Άρθρα :: Ανα-Παραστάσεις articles :: re-plays

επιλογή γλώσσας
choose language

12.11
2016

Στη χώρα μου, λένε ότι το Τσέρνομπιλ είναι ένα δέντρο που μεγαλώνει

εικόνα εξωφύλλου άρθρου (Στη χώρα μου, λένε ότι το Τσέρνομπιλ είναι ένα δέντρο που μεγαλώνει)

Στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων στην Κυψέλη κάθε Σάββατο και Κυριακή πραγματοποιείται ένας ουκρανέζικος γάμος. Kαλεσμένοι είναι οι θεατές και «οικοδεσπότες» είναι οι ηθοποιοί. Η εορταστική διάθεση μεταβάλλεται συνεχώς, καθώς αρχίζουν να μοιράζονται ιστορίες από το Τσέρνομπιλ. Τραγικές ιστορίες, παράξενες ιστορίες, αναμνήσεις ενηλίκων και μνήμες μικρών παιδιών, αφηγήσεις που συνθέτουν ένα παζλ, περιγράφοντας πώς άλλαξε η καθημερινότητα μετά το πυρηνικό ατύχημα του Απριλίου του 1986. 

Στέλνατε φως σε ολόκληρη τη Σοβιετική Ένωση. Όπως όλοι, εγκαταλείψατε το Πρίπιατ τον Απρίλιο του ‘86, άτακτα, κάποιες μέρες μετά την έκρηξη. Τα παιδιά ήρθανε μετά, αφού είχατε ξαναφτιάξει τη ζωή σας αλλού. Ποτέ δεν τους μιλήσατε για την πόλη, για το ατύχημα, για την εκκένωση. Δε θέλατε η λέξη Τσερνόμπιλ να μπαίνει στο σπίτι.

Απόσπασμα από την παράσταση

Στον υπόγειο χώρο του Κέντρου Ελέγχου Τηλεοράσεων βρίσκονται τραπέζια στρωμένα με κρασί και φρούτα. Οι τέσσερις ηθοποιοί, οι τέσσερις άνθρωποι που «έζησαν» το Τσέρνομπιλ μας υποδέχονται, μας δείχνουν πού να καθίσουμε, μας προσφέρουν κρασί. Πίνουμε στην υγειά της νύφης και του γαμπρού. Στη συνέχεια, περιφέρονται ανάμεσά μας. Κάθονται δίπλα μας, μας κοιτούν στα μάτια, μας λένε τις ιστορίες τους, ό,τι «θυμούνται», ό,τι «έκαναν». Για την ακρίβεια, μας βοηθούν να θυμηθούμε τι «κάναμε» εμείς την ημέρα της έκρηξης του πυρηνικού αντιδραστήρα στο Πρίπιατ της Ουκρανίας. Και έτσι, ξεδιπλώνεται το νήμα της αφήγησης. Οι ιστορίες τους είναι και δικές μας ιστορίες. Οι μνήμες τους είναι και δικές μας μνήμες. Έστω κι αν κάποιοι από εμάς δεν τα ζήσαμε «από πρώτο χέρι», οι αφηγήσεις είναι τόσο ζωντανές, ώστε τις «ζούμε» εδώ και τώρα. Στο υπόγειο της οδού Κύπρου στην Κυψέλη, τριάντα χρόνια μετά. 

εικόνα άρθρου (Στη χώρα μου, λένε ότι το Τσέρνομπιλ είναι ένα δέντρο που μεγαλώνει)

Οι διαδραστικές παραστάσεις έχουν μεγάλες δυσκολίες. Η αμηχανία, συχνά, αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα και, ως θεατές, είναι δύσκολο να συμμετέχουμε, να «αισθανθούμε» το κείμενο και να το κάνουμε βίωμά μας. Όμως στη συγκεκριμένη παράσταση, η μέθεξη έρχεται αβίαστα. Η αρχική αμηχανία ξεπερνιέται σχεδόν αμέσως, η ροή της αφήγησης μας παρασέρνει και οι θεατές εγκαταλείπουν τη θέση του παρατηρητή και μπαίνουν στη θέση του μάρτυρα. Η αφήγηση γίνεται βίωμα. Χωρίς συναισθηματισμούς και μελοδραματισμούς, απλά και άμεσα. Το βλέμμα, η έντονη ανταλλαγή του βλέμματος με εκείνον ή εκείνη που αφηγείται την ιστορία παίζει μεγάλο ρόλο. Στην «πραγματική» ζωή αποφεύγουμε, συχνά, να κοιτάξουμε τον άλλον στα μάτια. Σε τέτοιες συνθήκες, όμως, η αμεσότητα του βλέμματος δύσκολα αποφεύγεται. Και ξαφνικά, ένα άγνωστο πρόσωπο που κάθεται δίπλα ή απέναντί μας μάς γίνεται οικείο. Και οι τέσσερις ηθοποιοί – οι οποίοι παρεμπιπτόντως ήταν όλοι απολύτως φυσικοί και πολύ καλοί στον ρόλο τους – δεν ξεχωρίζουν πια από τους «καλεσμένους» του γάμου. Μοιάζουν να «το βιώνουν» μαζί μας. 

