Άρθρα :: Beaux Arts articles :: selected column

επιλογή γλώσσας
choose language

19.12
2014

Το φαινόμενο των ανοιχτών μουσείων

εικόνα εξωφύλλου άρθρου (Το φαινόμενο των ανοιχτών μουσείων)

Προσπαθώντας να ορίσει κανείς τι είναι ένα ανοιχτό μουσείο ή, για να χρησιμοποιήσω έναν πιο ευδόκιμο όρο, ημιυπαίθριο, είναι πιο πιθανό να αρχίσει να αμφισβητεί την έννοια του μουσείου παρά να βρει κάποια απάντηση. 

Ο όρος ανοιχτό ή ημιυπαίθριο μουσείο (open air museum) αναφέρεται σε οποιοδήποτε μουσείο που στη συλλογή του πέραν των αντικειμένων περιλαμβάνει και σχετικά κτίρια όπως φάρμες, σπίτια και καταστήματα προερχόμενα από μία άλλη εποχή. Πιο συγκεκριμένα τα ημιυπαίθρια μουσεία εστιάζουν την προσοχή τους στη συλλογή τόσο αντικειμένων όσο και εκτάσεων που εμπεριέχουν στα όριά τους κτίσματα και εξωτερικούς χώρους. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτού του είδους μουσείων είναι ότι συμπεριλαμβάνουν τη ζωντανή ιστορία του τόπου αυτού.

Σε αυτήν τη κατηγορία μουσείων ανήκει και το Beamish open air museum. Ένας τόπος- μουσείο που καταλαμβάνει μια αρκετά αξιόλογη έκταση στη Βορειοανατολική Αγγλία (ή όπως είναι γνωστή στην περιοχή Tyne). Aν θέλετε να το οραματιστείτε, θυμηθειτε λίγο τα σκηνικά της σειράς “Dr Quinn” στην άγρια δύση. Για τους νεότερους, λυπάμαι, αλλά δεν έχω κάποια αναφορά, μπορείτε όμως να δείτε ένα επεισόδιο από την προαναφερθείσα σειρά.

Ήταν λοιπόν το έτος 1970, η Θάτσερ πρωτοεμφανιζόμενη ως υπουργός Παιδείας πετσόκοβε τον προϋπολογισμό, οι Beatles χωρίζαν τα τσανάκια τους και ο κύριος Frank Atkinson μαζί με το λιλιπούτειο τριμελές προσωπικό του συνέλεξαν και οργάνωσαν στοιχεία της κοινωνικής ιστορίας της περιοχής καθώς και βιομηχανικές συλλογές και στεγάστηκαν στο Beamish Hall.

Η συλλογή του μουσείου εξιστορεί με έναν ευχάριστο και πρωτόγνωρο τρόπο γεγονότα από την Γεωργιανή (1714-1830), την Βικτοριανή (1837-1901) και την Εδουαρδιανή εποχή (1901-1910). Καλύπτει δηλαδή την ιστορία της περιοχής καθόλη τη διάρκεια της βιομηχανικής επανάστασης και κατά τα πρώτα χρόνια εμφάνισης των νέων πηγών ενέργειας και της εφαρμογής της επιστημονικής γνώσης στη βιομηχανία.

Με μοναδικό στόχο την «διατήρηση» αυτών των 200 χρόνων, πολλά σπίτια, μαγαζιά και λοιπά κτίρια της περιοχής αποσυναρμολογήθηκαν, μεταφέρθηκαν και επανασυναρμολογήθηκαν στον νέο χώρο που έμελλε όχι μόνο να τα προβάλει και να τα εκθέσει, αλλά επίσης να τα συντηρήσει και να τους ξαναχαρίσει την παλιά τους λειτουργικότητα μέσα από την καθημερινή τους χρήση. Τα σπίτια των χωρικών εξοπλισμένα με όλα τους τα μικροαντικέιμενα, το σχολείο του χωριού και η εκκλησία είναι υπό τη συνεχή επίβλεψη και λειτουργία υπαλλήλων του μουσείου που είναι πάντα ντυμένοι με τις ανάλογες ενδυμασίες και ασχολούνται με τις παλιές απλές καθημερινές ασχολίες, όπως να φροντίσουν τον κήπο, να ανάψουν φωτιά στον εξωτερικό ξυλόφουρνο και να ψήσουν το ψωμί που ζυμώνεται μπροστά στα μάτια του επισκέπτη.

Στον κεντρικό δρόμο του χωριού τα παραδοσιακά μαγαζιά λειτουργούν κανονικά κάτω από το αυστηρό και καμιά φορά δύσπιστο βλέμμα των επισκεπτών. Στο τοπικό ζαχαροπλαστείο, μέσα στο εκπαιδευτικό πλαίσιο του μουσείου, οι ζαχαροπλάστες, χρησιμοποιώντας μόνο παλιές συνταγές, δημιουργούν αποκλειστικά παραδοσιακές λιχουδιές που μικροί-μεγάλοι λαχταρούν και ανυπομονούν να δοκιμάσουν. Η τράπεζα, το καφενείο, ο στάβλος και το συνεργείο λειτουργούν κανονικά χρησιμοποιώντας μόνο αντικείμενα της εποχής (ένας από τους πιο πολυσύχναστους χώρους είναι το σπίτι του οδοντίατρου, όπου ο ίδιος ο γιατρός δίνει ξεναγήσεις και αναπαριστά μικροεπεμβάσεις ). Λίγο πιο κάτω ένα λούνα παρκ έχει στηθεί για τη διασκέδαση μικρών και μεγάλων.

