Scroll Top

Βιβλιοθήκη

Η Βλάβη, Το Τούνελ, Ο Σκύλος, του Friedrich Durrenmatt

feature_img__i-blabi-to-tounel-o-skilos-tou-friedrich-durrenmatt
Υπάρχει άφθονη ελπίδα στο σύμπαν, αλλά όχι για μας (F.Kafka).

Υπάρχουν ακόμα πιθανές ιστορίες για συγγραφείς; Αναρωτιέται εν έτει 1955 ο Friedrich Durrenmatt στο πρώτο μέρος της «Βλάβης», της νουβέλας που περιέχεται μαζί με τα διηγήματα «Το Τούνελ» και «Ο Σκύλος» στο ομώνυμο βιβλίο των εκδόσεων Αντίποδες. Τι γίνεται αν κάποιος δε θέλει να μιλήσει για τον εαυτό του, για τις ελπίδες και τις ήττες του, για την καθημερινότητά του, αν δεν τον ενδιαφέρει να προβεί σε αποκαλύψεις ιατρικού ή ψυχολογικού περιεχομένου, παρά διαλέγει να διαφυλάξει την ιδιωτική του σφαίρα αδιαφορώντας για την έλλειψη νοήματος και για τις ανάγκες της καθημερινότητας, τις ανάγκες της αγοράς; Αν αντιληφθεί πως το θεμέλιο της γραφής του βρίσκεται μέσα του και αρνηθεί να συμμετέχει στο παιχνίδι; Μια τέτοια επίγνωση θα τον κλονίσει, θα τον φέρει σε αμηχανία, θα σκεφτεί πως δεν υπάρχουν πια ιστορίες να αφηγηθεί και θα φλερτάρει με τη σκέψη να τα παρατήσει. Μπορεί να εγκαταλείψει τη μυθοπλασία, να στραφεί στη βιολογία ή την αστρονομία και να αφήσει κατά μέρος τα φθαρτά και εφήμερα. Τα στοιχεία που απαρτίζουν την καθημερινότητά μας, τα ανθρώπινα βάσανα, το λογικό και το παράλογο, το δίκιο και το άδικο, συνδιαμορφώνουν ένα πεπρωμένο που βρίσκεται έξω απ’ τις συμβάσεις της δραματουργίας, πίσω απ’ τις κουίντες. Όσα διαδραματίζονται στο προσκήνιο αποδίδονται στην τυχαιότητα, σε διάφορες αναποδιές. Αρρώστιες, κρίσεις, μηχανικές βλάβες. Δεν απειλούμαστε, λέει ο Durrenmatt από κανένα Θεό, καμία δικαιοσύνη ή χτύπημα της μοίρας, αλλά από τροχαία ατυχήματα, ελαττωματικά μηχανήματα ή τα ανθρώπινα λάθη των χειριστών τους. Από βλάβες πάσης φύσεως. Ο κόσμος μας είναι γεμάτος βλάβες. Και σ’ αυτόν ναι, υπάρχει ακόμα χώρος για μερικές πιθανές ιστορίες. Έτσι, από μια απλή αναποδιά ο άνθρωπος μπορεί να έρθει αντιμέτωπος με τη δικαιοσύνη όπως αυτή τυχαία «καθρεφτίζεται στο μονόκλ ενός μεθυσμένου».

Η έννοια της δικαιοσύνης εμφανίζεται και πάλι στον Durrenmatt, εκτενέστερα και αναλυτικότερα, στο “Justiz”, το1985, (στα ελληνικά «Δικαιοσύνη» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ροές, 1988) όπου ένας νεαρός δικηγόρος αποδέχεται τη φαινομενικά παράλογη εντολή από έναν δολοφόνο, να επανεξετάσει την περίπτωσή του κάτω από την εικασία ότι είναι αθώος. Η αόρατη απειλή, η σκοτεινή ατμόσφαιρα, το γκροτέσκ στοιχείο και το υπόκωφο χιούμορ παραπέμπουν στον Kafka – του οποίου το χιούμορ έχει επισημανθεί επανειλημμένως, ως ο τρόπος με τον οποίο ο Kafka είχε απαντήσει στον Φασισμό και τη Γραφειοκρατία. Στη «Βλάβη» (“Die Panne”) στήνεται ένα σκηνικό που αντανακλά την υλική αφθονία που υπόσχεται ο καπιταλισμός στη μεταπολεμική Δύση η οποία πασχίζει να ορθοποδήσει οικονομικά: γεύμα λουκούλλειο, εκλεκτά κρασιά, οι αισθήσεις γλεντούν και η όποια ανησυχία για τον κίνδυνο που μπορεί να παραμονεύει στο μέλλον αποκοιμιέται μέσα στη γενική ευωχία. Σ’ αυτό το μεγάλο φαγοπότι συμμετέχει ένας μικροαστός πλασιέ που αναγκάζεται να διανυκτερεύσει στην εξοχή εξαιτίας μιας βλάβης της ολοκαίνουριας Studebaker του. Το δείπνο στη βίλα όπου φιλοξενείται θα εξελιχθεί σε αληθινό χιτσκοκικό θρίλερ, αφού καλείται να συμμετέχει σ’ ένα παράξενο παιχνίδι, μια ιδιότυπη δίκη η οποία στήνεται από μια ομάδα ηλικιωμένων νομικών. Τα γεροντάκια αναλαμβάνουν να εξιχνιάσουν έναν φόνο που ο Αλφρέντο Τραπς αγνοεί πως έχει διαπράξει. Βρίσκεται έτσι αντιμέτωπος για πρώτη φορά με τη δικαιοσύνη, όπως αυτή χαμογελάει μέσα από τέσσερα ζαρωμένα πρόσωπα, μια δικαιοσύνη «γκροτέσκα, ιδιότροπη, και συνταξιοδοτημένη». Ανάμεσα στα εκλεκτά εδέσματα και τα άφθονα κρασιά θα ξετυλιχθεί το νήμα της ζωής του, θα βρεθεί -για πρώτη φορά- αντιμέτωπος με τη συνείδησή του και θα πειστεί κι ο ίδιος για την ενοχή του.

