτης, ένας στρατιώτης, ένας στρατιώτης, τέσσερις στρατιώτες, ένας οδηγός φορτηγού», η απαρίθμηση στρατιωτών και πολιτών ακούγεται όλο και πιο έντονη και γρήγορη. «3 Δεκεμβρίου, ο πατέρας μου, ο σκοπευτής, σκοτώθηκε από σκοπευτή, στο δεξί του μάτι», η φωνή ανακοινώνει απαθώς. Τα διαφορετικά στοιχεία ενώνονται και το μυστήριο της δράσης λύνεται. Ο κόκκινος κύκλος αντιστοιχεί στους δολοφονικούς στόχους που έσπειραν τον τρόμο στους δρόμους του πολιορκημένου Σαράγεβο στις αρχές της δεκαετίας του 1990, καθώς η δράση των σκοπευτών αποτέλεσε κύριο όπλο των πολεμικών στρατηγικών.

Η Adela Jušić διαπραγματεύεται την προσωπική απώλεια και το τραύμα και καθιστά δύσκολες τις ταυτίσεις του θεατή στο αφηγηματικό πλαίσιο. Το έργο δομείται από το σύνδρομο της επανάληψης, η οποία εμφανίζεται συχνά μετά από ένα τραυματικό γεγονός. Η βίωση της επανάληψης λόγω του τραυματικού γεγονότος επιφέρει αδυναμία λόγου στο υποκείμενο το οποίο επαναλαμβάνει ορισμένες ενέργειες που σηματοδοτούν την σοβαρότητα της ψυχικής ρήξης. Η Jušić σχεδιάζει συνεχώς ένα κόκκινο κύκλο, με οπτικές αναφορές στην παιδική ζωγραφική, και εισέρχεται σε μια ζοφερή ταύτιση με τον θύτη που μετράει επανειλημμένα τα θύματα του. Ο επαναληπτικός λόγος του έργου αποδρά από το προσωπικό τραυματικό πλαίσιο εξετάζοντας τον κίνδυνο που επιφέρει αν κάποιος «ενδώσει στην παρόρμηση της επανάληψης, η οποία έχει την δυνατότητα να αντικαταστήσει της ορμή της μνήμης». Η έμφαση του έργου στο μέτρημα και τη καταγραφή των απωλειών του πολέμου αναδεικνύει την ισοπεδωτική φύση του θανάτου πέρα από εθνικά, θρησκευτικά και κοινωνικοπολιτικά πλαίσια. Ο σειριακός χαρακτήρας των αριθμημένων θυμάτων στο έργο ρίχνει φως στις «οριζόντιες σχέσεις» (όπως αυτές μεταξύ αδελφών, ομάδων, στρατιωτών) και υπογραμμίζει πως στον πόλεμο οι εχθροί αντιμετωπίζονται ως διαφορετικοί για να μπορέσει ο άνθρωπος να διαχειριστεί τον τρόμο της ομοιότητας ̇ στο χαρτί και στο θάνατο.

Κοίτα πως σε ξεχνώ

Το “After Hiroshima Mon Amour” (2008) είναι ένα πρότζεκτ που δύσκολα κατηγοριοποιείται εικαστικά και κάθε του θέαση προκαλεί καινούριες σκέψεις και βαθύτερους προβληματισμούς. Είναι ένα έργο στο οποίο τα θέματα της αγάπης και της εχθρότητας, της μνήμης και της απώλειας επαναλαμβάνονται προκαλώντας την όραση και τη γνώση του θεατή. Το Hiroshima Mon Amour (1959), η γνωστή ταινία του Alain Resnais βασισμένη στο σενάριο της Marguerite Duras, ήταν αρχικά προορισμένη να είναι ένα ντοκιμαντέρ για την πτώση της ατομικής βόμβας στην Χιροσίμα κατά τη διάρκεια του Β ́ Παγκοσμίου Πολέμου. Εμπνευσμένοι από αυτή την καθοδήγηση, οι Resnais/Duras δημιούργησαν μια ταινία που αφηγείται την ιστορία αγάπης μιας Γαλλίδας ηθοποιού (Αυτή) και ενός Γιαπωνέζου αρχιτέκτονα και πρώην στρατιώτη (Αυτός) στην πόλη της Χιροσίμα, δώδεκα χρόνια μετά τον βομβαρδισμό. Η επαναληπτική φύση των διαλόγων του ζευγαριού αποσκοπεί στην εξερεύνηση του τραυματικού γεγονότος και των ψυχικών και κοινωνικών μηχανισμών μνήμης και λήθης. Η προσπάθεια της ηρωίδας να αφουγκραστεί τον τρόμο της ιστορικής επίθεσης διακόπτεται συχνά από τον συνομιλητή της, ο οποίος την επιδοκιμάζει και της προσάπτει πως: «δεν είδες τίποτα στην Χιροσίμα» και «δεν είσαι προικισμένη με μνήμη».

