Άρθρα :: PerfOrMatiVe wOr(L)ds articles :: performative wor(l)ds

επιλογή γλώσσας
choose language

21.10
2014

H Tέχνη του Τίποτα

εικόνα εξωφύλλου άρθρου (H Tέχνη του Τίποτα)

Το less is more, βασικό slogan του μινιμαλισμού, το είδαμε (σε κάτι σαλόνια νεόπλουτων στο πάλαι ποτέ design), το χορέψαμε (σε κάτι clubs που στηνόσουν στην ατελείωτη ουρά με την αμφιβολία αν θα περάσεις απ’ την πόρτα), το ψάξαμε (στα λευκά φόντο Ιαπώνων καλλιτεχνών), το κάναμε μακό μπλουζάκι, και όταν το χρειαστήκαμε, το χρησιμοποιήσαμε ως αυτοσαρκαστική ατάκα σε επικριτικά σχόλια για την ένδεια που επέφερε η κρίση και ως ακτιβιστική παντιέρα σε στιγμές οικολογικής συνειδητοποίησης. 

Καλώς. 

Με το τίποτα όμως, τι κάνουμε; 

Μία διήγηση σε μορφή ανεκδότου:

Ήταν μια φορά ένας που έγινε celebrity, ένας που θησαύρισε, ένας που κατέθεσε πρόταση για διδακτορική διατριβή κι ένας που έκανε μια βόλτα.

Τον Ιούλιο του 2001 ο Hans Freeberling*, καλλιτέχνης με έδρα το Σαν Φρανσίσκο, εγκαινιάζει την έκθεσή του, που έχει γίνει το απόλυτο must see καλλιτεχνικό δρώμενο, με παρευρισκομένους γνωστούς επιμελητές και κριτικούς τέχνης όπως φυσικά και τα media. Η gallery που έχει διαμορφωθεί κατάλληλα ώστε να αναδεικνύει το πρωτοποριακό έργο του ευρωπαίου καλλιτέχνη, που βασίζεται στο τίποτα, έχει κυριολεκτικά αδειάσει. Αυτός κυκλοφορεί στους άδειους χώρους της με το κυριακάτικο κουστούμι του και εξηγεί με την επιδεικτικά ξενική προφορά του, την ανάγκη που του δημιουργήθηκε να αποτυπώσει τη σημασία που έχει το τίποτα στη ζωή μας. Οι κριτικοί τέχνης μιλούν για ένα gesamtkunstwerk (=καθολικό έργο τέχνης), νομιμοποιούν τον τρόπο σύλληψης του κενού που εκφράζει με το να παρουσιάζει απολύτως τίποτα, και τον κατατάσσουν στο μετα-μεταμοντερνισμό με ιστορικές αναφορές στην αφηρημένη τέχνη του ’50 και τους επιμελητές τέχνης που ξεχώρισαν εκείνη την περίοδο στην Αμερική. 

εικόνα άρθρου (H Tέχνη του Τίποτα)

Το καλοκαίρι του 2014, η Marina Abramovic (η «γιαγιά» της τέχνης της performance και πρωτοπόρος έργων που βασίζονται στη φυσική εξάντληση του καλλιτέχνη: durational performance) βρίσκεται για 512 ώρες (όπως και ο τίτλος της έκθεσης) στην Serpentine Gallery του Λονδίνου, όπου και εκθέτει καθημερινά τον εαυτό της στο κοινό, που μπορεί να την επισκεφτεί από τις 10 π.μ. μέχρι τις 6 μ.μ., έξι μέρες την εβδομάδα. Βασική προυπόθεση είναι οι επισκέπτες να έχουν αφήσει έξω από τον εκθεσιακό χώρο κάθε είδους ηλεκτρονική συσκευή και περιττά προσωπικά αντικείμενα (τσάντες, κινητά, ρολόγια κτλ.). Σύμφωνα με τη μαρτυρία ενός φίλου, το κοινό καλείται να ακολουθήσει ιεροτελεστικά την Μ. Α. και να σταθεί με κλειστά μάτια απέναντι από τον λευκό τοίχο της gallery. 

εικόνα άρθρου (H Tέχνη του Τίποτα)

Έπειτα από αυτήν την περιγραφή αγνόησα την πρότασή του να πάμε «να προσκυνήσουμε το είδωλο» και δεν έκανα τίποτα, αντί αυτού πήγα μια βόλτα. Η συγκεκριμένη performance μαζί με την προηγούμενη που παρουσίασε επί τρεις μήνες στο MoMa το 2010 (The Artist is Present, όπου το κοινό καλούνταν ένας ένας να καθήσουν μπροστά της ήσυχα και να την παρατηρούν για όσο χρόνο «χρειάζονταν») επιδιώκουν να διερευνήσουν την έννοια του τίποτα και τη σχέση του με την τέχνη. Παράλληλα με αυτήν την performance η Μ.Α. επιμελείται και την έκθεση-παρουσίαση τριών video στην ίδια θεματική. Η gallery ταυτόχρονα με την έκθεση προς τιμήν της, διαθέτει προς πώληση μία φωτογραφία, έναν κατάλογο και ένα βινίλιο στη συνολική τιμή των 868 ευρώ. 

