Άρθρα :: PerfOrMatiVe wOr(L)ds articles :: performative wor(l)ds

επιλογή γλώσσας
choose language

12.01
2015

Θα φανεί στο χειροκρότημα...

εικόνα εξωφύλλου άρθρου (Θα φανεί στο χειροκρότημα...)

“Bannissons les applaudissements, le spectacle est partout” «Καταργείστε τα χειροκροτήματα, το θέαμα είναι παντού», φώναζαν οι τοίχοι του Παρισιού το ‘68. 

Καθισμένη σε κάτι πράσινες πλαστικές καρέκλες με μαξιλαράκι κόκκινο (για να ταιριάζει με το χριστουγεννιάτικο κλίμα), βρέθηκα αυτές τις μέρες στη μάνα-πατρίδα, όμορφη Θεσσαλονίκη, να μετρώ με απορία τα decibel της συγκατάβασης. Άντεξα για περίπου μια ώρα να κοιτώ την κατά τα άλλα πανέμορφη, γυμνή κορασίδα που υποδυόταν μια θεατρικότατη Μήδεια (με αναστεναγμούς, οδυρμούς κι αυτό το στήσιμο με ελαφριά κλίση του αριστερού ώμου προς τα πίσω - God bless ΚΘΒΕ). Προφανώς, πίστευε πως η ελάχιστη απόσταση του κοινού απ’ το σγουρό της εφηβαίο, φτάνει και περισσεύει για να θεωρηθεί αυτό που παρουσίαζε performance. Δε με έπεισε κι έτσι έμεινα ακίνητη κι ασυγκίνητη να ακούω τα καθιερωμένα παλαμάκια στο τέλος της παράστασης. Το αγόρι από το διπλανό μαξιλαράκι με πλησιάζει χειροκροτώντας και με ρωτά, «ούτε για την προσπάθεια;» Θες η συστολή που μου προκάλεσε η διαφοροποίηση από το σύνολο, θες που το αγόρι είχε ένα απίστευτα ευγενικό χαμόγελο κι ένα μουστακάκι μούρλια, ξεστόμισα ένα «συγγνώμη, αλλά δε μου βγαίνει», αντί του πρέποντος «ευχαριστώ, αλλά δε θα πάρω». Έπειτα σκέφτηκα, αν ήμουν λίγο πιο ξεθαρεμμένη, μια χαρά θα ταίριαζε στην περίσταση ακόμα κι ένα γιουχάισμα, όπως θα έκαναν και οι αρχαίοι ημών πρόγονοι, αν έβλεπαν τη Μήδεια σ’ αυτά τα χάλια. Σε τελική ανάλυση επρόκειτο για απάτη και το έγκλημα ήταν προμελετημένο.

Ο καθωσπρεπισμός φαίνεται πως μας έχει αφαιρέσει ένα από τα πιο χρήσιμα εργαλεία μας. Γιατί το χειροκρότημα ή η έλλειψή του είναι βασικό χαρακτηριστικό του ρόλου μας ως κοινό. Είναι η στιγμή, μετά την απομάκρυνση από το ταμείο, όπου επιβάλλεται να αναγνωρίζονται τα λάθη. Μπορεί να λειτουργεί ως δικαίωση του κόπου και της αφοσίωσης του καλλιτέχνη επι σκηνής, αλλά δεν παύει να είναι και στιγμή δικαιοσύνης. Ήδη το 1758, ο Diderot εξέφρασε την ενόχλησή του για την αποπνικτική πειθαρχία στις σύγχρονές του σκηνές, αναπολώντας στιγμές του παρελθόντος όπου θεατές κι επι σκηνής παραδίνονταν με ενθουσιασμό στην έκσταση της οχλαγωγίας.

Το χειροκρότημα λειτουργούσε από την εποχή του Νέρωνα ως στοιχείο χειραγώγησης της κοινής γνώμης. Ο Ρωμαίος αυτοκράτορας είχε δημιουργήσει κίνημα, με πάνω από 5.000 πειθήνιους χειροκροτητές που τον συνόδευαν στις περιοδείες του σε ρωμαϊκές αρένες. Στη Γαλλία κατά τον 18ο-19ο αιώνα, παρόμοιες ομάδες επαγγελματιών χειροκροτητών, επονομαζόμενες ‘claques’, έσπερναν τη ψευδαίσθηση της επιδοκιμασίας σε θέατρα και όπερες της εποχής. Ωστόσο, στην ιστορία του θεάματος, εμφανίζονται και περιπτώσεις όπου το χειροκρότημα επηρέαζε άμεσα τη ροή των γεγονότων επί σκηνής. Σε είδη θεάτρου βασισμένα στον αυτοσχεδιασμό, όπως η Commedia dell’arte, οι ηθοποιοί συχνά άλλαζαν τις μεταξύ τους στιχομυθίες στα πλαίσια του χαρακτήρα τους, με βάση το χειροκρότημα που έπαιρναν από το κοινό. Το κριτήριο του κοινού; Μα τί άλλο από τη δίψα για έντονα συναισθήματα.