Η Silvia Kolbowski στο After Hiroshima Mon Amour παρεμβαίνει στους τίτλους αρχής της ταινίας και τους επικαλύπτει με δικούς της, θέλοντας έτσι να δημιουργήσει στον θεατή μια παραπλανητική προσδοκία συγχρονισμού μεταξύ των δυο έργων. Οι εικόνες του αγκαλιασμένου ζευγαριού καλλυμένου από στάχτες, διαπλέκονται με θολές σκηνές που καταγράφουν την εισβολή Αμερικανών στρατιωτών σε σπίτια αμάχων πολιτών στο Ιράκ. Δέκα ηθοποιοί παίζουν το αρχικό ζευγάρι ενώ κατά τη διάρκεια του έργου οι ρόλοι των δυο πρωταγωνιστών εναλλάσσονται μεταξύ τους. Με αυτό τον τρόπο η Kolbowski πραγματεύεται στο έργο της θέματα φυλετικής καταγωγής, εθνικής ταυτότητας και φύλου. Οι ηθοποιοί πραγματοποιούν πιστές αναπαραστάσεις των αρχικών ασπρόμαυρων σκηνών, οι οποίες εμπλουτίζονται με υλικό από το διαδίκτυο που έχει υποστεί χρωματική επεξεργασία και αποτυπώνει το πολεμικό τοπίο του Ιράκ και την εγκατάλειψη της Νέας Ορλεάνης. Οι διάλογοι του ζευγαριού είναι κυρίως βουβοί, ενώ ήχος και εικόνα παρουσιάζονται ασυγχρόνιστα. Η οπτική αυτή πολυπλοκότητα ενισχύεται από το κείμενο της Kolbowski, βασισμένο στο σενάριο και τις σημειώσεις της Duras, και δημιουργεί μια μη-γραμμική αφήγηση. Η καλλιτέχνης εξερευνεί την διυποκειμενική σχέση ιστορικού τραύματος και προσωπικής εμπειρίας και αναδεικνύει τον φετιχισμό ως στάδιο της τραυματικής κατάστασης. Το After Hiroshima Mon Amour είναι remake μιας ταινίας, η οποία με την σειρά της συνδιαλέγεται με ένα ιστορικά τραυματικό γεγονός. «Είναι επίσης «μετά» την Χιροσίμα, ένα γεγονός που δεν έχει τελειώσει: υπάρχει χρονική συνέχεια μεταξύ της ατομικής βόμβας και της παρούσας πολεμικής κατάστασης», όπως υποστηρίζει η ιστορικός και κριτικός τέχνης Rosalyn Deutsche. Η Kolbowski, γοητευμένη από την παθολογία που χαρακτηρίζει το «μεταπολεμικό», χρησιμοποιεί τεχνικές κερματισμού για να φτιάξει ένα έργο που αέναα θα επαναδημιουργείται. Το After Hiroshima Mon Amour, μέσω της δημιουργικής αμφιθυμίας του για τον ιστορικό χρόνο, προτείνει πως το παρελθόν είναι πάντα μπροστά μας και το «να ενθυμούμαστε αφορά πάντα το να ανακαλύπτουμε και ποτέ να ανασύρουμε».