Τώρα πια ήξερε ότι τα υψηλά ιδεώδη της δικαιοσύνης, της ενοχής και της εξιλέωσης, ήταν τόσο απαραίτητα όσο τα χημικά στοιχεία και οι ενώσεις από τα οποία κατασκευάζεται το συνθετικό ύφασμα που εμπορεύεται.

Μέσα στο πλαίσιο κοινωνικού κανιβαλισμού που δημιουργεί το ανταγωνιστικό, ατομικιστικό πνεύμα του καπιταλισμού, «πίσω από κάθε ανθρώπινη εκδήλωση, πίσω από κάθε άτομο, κρύβεται ένα έγκλημα». Το αξιακό πλαίσιο μιας τέτοιας καθημερινότητας σχετικοποιεί κάθε έννοια ηθικής – τα όρια μεταξύ ενοχής και αθωότητας, δίκαιου και άδικου, σωστού και λάθους είναι ρευστά. Το έγκλημα δεν είναι απαραιτήτως κάτι άσχημο και τρομερό, η ομορφιά δεν αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο της δικαιοσύνης. Και ο μέχρι πριν λίγο (πριν την τυχαία βλάβη του αυτοκινήτου του) αθώος Αλφρέντο έχει διαπράξει «έναν τέλειο, όμορφο φόνο», έτσι που μια αναποδιά της τύχης γίνεται η

απαραίτητη προϋπόθεση για να προσλάβει η ζωή μορφή ολοκληρωμένη και άρτια, στη λογική ενός έργου τέχνης. Η ανθρώπινη τραγωδία γίνεται ορατή, φωτίζεται, προσλαμβάνει μια αψεγάδιαστη μορφή, ολοκληρώνεται και αγγίζει την τελειότητα.

Στο δεύτερο διήγημα, το «Τούνελ» άλλη μια φορά η εκτροπή από την ήρεμη, ασφαλή ρουτίνα της καθημερινότητας μετατρέπεται σε εφιάλτη: Μια τακτική αμαξοστοιχία περνάει μέσα από ένα τούνελ. Συνήθως το πηχτό σκοτάδι διαρκεί μόλις μερικά λεπτά, αυτή τη φορά όμως το τρένο δε ξαναβγαίνει ποτέ στο φως και, ενώ κανείς από τους επιβάτες δεν δείχνει να ανησυχεί, ένας εικοσιτετράχρονος νεαρός (με το ιδιαίτερο ταλέντο να θωρακίζεται απέναντι σε οτιδήποτε αποτρόπαιο ενοχλούσε τις αισθήσεις του) αντιλαμβάνεται πως κάτι δεν πάει καλά. Καθώς η μηχανή τρέχει ανεξέλεγκτα στην ξέφρενη κούρσα της, η ελπίδα ότι αυτός ο εφιάλτης θα τελειώσει ξαφνικά (όσο αιφνίδια διακόπτεται κι ένα όνειρο) διαψεύδεται. Τη θέση της παίρνει η συνειδητοποίηση ότι «… στην πραγματικότητα η άβυσσος μας έχει ρουφήξει προ πολλού στα αθέατα βάθη της». Ποιος θα διάλεγε να εγκαταλείψει ένα τέτοιο τρένο; Πάντως όχι κάποιος που «ζούσε πάντοτε χωρίς ελπίδα».

Τέλος, το πιο «φευγάτο» και σουρεαλιστικό από τα διηγήματα, «O Σκύλος», παρά τη σύντομη φόρμα του (είναι το μικρότερο όλων) έχει τους περισσότερους συμβολισμούς και προσφέρεται για πολλαπλές αναγνώσεις και ερμηνείες.

Ένα απολαυστικό βιβλίο, σε πολύ καλή μετάφραση του Γιάννη Καλιφατίδη.

Η Βλάβη, Το Τούνελ, Ο Σκύλος, του Friedrich Durrenmatt
Μετάφραση: Γιάννης Καλιφατίδης
Εκδόσεις Αντίποδες
σελ. 144

1
Μοιράσου το