Για τον ίδιο λόγο, στιγμές οχλαγωγίας, έκστασης και δυνατών χειροκροτημάτων εμπνέονται σε πολλούς πολιτισμούς ακόμα κι από δυστυχή γεγονότα, ατυχήματα και καταστροφές. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα το δίνουν οι Άγγλοι, που αντί για το οικείο σε μας ‘ένα λεπτό σιγής’, αποδίδουν τιμές σε επιφανείς αποθανόντες χειροκροτώντας. Κάτι τέτοιο συνήθως συναντάται σε γήπεδα ποδοσφαίρου, αλλά συνέβει επίσης κατά την περιφορά της σωρού της Πριγκίπισσας Diana, έξω από το αβαείο του Westminster. Η ίδια η έκφραση ‘το κοινό ξέσπασε σε χειροκτοτήματα’ αναδεικνύει τη βία ενός φαινομένου ανεξέλεγκτου, παρόμοιου μιας πυρκαγιάς, καταιγίδας ή ενός πολέμου.

Πρόκειται αδιαμφισβήτητα για μια κίνηση υψηλής δυναμικής. Μια συλλογική πράξη που προκύπτει από την ένωση πολλών ατομικών χειρονομιών (σε μερικές γλώσσες όπως και η αγγλική το χειροκρότημα (=applause) δεν απαντάται στον πληθυντικό αριθμό, κάτι που επισημαίνει τη δυναμική του όλου). Το χειροκρότημα εντείνεται, μεγαλώνει, συμβαίνει αυθόρμητα χωρίς να ξέρουμε από πού έρχεται και πού πηγαίνει. Είναι μια μορφή επικοινωνίας, μια χειρονομία που εμπνέεται αποκλειστικά από ζωντανά θεάματα κι έχει ως προορισμό της τον άνθρωπο. Για παράδειγμα, στο τέλος μιας κινηματογραφικής προβολής, μπορούμε μονάχα να σφυγμομετρήσουμε τη σιωπή που απλώνεται στην πλατεία.

Αυτοί που χειροκροτούν μετατρέπονται σε κοινό. Η υπόσταση του συνόλου αυτού καθορίζεται από την αντίθεσή του με τον πομπό του μηνύματος επί σκηνής. Με αυτό τον τρόπο διακρίνονται δύο κόσμοι, αυτός της σκηνής και αυτός της πλατείας, της τέχνης και της ζωής. Το χειροκρότημα είναι ένα σημάδι αναγνώρισης του διαχωρισμού αυτού. Τι συμβαίνει όμως, όταν οι δύο αυτοί κόσμοι επικαλύπτονται, όταν τα όριά τους παύουν να είναι διακριτά, όταν ο ρόλος του θεατή καταστρατηγείται; Στην περίπτωση πολλών σύγχρονων performances (γνωστές κυρίως ως relational-participatory art), ο θεατής καλείται να συμμετάσχει παίρνοντας το ρόλο του performer, άλλες δε συμβαίνουν καν σε σκηνές, αλλά σε δρόμους, εισόδους κτηρίων και όπου βάλει ο νούς σου. Επίσης, πολλές φορές έχουμε την ατομική εμπειρία μιας performance ή την παρακολουθούμε με τη βοήθεια τεχνολογικών μέσων (πχ. ακουστικά ή laptops, όπως συχνά συμβαίνει σε μουσεία και γκαλερί), γεγονός που κάνει αφύσικο το χειροκρότημα.

Στο τέλος της παράστασης της Μήδειας το κοινό χειροκρότησε, η ηθοποιός εμφανίστηκε ντυμένη στη σκηνή και ανταπέδωσε το χειροκρότημα. Μια άλλου είδους performance (ίσως ένα πιο αντιπροσωπευτικό δείγμα του όρου) ξετυλίχτηκε μπροστά στα μάτια μου και διήρκεσε για περίπου 3 λεπτά, ώσπου τα αμοιβαία χειροκροτήματα σώπασαν. Κοινό και ηθοποιός, δωσμένοι στην επανάληψη της ίδιας χειρονομίας κι εγώ να απολαμβάνω την παράλογη εναλλαγή ρόλων, οικειοποιούμενη το προνόμιο του θεατή να μη χειροκροτήσει. 

εικόνα αρθρογράφου (Δέριk'ο Μaλού)

σχετικά με τον αρθρογράφο
Δέριk'ο Μaλού

Κλείνω τα μάτια μου και φαντάζομαι πως δίνω ένα σάλτο, σηκώνω τα χέρια μου ψηλά και νιώθω ένα ζευγάρι φτερά να βαραίνει το κάτω μέρος των μπράτσων μου, ο κορμός μου στητός, τα πόδια μου μετέωρα. Κι όταν τα μάτια ξεθολώσουν, απολαμβάνω εξαίσια πανοράματα… Επιστρέφω, λογοκρίνω τα τρισύλλαβα επίθετα των εντυπώσεων, ρίχνω τα πολλά και στη βασούρα, κονταίνω τρεις πόντους τα ρεβέρ των περιγραφών, κοτσάρω έναν καημό στον πρόλογο και μια ευχή για κατακλείδα, πίνω μια γουλιά και κάπως έτσι… τα λέμε.

Artcore magazine's footer