33,478

Το 33,478 (2014) είναι ένα γλυπτό της Πάκυ Βλασσοπούλου που αποτελείται από ένα μεγάλο ξύλινο τραπέζι το οποίο φιλοξενεί ερειπωμένα αντικείμενα σε μια κατάσταση συγκρατημένης αιώρησης. Η επιφάνεια του τραπεζιού διαμορφώνεται από τεμαχισμένα ξύλινα κομμάτια, αιχμηρά μαρμάρινα θραύσματα και σκισμένες ράχες βιβλίων. Η καλλιτέχνης συνέλεξε βιβλία και έσκισε όλες τις σελίδες τους, έτσι ώστε, από το αρχικό αντικείμενο να παραμείνει μόνο η ράχη του και στη συνέχεια συνέραψε ορίσμενες από τις ράχες με κόκκινη κλωστή. Τα μαρμάρινα θραύσματα παραπέμπουν σε μαχαίρια ενώ ταυτόχρονα αποτελούν απομεινάρια μιας γλυπτικής δομής που ο θεατής καλείται να συνθέσει στη φαντασία του ως όλον. Τα ξύλινα κομμάτια συνδυάζονται και σχηματίζουν ένα πάραδοξο μοτίβο ενοποιημένου κατακερματισμού. Κάθε στοιχείο της επιφάνειας έχει υποστεί την επιθετική ενόρμηση της καλλιτεχνικής πράξης και παρουσιάζεται ως ένα αντικείμενο ικανοποίησης και ματαιώσης. Σκίζεται, ράβεται, κόβεται, υφίσταται επίθεση και «επανόρθωση» και καταλήγει να υπάρχει μόνο ως το μέρος που στηρίζει το όλο ̇ το εικαστικό αντικείμενο εμφανίζεται ως «μερικό αντικείμενο». Η Βλασσοπούλου διερευνά «σχέσεις γνώσης και εξουσίας», πραγματοποιεί μια «ανασκαφή σε σύμβολα που [την] αφορούν προσωπικά» και μέσω διεργασιών προσφέρει ως «αντίβαρο [την] δική [της] σωματική σχέση και εμπειρία με την γνώση και την ύλη».

Η αρχική συνάντηση με το έργο δημιουργεί στον θεατή την επιθυμία να μπορέσει να το παρατηρήσει από αριστερά προς τα δεξιά, ακολουθώντας ό,τι έχει επιζήσει από τα αντικείμενα με την κίνηση του στον χώρο ̇ οποιαδήποτε γραμμική αφήγηση, όμως, αμφισβητείται, καθώς ο σειριακός χαρακτήρας των αντικειμένων αντιστέκεται σε ερμηνείες διαιρετικών καταβολών. Παρατηρώντας τα αντικείμενα προσεκτικά, η επιφάνεια τους φαίνεται να σχηματίζει διαφορετικούς υλικούς κυματισμούς εις μήκος του οριζόντιου τραπεζιού. Είναι μια τραχειά επιφάνεια που έχει απορροφήσει την ενέργεια της επιθετικής ενόρμησης, ενώ η αντίστροφη πλευρά της βρίσκεται ανεστραμμένη παραμένοντας αινιγματική. Ο λόγος και η γλώσσα παραμένουν σκόπιμα κρυμμένα και το έργο υποσκάπτει αναμενόμενες ερμηνείες περί συμβολισμού, υλικότητας και σωματικότητας μέσα από τις ιστορικές και καλλιτεχνικές στρατηγικές του κατακερματισμού και της αφαίρεσης. Το 33,478 «δεν στοχεύει απλά ένα σύμβολο ή την ιδέα του συμβολισμού, αλλά την ίδια την λογική του συμβολικού, και το κάνει από το επίπεδο των ενορμήσεων (εκεί που εδρεύει το μερικό αντικείμενο) ή θεμελιώνοντας το συμβολικό στις ενορμήσεις». Η φόρμα του τραπεζιού είναι ταυτόχρονα αυστηρή και επισφαλής, συγκροτώντας μια ιδιότυπη επιφάνεια της οποίας η υφή πηγάζει από μια υποσυνείδητη ευαισθησία. Τα πόδια του τραπεζιού στηρίζουν τους δυο οριζόντιους άξονες της επιφάνειας, οι οποίοι επεκτείνονται πέραν αυτής και εισβάλουν στον περιβάλλοντα χώρο. Οι άξονες και τα ερειπωμένα αντικείμενα έρχονται σε αντιδιαστολή με την όρθια στάση των θεατών και θεμελιώνουν το έργο στην «οριζόντια διάσταση της κοινωνικής εμπειρίας», εκεί που «κάθετοι» ορισμοί του διαφορετικού έχουν πρακτικό κόστος και συνέπειες. Το 33,478 εξετάζει μια κίνηση που η ιστορικός τέχνης, Rosalind Krauss, ορίζει ως «οπισθοχώρηση από την γλώσσα» σε επίπεδα εμπειρίας που βρίσκονται «πέρα ή υπό του λόγου».14 Οι θεατές βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα ερειπωμένο πεδίο ανάγνωσης, καλούμενοι να