Αρκετά παρακάτω στέκει μία βίλα της εποχής, όπου οι ένοικοί της μιλούν στην τοπική διάλεκτο (δυσκολεύοντας ακόμα και τους ντόπιους να καταλάβουν τα λεγόμενά τους) και παραχωρούν διακριτικές ξεναγήσεις μέσα από πραγματικές ιστορίες περασμένης εποχής. Μέσα στη σκοτεινή ατμόσφαιρα που φωτίζεται μόνο από λάμπες πετρελαίου, πολλοί επισκέπτες ξαφνιάζονται, όταν ο ιδιοκτήτης της βίλας που κάθεται κοντά στο τζάκι τους κοιτάει περίεργα και τους απευθύνει το λόγο ρωτώντας τους από ποια μακρινή εποχή έρχονται.

Τέλος, ένα από τα εντυπωσιακότερα και πλέον διαδραστικά σημεία αυτής της εμπειρίας είναι όταν φτάνει κανείς (με τα πόδια ή παίρνοντας το παραδοσιακό τραμ) στο ανθρακωρυχείο. Έξω από τον χώρο προετοιμασίας τους είναι μαζεμένοι οι ανθρακωρύχοι που περιμένουν να πιάσουν δουλειά. Μόλις μαζευτούν αρκετοί επισκέπτες ξεκινάει η ξενάγηση μέσα σε μία πραγματική σήραγγα ορυχείου που κάποτε λειτουργούσε κανονικά. Οι ιστορίες του εργάτη-ξεναγού είναι τόσο περιγραφικές που για καποιο διάστημα ο επισκέπτης ξεχνάει ότι βρίσκεται σε μια σκοτεινή τρύπα αρκετά μέτρα κάτω από τη γη.

Με τούτα και με εκείνα το μουσείο έχει στην ιδιοκτησία του πάνω από 304.000 αντικείμενα. Φυσικά οι δωρέες και οι αγορές νέων αντικειμένων δεν σταματούν ποτέ. Για τον λόγο αυτό υπάρχει ένας κατάλληλος χώρος όπου φυλάσσονται και συντηρούνται αντικείμενα που δεν είναι προς έκθεση.

Σε μία έκταση 300 στρεμμάτων, όπου κάθε χρόνο την επισκέπτονται πάνω από 300 χιλιάδες κόσμου, όπως είναι ίσως αναμενόμενο, προσφέρονται πολλές δυνατότητες για θεματικές εκθέσεις. Για παράδειγμα είναι μία πραγματικά μοναδική εμπειρία η γιορτή του Halloween, όπου σε όλη αυτήν την έκταση, ανά πάσα στιγμή, μπορεί να εμφανιστεί κάποιος μασκαράς διερωτώμενος το γνωστό πλέον trick or treat. Τα Χριστούγεννα είναι επίσης μία περίοδος που το μουσείο μετατρέπεται σχεδόν σε θεματικό πάρκο προσφέροντας την ευκαιρία στους «αδειοούχους» μαθητές να διασκεδάσουν και να έρθουν πιο κοντά στην ιστορία του τόπου τους.

Έπειτα από αυτή τη σχοινοτενή περιγραφή του ανοιχτού τύπου ημιυπαίθριου μουσείου, πολλά ερωτήματα γεννιούνται. Για παράδειγμα, πόση από την αυθεντικότητα των κτιρίων και των αντικειμένων χάνεται κατά την αποσυναρμολόγηση και επανασυναρμολόγηση των κτιρίων και των αντικειμένων; Πώς αλλοιώνεται η ιστορία ενός τόπου, όταν περιορίζεται μόνο σε υλικές αναφορές, εξαγνισμένη από ιστορικά γεγονότα που επηρέασαν τον τόπο και τους κατοίκους του; Είναι όντως μουσείο, ακόμα και «ανοιχτού» τύπου ή θεματικό πάρκο; Και τέλος, θα μπορούσε να υπάρξει ένα τέτοιου είδους μουσείο στην Ελλάδα ή μήπως υπάρχει ήδη; 

Εικόνες (Πηγές)

  • http://www.coolplaces.co.uk
  • http://www.ft.com/home/uk
εικόνα αρθρογράφου (Άννα Artatouille)

σχετικά με τον αρθρογράφο
Άννα Artatouille

Η ‘Αννα, είναι ένα μικρό ποντικάκι που η δίψα του για μάθηση το οδήγησε να σκάψει το δρόμο του από τη Λάρισα στη Θεσσαλονίκη για να σπουδάσει Ιστορία και Αρχαιολογία.Κάπως έτσι ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα την Ιστορία της Τέχνης. Ακολουθώντας την ισχυρή της όσφρηση συνέχισε τις μεταπτυχιακές της σπουδές στη μουσειολογία. Σαν μικρό ποντίκι που είναι της αρέσει να ταξιδεύει υπογείως και να περιπλανιέται σε αίθουσες μουσείων με σκοπό να παρατηρεί εκθέματα και ανθρώπους, χωρίς να την αντιλαμβάνονται. Ανήκει στο γνωστό είδος Artatouille, που διακρίνεται για τηνπεριέργειά του και την ακατάληπτη ανάγκη να τα ξέρει όλα. Θέλει να έχει άποψη για οποιαδήποτε ταινία ή βιβλίο και γι’αυτό τα βράδια τρυπώνει σε βιβλιοθήκες και σινεμά. Αν το δείτε μπροστά σας, μην τρομάξετε, είναι αρκετά εξοικειωμένο με το ανθρώπινο είδος, δεν θα σας πειράξει.

Artcore magazine's footer