Θα ήθελα να γράψω κάτι πιο προσωπικό για τη συγκεκριμένη παράσταση. Καταρχάς, μου φαίνεται ανόητο να χρησιμοποιήσω το ρήμα «παρακολούθησα», γιατί δεν νιώθω ότι «παρακολούθησα», αλλά ότι «συμμετείχα» (έστω και αν δεν χρειάστηκε να πω λέξη σε όλη τη διάρκεια του έργου). Ανήκω σε μια γενιά που ήρθε μετά το Τσέρνομπιλ, σε μια γενιά που έχει ακούσει γι' αυτό μέσα από τις ιστορίες των μεγαλύτερων σε ηλικία ή έχει ενημερωθεί από ρεπορτάζ κι αφιερώματα για τα θύματα, για τις τερατογενέσεις, για την οικολογική και οικονομική καταστροφή. Η γενιά μου δεν έχει πρωτογενή εμπειρία από το Τσέρνομπιλ. Κατέβηκα, λοιπόν, στο υπόγειο σχεδόν “tabula rasa”. Φεύγοντας, όμως, ένιωσα να έχω βιώσει κάποια πράγματα «στο πετσί μου». Συζητώντας με άλλους θεατές και κρυφακούγοντας συζητήσεις στην έξοδο, κατάλαβα ότι το ίδιο ένιωσαν και οι υπόλοιποι. Άγνωστοι και άγνωστες μεταξύ μας, μοιραστήκαμε μια κοινή εμπειρία που οι περισσότεροι και οι περισσότερες δεν έχουμε βιώσει από πρώτο χέρι. 

εικόνα άρθρου (Στη χώρα μου, λένε ότι το Τσέρνομπιλ είναι ένα δέντρο που μεγαλώνει)
εικόνα άρθρου (Στη χώρα μου, λένε ότι το Τσέρνομπιλ είναι ένα δέντρο που μεγαλώνει)

Μπορεί να είναι κι αυτό μια αγάπη ― ένα είδος αγάπης: να βγάλεις με τα ίδια σου τα χέριακομμάτια από το στόμα του άντρα σου, κομμάτια από το ίδιο του το κορμί, γιατί διαφορετικά θα πνιγεί. Όταν βγήκες στον ήλιο, μετά, στην είσοδο του νοσοκομείου, κρατούσες μια τσάντα κι ένα βιβλιάριο ― ήταν μέσα Μαΐου. Στα γραφεία όπου πήγαινες δεν ήθελαν ― οι περισσότεροι ― ν΄ ακούσουν για το ατύχημα: «Πέθανε από φυσική αιτία», ή: «Είναι κληρονομικό». Tο χωριό και τα χωράφια σας, σα να είχαν σβηστεί από τον χάρτη. Περίμενες να πεθάνει, δεν άργησε, το τέλος ήρθε γρήγορα — σε 14 μέρες είχε φύγει κι εσύ έπρεπε να ζήσεις. Ήξερες να μαζεύεις το στάρι, ν΄ αρμέγεις, να φροντίζεις το κοτέτσι, να βοηθάς τη γελάδα να γεννάει, να γυρίζεις το μαλλί γύρω γύρω από το αρνί για να του το βγάλεις χωρίς να σκιστεί, ή να το ξυρίζεις, μα όλα αυτά ήταν εντελώς άχρηστα στην πόλη. Δεν ήξερες να ζητάς δουλειά. Δεν ήταν κάτι που ζητάγατε. Όχι πολλή βροχή, όχι πολύ χιόνι, η άνοιξη να έρθει γρήγορα, να μη σου σαπίσουν τα μήλα, να μην ξεψυχήσει η γελάδα που γέννησε. Αλλά δουλειά... Δουλειά είχατε από το χάραμα μέχρι τη δύση του ήλιου!

Απόσπασμα από την παράσταση
εικόνα άρθρου (Στη χώρα μου, λένε ότι το Τσέρνομπιλ είναι ένα δέντρο που μεγαλώνει)

Η παράσταση «Στη χώρα μου, λένε ότι το Τσέρνομπιλ είναι ένα δέντρο που μεγαλώνει» θα παίζεται μέχρι την Κυριακή, 20 Νοεμβρίου. 

Info

Κείμενο: Δημήτρης Αλεξάκης
Σκηνοθεσία: Φωτεινή Μπάνου
Κινησιολογία (μέθοδος viewpoints): Ρεβέκκα Τσιλιγκαρίδου
Σκηνογραφία: Ευαγγελία Θεριανού
Φωτισμοί: Γιώργος Ζαφειρίου
Ηθοποιοί: Χρήστος Καπενής, Φωτεινή Μπάνου, Bασιλική Σαραντοπούλου, Ανθή Φουντά 

Στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων (Κύπρου 91, Κυψέλη), κάθε Σάββατο και Κυριακή, στις 21:00.

εικόνα αρθρογράφου (Χριστίνα Τέντε)

σχετικά με τον αρθρογράφο
Χριστίνα Τέντε

Γεννήθηκα στο Ηράκλειο Κρήτης και μεγάλωσα στην Αλεξανδρούπολη. Σπούδασα Δημοσιογραφία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και τώρα κάνω το μεταπτυχιακό μου με θέμα τον Κινηματογράφο και τις Πολιτισμικές Σπουδές στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Μου αρέσει να γράφω και να περιπλανιέμαι. Αν μπορούσα να περιγράψω τη σχέση μου με την τέχνη, θα έλεγα ότι αγαπώ εκείνο το μαγικό σημείο όπου η γενιά των Beat συναντά τη Sarah Kane, τον David Lynch και τον Luis Buñuel.

Artcore magazine's footer