«Είναι κεντρικό αξίωμα της ψυχανάλυσης, πως αν μπορούμε να ανεχόμαστε τα πιο αποπροσανατολιστικά και απογοητευτικά κομμάτια του υποσυνείδητου μας, είμαστε λίγοτερο προδιατεθειμένοι να δράσουμε με βάση αυτά, λιγότερο επιρρεπείς να «ανοιχτούμε» βίαια σε μια απελπισμένη προσπάθεια να αναθέσουμε την φρίκη του κόσμου κάπου αλλού ή σε κάποιον άλλο. Δεν είναι λοιπόν οι παρορμήσεις που είναι επικίνδυνες, αλλά οι αδίστακτες προσπάθειες μας να τις ξεφορτωθούμε», υποστηρίζει η θεωρητικός Jacqueline Rose. Αυτή η έλλειψη ανεκτικότητας δεν αφορά, φυσικά, μόνο τις προσωπικές μας συνθήκες. Αναφέρεται επίσης στις συστηματικές προσπάθειες κυρίαρχων αφηγήσεων να καταδικάσουν ή να παρεμποδίσουν τη συμμετοχή στο συλλογικό υποσυνείδητο. Με αυτόν τον τρόπο προωθούν συμβατικές επεξηγήσεις κοινωνικών τραυμάτων που διαμορφώνονται βάσει παραπλανητικά γραμμικών και εξελικτικών περιγραφών της ιστορικής εμπειρίας. Η έκθεση ιχνογραφεί το φαινόμενο του πολέμου στο χώρο του συμβολικού και επικεντρώνει την προσοχή μας σε «ταυτότητες που σκληραίνουν σαν ατσάλι απέναντι στα δυσάρεστα του κόσμου». Οθόνες και τραπέζια παρουσιάζουν στον θεατή επιφάνειες επενδυμένες με μια αίσθηση ψυχικού καλέσματος και πολιτικής επιτακτικότητας. Το κάθε έργο δημιουργεί ένα περιβάλλον παλινδρομικής προβολής μεταξύ θεατή και εικαστικού αντικειμένου. Σχεδιάζεται δηλαδή ένα πλαίσιο, παράλληλο με αυτό της ψυχαναλυτικής θεραπείας, στο οποίο εξετάζονται γεγονότα που συχνά κρίνονται επίπονα και είτε αναγνωρίζονται είτε απωθούνται από τον προσωπικό και τον δημόσιο λόγο. Οι εικαστικοί χώροι της έκθεσης προσφέρουν στους επισκέπτες πολύπλευρες προοπτικές ανάλυσης και προτείνουν μια κατάσταση εποικοδομητικής ανασκόπησης του παρελθόντος, η οποία επιτρέπει να διαμορφωθεί «μια σχέση με την ιστορία χωρίς αυτή να μας καταναλώνει». Τα έργα συνθέτουν αυτό που ο ιστορικός Eric Hobsbawm αποκαλεί «διαδήλωση ενάντια στην λήθη» και διαφωτίζουν τις σκιές που δημιουργεί στην κοινωνική ζωή η αποσύνδεση από την ψυχική και πολιτισμική ταυτότητα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο μας προσκαλούν να ανιχνεύσουμε πολέμους που αφορούν όλους μας, ξεκινώντας από τα μέσα προς τα έξω.

