Άρθρα :: Camera Obscura articles :: selected column

επιλογή γλώσσας
choose language

Francesca Woodman: “You cannot see me from where I look at myself”

εικόνα εξωφύλλου άρθρου (Francesca Woodman: “You cannot see me from where I look at myself”)

Σκοτεινή και αινιγματική. Προκλητική και ρομαντική. Θολή και ιδιόρρυθμη. Αυτά είναι μερικά από τα επίθετα που θα μπορούσε κάποιος να χρησιμοποιήσει, για να περιγράψει την αμφιλεγόμενη persona, που ακούει στο όνομα Francesca Woodman. Αν δεν καταφέρει να σε σαγηνεύσει το έργο της, σίγουρα θα σε καθηλώσει η ιστορία της.

Η Francesca Woodman, γεννημένη στα τέλη της δεκαετίας του 50’ στο Κολοράντο της Αμερικής από γονείς αρτίστες, κάνει το πρώτο της αυτό-πορτρέτο στην ηλικία των δεκατριών. Τις περισσότερες από τις διάσημες πλέον φωτογραφίες της, τις τραβάει, όταν είναι ακόμα μαθήτρια και σχεδόν όλες έχουνε ως θέμα τον εαυτό της.

Σπουδάζει στο Rhode Island School of Design, ζει κάποια χρόνια στη Ρώμη μέχρι που τελειώνει τη σχολή της και εγκαθίσταται το 1979 στη Νέα Υόρκη. Παθαίνει κατάθλιψη όμως, γιατί τα έργα της δεν έχουνε καμία απήχηση στο κοινό και η ίδια νιώθει ανεπαρκής. Μετά την αποτυχημένη πρώτη απόπειρα αυτοκτονίας της, λαμβάνει ψυχιατρική βοήθεια. Στις αρχές του 1981, ετών 22, δίνει τέλος στη ζωή της πέφτοντας από το παράθυρο ενός κτιρίου.

Ακόμα και αν είναι σύντομο το πέρασμα της από τη ζωή και την τέχνη, θεωρείται ουσιαστικό και καθοριστικό. Εννιά χρόνια δουλειάς (1972-1981), ήταν φαίνεται αρκετά, για να θεωρηθεί σήμερα ένα από τα σπουδαιότερα ονόματα στον χώρο της φωτογραφίας. Η επιτυχία και η διάκριση που περίμενε διακαώς ήρθε, αλλά δυστυχώς για εκείνη, μετά τον θάνατό της.

Της αρέσει να τραβάει σε πολύ χαμηλές ταχύτητες, χρησιμοποιώντας αναλογικές μηχανές διαφορετικού φορμά. Φωτογραφίζει μανιωδώς τον εαυτό της, αφού όπως η ίδια λέει «είναι θέμα ευκολίας, είμαι πάντα διαθέσιμη». Νοικιάζει παρακμιακούς και ερειπωμένους βιομηχανικούς χώρους με ξεφτισμένες ταπετσαρίες, μισοδιαλυμένους τοίχους και σκονισμένα πατώματα για να ζει και να φωτογραφίζει. Παλιοί καθρέφτες, βιβλία και καρέκλες από βελούδο δίνουνε την αίσθηση μιας άλλης εποχής χωρίς κανένα νεωτεριστικό ή μοντέρνο αντικείμενο να υπάρχει στο καδράρισμά της.

Το έργο της – έντονα επηρεασμένο από τον σουρεαλισμό και τον Man Ray για κάποιους, τον μοντερνισμό, τον φεμινισμό ή το Gothic Fiction για κάποιους άλλους, δεν μπορεί να κατηγοριοποιηθεί σε κάποιο ρεύμα ή μία τάση. Τα ξεπερνάει και αποτελεί αναφορά στην αναζήτηση της ιδέας του εαυτού και τον προσδιορισμό του ανθρώπινου σώματος σε συνάρτηση με τον αρχιτεκτονικό χώρο.

Οι εικόνες της συνθέτουν μία παράσταση με συνοχή στην οποία η ίδια παίζει με τον εαυτό της, τον κρύβει, τον παραμορφώνει και τον αναπλάθει. Στις περισσότερες δουλειές της εμφανίζεται ως φιγούρα θολή και φευγαλέα, σαν κάποιος που θέλει να μισοφανεί ή να μισοκρυφτεί, ώσπου να φανεί ασύλληπτος και απατηλός.

Ο θεατής μπορεί να θεωρήσει, κοιτώντας αυτά τα ασπρόμαυρα, ψυχεδελικά αυτο-πορτρέτα, ότι η Woodman έχει τάσεις φυγής ή ότι προσπαθεί να κρύψει τον αληθινό της εαυτό, να τον μεταμφιέσει και να τον εξαφανίσει. Άλλοτε ντυμένη με vintage πανωφόρια μπορεί να σου θυμίσει ηρωίδα του Tolstoy, άλλοτε γυμνή μέσα σε κενούς χώρους με σοβάδες να πέφτουν και τοίχους να ξεφλουδίζουν, να σου θυμίσει σκιά, άγγελο ή φάντασμα.Οι φωτογραφίες της μπορεί να προκαλούν, να διαταράσσουν ή να ενοχλούνε. Το σίγουρο όμως είναι, ότι τρεις δεκαετίες μετά τον θάνατό της, συνεχίζουν να εμπνέουν.

εικόνα αρθρογράφου (Έλενα Βασιλειάδου)

σχετικά με τον αρθρογράφο
Έλενα Βασιλειάδου

Μουσική + Φωτογραφία

Artcore magazine's footer