Την έννοια του τίποτα έχουν κατά καιρούς εξερευνήσει με την πειραματική τους προσέγγιση διάφοροι καλλιτέχνες και επιμελητές εκθέσεων όπως οι Mary Ellen Carroll, Robert Irwin, Yves Klein, Gustav Metzger, Mårten Spångberg, Οng Ken Sen και η Yoko Ono. Ένα από αυτά τα στιγμιότυπα προσφέρει και η performance σύγχρονου χορού της Esther SalomonDance for Nothing” που με τη σειρά της βασίζεται στο έργο του John Cage, “Lecture on Nothing”. Η χορογράφος αναφέρει στην αρχή της παράστασης πως υπέφερε από αυπνία και σκέφτηκε ότι πρέπει να αδειάσει το μυαλό της για να θεραπευθεί, έπειτα σκέφτηκε πως πρώτα πρέπει να αδειάσει τον χορό της. Η performance βασίζεται σε άσκοπες κινήσεις με την ταυτόχρονη απαγγελία του κειμένου που είχε συνθέσει ο J. Cage αντί μουσικής, χωρίς να επιδιώκει την εξήγηση ή αναπαράστασή του. Το “Dance for Nothing” πρόσφατα παρουσιάστηκε μαζί με το μνημειώδες 4’33’’, το σιωπηλό κομμάτι του Cage στο “There Will Never Be Silence”, μία έκθεση που πραγματεύεται επίσης το τίποτα σαν φιλοσοφική έννοια και δομικό στοιχείο δουλειάς που έχει εμπνεύσει αρκετούς σημαντικούς καλλιτέχνες. 

εικόνα άρθρου (H Tέχνη του Τίποτα)

Είναι πολλές οι προεκτάσεις του τίποτα. Αντίδραση στη μανία για παραγωγή, μία οικολογική πρόταση που αντιπαρέρχεται τη μεταποίηση και επαναχρησιμοποίηση, διαμόρφωση ένος κενού που ως τέτοιο δεν επιδέχεται θετικό ή αρνητικό πρόσημο και έτσι αφήνεται στη διάθεση, τη φαντασία και την κριτική του θεατή να το γεμίσει με δημιουργικότητα ή να το καταστρέψει-ακυρώσει επιφέροντας το ίδιο αποτέλεσμα, αλλά με διαφορετικά μέσα. Όλες συγκλίνουν στην επιβεβαίωση ότι το τίποτα είναι βασικά κάτι. Ένας σύγχρονος γάλλος στοχαστής, ο Jean Luc Nancy έχει γράψει σχετικά με το τίποτα, “all of a sudden, awakening finds close to it a scrap left over from sleep. Something was brought back from nothing, and in effect it is a configuration of nothing”.

Καλώς, 

αλλά τί είναι αυτό το κάτι που συμβαίνει όταν το ονομάζουμε τίποτα; 

 

*Ο Hans Freeberling είναι ηθοποιός που έγινε γνωστός από την ταινία The Art of Nothing, Justen Wattenbarger 2003, η οποία αποτελεί φάρσα με στόχο την κριτική του καλλιτεχνικού χώρου και συγκεκριμένα των κριτικών τέχνης. 

εικόνα αρθρογράφου (Δέριk'ο Μaλού)

σχετικά με τον αρθρογράφο
Δέριk'ο Μaλού

Κλείνω τα μάτια μου και φαντάζομαι πως δίνω ένα σάλτο, σηκώνω τα χέρια μου ψηλά και νιώθω ένα ζευγάρι φτερά να βαραίνει το κάτω μέρος των μπράτσων μου, ο κορμός μου στητός, τα πόδια μου μετέωρα. Κι όταν τα μάτια ξεθολώσουν, απολαμβάνω εξαίσια πανοράματα… Επιστρέφω, λογοκρίνω τα τρισύλλαβα επίθετα των εντυπώσεων, ρίχνω τα πολλά και στη βασούρα, κονταίνω τρεις πόντους τα ρεβέρ των περιγραφών, κοτσάρω έναν καημό στον πρόλογο και μια ευχή για κατακλείδα, πίνω μια γουλιά και κάπως έτσι… τα λέμε.

Artcore magazine's footer