Βιογραφικά καλλιτεχνών

Η Mona Hatoum γεννήθηκε στην Βηρυττό του Λιβάνου το 1952 και έχει καταγωγή από την Παλαιστίνη. Zει και εργάζεται στο Λονδίνο και το Βερολίνο. Έχει συμμετάσχει σε πολλές σημαντικές ομαδικές εκθέσεις όπως: The Turner Prize (1995), Venice Biennale (1995 και 2005), Documenta XI, Biennale of Sydney (2006), Istanbul Biennial (1995 και 2011) και The Fifth Moscow Biennale of Contemporary Art (2013). Οι ατομικές της εκθέσεις περιλαμβάνουν: Centre Pompidou, Παρίσι (1994), Museum of Contemporary Art, Σικάγο (1997), The New Museum of Contemporary Art, Νέα Υόρκη (1998), Castello di Rivoli, Τορίνο (1999), Tate Britain, Λονδίνο (2000), Hamburger Kunsthalle, Kunstmuseum Bonn, Magasin 3, Στοκχόλμη (2004), Museum of Contemporary Art, Σύδνεϊ (2005), Measures of Entanglement, UCCA, Πεκίνο (2009), Interior Landscape, Fondazione Querini Stampalia, Βενετία (2009), Witness, Beirut Art Center, Βηρυττός (2010) και Le Grand Monde, Fundaciòn Marcelino Botìn, Σανταντέρ (2010). Το 2011 της απονεμήθηκε το Βραβείο Joan Miró και παρουσίασε τη δουλειά της σε ατομική έκθεση στο Fundació Joan Miró στη Βαρκελώνη το 2012. Πρόσφατα της αφιερώθηκε για πρώτη φορά στη Μέση Ανατολή στο Mathaf: Arab Museum of Modern Art στην Ντόχα.

H Adela Jušić γεννήθηκε το 1982 στο Σαράγεβο στη Βοσνία και Εζεργοβίνη, όπου ζει και εργάζεται. Είναι ιδρυτής και μέλος του Association for Culture and Art CRVENA. Αποφοίτησε από την Academy of Fine Arts, University of Sarajevo το 2007 και το 2013 ολοκλήρωσε μεταπτυχιακές σπουδές στη Δημοκρατία και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Βραβεία που τις έχουν απονεμηθεί περιλαμβάνουν το YVAA Zvono για τον καλύτερο νέο καλλιτέχνη το 2010, το Henkel Young Artists Prize CEE το 2011 και το 54ο October Salon Special Award το 2013. Η Jušić έχει συμμετάσχει σε πολλές ομαδικές εκθέσεις και οι πιο πρόσφατες περιλαμβάνουν: CONFLICT: Art and War, σε επιμέλεια της Midge Palley, Contemporary Art Society, Λονδίνο 2014, SHARE – too much history, MORE future, σε επιμέλεια της Annemarie Tuerk, Bosnian National Gallery, Σαράγεβο, 2014, BONE 16, Performance Art Festival, Stadtgalerie, Βέρνη, 2013, ...Was is Kunst?... Resuming a fragmented history, σε επιμέλεια των Sandro Droschl και Christian Egger, Kunstlerhaus, Halle fur Kunst and Medien, Graz, 2013, GOOD GIRLS - MEMORY, DESIRE, POWER, σε επιμέλεια των Bojana Pejić και Olivia Nitis, National Museum of Contemporary Art (MNAC), Βουκουρέστι, 2013, Conflicted Memories, σε επιμέλεια των Gwendolyn Sasse and Helen Waters, Alan Cristea Gallery, Λονδίνο, 2013 και Image Counter Image, σε επιμέλεια των Patrizia Dander, Leon Krempel, Julienne Lorz και Ulrich Wilmes, Haus der Kunst, Μόναχο, 2012.

Η Silvia Kolbowski στη δουλειά της εξευρενά θέματα που αφορούν την ιστορικότητα, την πολιτική αντίσταση και το υποσυνείδητο χρησιμοποιώντας εικαστικά μέσα, όπως το βίντεο, που βασίζονται στην έννοια και τη διαπραγμάτευση του χρόνου. Έργα της έχουν παρουσιαστεί σε διεθνείς εκθέσεις και διαφορετικά εικαστικά πλαίσια όπως: The Tapei Biennial, Ταϊπέι, The Museum of Modern Art, Λιουμπλιάνα, the Center for Contemporary Art, Βαρσοβία, the Villa Arson, Νίκαια, The Whitney Biennial, Νέα Υόρκη, The Hammer Museum και LAX<>ART, Λος Άντζελες, και The Secession, Βιέννη. Η Kolbowski υπήρξε συντάκτρια του περιοδικού October τη χρονική περίοδο 1993- 2000 και συνεχίζει να διατελεί μέλος της συμβουλευτικής του επιτροπής. Έχει διδάξει στο Independent Study Program του Whitney Museum, στην Αρχιτεκτονική του Parsons The New School for Design και την Σχολή Καλών Τεχνών της Cooper Union στη Νέα Υόρκη και στο CCC program της Ecole Superiéure d’Art Visuel στη Γενεύη. Έχει συμμετάσχει σε πολλά διεθνή συνέδρια και κείμενα της έχουν συμπεριληφθεί σε περιοδικά όπως τα Artforum, Texte zur Kunst, Documents, Parachute και October.

Η Πάκυ Βλασσοπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1985 και σπούδασε γλυπτική στο Τμήμα Πλαστικών Τεχνών και Eπιστημών της Τέχνης στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Φέτος ολοκλήρωσε το Μεταπτυχιακό Εικαστικών Τεχνών στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας. Η δουλειά της περιστρέφεται γύρω από την σχέση ύλης και συναισθήματος τόσο στην τέχνη όσο και στην καθημερινότητα. Τα έργα της έχουν έντονο χειροποίητο χαρακτήρα, συχνά στα όρια του εύθραστου. Την απασχολούν ζητήματα όπως η υλικότητα, η σχέση μας με το παρελθόν και ο ενδιάμεσος χώρος μεταξύ προσωπικής και συλλογικής αφήγησης. Τον Φεβρουάριο του 2012 ίδρυσε μαζί με τους καλλιτέχνες Χρυσάνθη Κουμιανάκη και Κοσμά Νικολάου τον ανεξάρτητο εκθεσιακό χώρο 3 137, στο εργαστήριο τους, στα Εξάρχεια. Έχει συμμετάσχει σε πολλές ομαδικές εκθέσεις όπως: A Thousand Doors, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη/Αμερικάνικη Σχολή Κλασσικών Σπουδών σε επιμέλεια Iwona Blazwick, 2014, Εκ νέου, Μια νέα γενιά Ελλήνων καλλιτεχνών στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (ΕΜΣΤ) σε επιμέλεια των Δάφνη Βιτάλη, Δάφνη Δραγώνα και Τίνα Πανδή, 2013, Desk Issues σε συμμετοχή του 3 137 στο Sluice Art fair, Λονδίνο, 2013, I wanna be a materialist but I just Kant σε επιμέλεια του 3 137 στο χώρο τους στην Αθήνα, 2013, «Αν ο αθλητισμός είναι ο αδελφός της εργασίας, τότε η τέχνη είναι η ξαδέλφη της ανεργίας», Ξενοδοχείο Πίνδαρος, CAMP! σε επιμέλεια των Πάνου Παπαδόπουλου και Nino Stezl, Αθήνα, 2013, Βερσαλλίες, 3 137, Αθήνα, 2012, Chain reaction, TAF The Art Foundation σε επιμέλεια των Γαλήνη Νόττι, Ευαγγελία Λεδάκη και Εβίτα Τσοκάντα, Αθήνα, 2011, Επίσκεψη, Ίδρυμα Άγγελος και Λητώ Κατακουζηνού σε επιμέλεια του Κοσμά Νικολάου, Αθήνα, 2010, Fresh, Πεδίο δράσης Κόδρα, σε επιμέλεια του Νίκου Μυκωνιάτη, Θεσσαλονίκη, 2009 και Un-built, Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, Αθήνα, 2008.

Ο Κώστας Στασινόπουλος είναι ιστορικός τέχνης και υποψήφιος διδάκτωρ στο University of York. Η έρευνα του υποστηρίζεται από το Ίδρυμα Ωνάση και το Arts and Humanities Research Council (AHRC) της Αγγλίας. Έχει ολοκληρώσει μεταπτυχιακές σπουδές στην Ιστορία της Τέχνης στο Courtauld Institute of Art του Λονδίνου και έχει εργαστεί σε δημόσιους και ιδιωτικούς εικαστικούς φορείς όπως τις Whitechapel Gallery, Serpentine Gallery και White Cube στο Λονδίνο και την Μπιενάλε της Αθήνας. Ζεί και εργάζεται στο Λονδίνο και την Αθήνα.

Καλλιτέχνες: Mona Hatoum, Adela Jušić, Silvia Kolbowski, Πάκυ Βλασσοπούλου

Kείμενο - Επιμέλεια: Κώστας Στασινόπουλος

Σχεδιασμός αφίσας και καταλόγου: Δανάη Τσουλούφα

Έκθεση στα πλαίσια του 2ου Syros International Film Festival

26 Ιουλίου – 1 Αυγούστου 2014

2ο Δημοτικό Σχολείο Ερμούπολης Σύρος

Η έκθεση δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί χωρίς την βοήθεια και την συμπαράσταση των ακόλουθων: Jacob Moe, Cassandra Celestin, Aaron Khandros

Δανάη Τσουλούφα

Ομάδα του SIFF και εθελοντές του φεστιβάλ

Δημήτρης Ρούσσος, Αντιδήμαρχος Σύρου και Σχολική Επιτροπή Δήμου Σύρου 2ο Δημοτικό Σχολείο Ερμούπολης, Ευαγγελία Ράντου,

μέλη του διοικητικού συμβουλίου

Αγγελική Μπρισνόβαλη, Μαρία Βλάχου, Ναταλία Παπαδοπούλου Βίκυ Ειρηνάκη, Ιωάννα Ζούλη, Amy Tobin, Όλγα Χατζιδάκη, Jo Applin Πάκυ Βλασσοπούλου, Χρυσάνθη Κουμιανάκη, Κοσμάς Νικολάου Hannah Gruy και LUX, London

εικόνα αρθρογράφου (Artcore)

σχετικά με τον αρθρογράφο
Artcore

Επειδή ξέρουμε πόσο θα θέλατε να μιλήσετε σε γνωστούς αγαπημένους και νέους αλλά πολλά υποσχόμενους δημιουργούς, αλλά πού να τρέχετε τώρα, θα το κάνουμε εμείς στο Artcore, δηλαδή οι Αrtκόρες και Artκούροι που μαζί αποτελούμε μια πολυσχιδή και αρμονική (4 με 6 κάθε απόγευμα) προσωπικότητα υψηλού δημοσιογραφικού κύρους που ζεί για να ρωτάει και ρωτάει για να ζήσει (αυτό και εσείς) καλύτερα… Επίσης η ιδία περσόνα θα είναι υπεύθυνη για την προώθηση δημιουργών, ομάδων, συγκροτημάτων, χώρων, εκδηλώσεων, λιτανειών, γάμων και βαπτίσεων, με (ατυπικά) δελτία τύπου και λοιπά κουραφέξαλα τα οποία θα δημοσιεύονται ανά καιρούς σε άλλα μέσα, διαδικτυακά και μή (χειρότερα). Ευχαριστούμε.

Artcore magazine's footer