Άρθρα :: Beaux Arts articles :: selected column

επιλογή γλώσσας
choose language

07.08
2014

Alexander Calder: Ο γλύπτης παιχνιδοποιός

εικόνα εξωφύλλου άρθρου (Alexander Calder: Ο γλύπτης παιχνιδοποιός)

Η ανάκληση στη χαμένη παιδικότητα μέσα απ΄τα εκκεντρικά γλυπτά ενός απ΄τους πιο ευφάνταστους γλύπτες του 20ού αιώνα

Αποτελεί σίγουρα γεγονός, ότι πολύ συχνά στην ιστορία της τέχνης, συναντούμε περιπτώσεις δημιουργών που τίποτα στη ζωή και την πορεία τους, δεν προδιέθετε την εναχόλησή τους με την τέχνη, όπως και την εξέλιξή τους σε σημαντικούς εικαστικούς. Η περίπτωση του Alexander 'Sandy' Calder δεν συγκαταλέγεται σε μια από αυτές. 

Γεννημένος στην Πενσυλβάνια των Η.Π.Α. το 1898, ο Calder προερχόταν από οικογένεια γλυπτών, αφού τόσο ο πατέρας του όσο και ο παππούς του, υπήρξαν γνωστοί γλύπτες της περιοχής όπου μεγάλωσε, έχοντας αναλάβει αμφότεροι αρκετά δημόσια έργα, ενώ η μητέρα του ήταν ζωγράφος. Ωστόσο ο Calder, o βενιαμιν της καλλιτεχνικής αυτής οικογένειας, παρόλο που πιτσιρίκος αγαπούσε να φιλοτεχνεί γλυπτά ζώων και κοσμήματα για τις κούκλες της αδερφής του, αποφάσισε μεγαλώνοντας να σπουδάσει μηχανικός. Γρήγορα βρήκε δουλειά σαν υδραυλικός και σχεδιαστής δομικών έργων. Παρόλα αυτά, λίγα χρόνια αργότερα, δουλεύοντας σαν μηχανικός σ' ένα πλοίο που ταξίδευε από το Σαν Φρανσίσκο στη Νεα Υόρκη, βίωσε μια εμπειρία που θα αλλάξει τελείως τη ζωή του. Ενώ το πλοίο είχε προσαράξει σ' ένα λιμάνι της Γουατεμάλα, ο ίδιος είδε από το κατάστρωμα, ένα φλογισμένο ηλιοβασίλεμα με φόντο ένα εκθαμβωτικό, ολόγιομο φεγγάρι, σκηνικό που όπως έχει γράψει στην αυτοβιογραφία του, θα ξυπνήσει αθελά του, την βαθιά ανάγκη του για προσωπική έκφραση μέσω της τέχνης, μια ανάγκη που διατηρούσε σε πλήρη καταστολή τα πρώτα χρόνια της ενήλικης ζωής του. 

Το 1926, θα βρει τον Calder στην Μέκκα της μοντέρνας τέχνης της εποχής, στο Παρίσι, να κυνηγάει το όνειρό του, ήτοι να γίνει καλλιτέχνης. Εκεί θα γνωρίσει ιερά τέρατα της πρωτοπορίας που θα τον επηρεάσουν πολύ (αναπόφευκτα θα σχολίαζε κανείς) και θα «χρωματίσουν» το καλλιτεχνικό του στίγμα. Joan Miró, Jean Arp και Marcel Duchamp θα τον συγκινήσουν και θα τον εξιτάρουν εικαστικά, αλλά αυτός που θα τον επηρεάσει στον μεγαλύτερο βαθμό, είναι ο Ολλανδός, Piet Mondrian και η Γεωμετρική Αφαίρεση των έργων του.

Τα γλυπτά του Calder ανήκουν στη λεγόμενη κινητική τέχνη, κίνημα που εισάγεται στην ιστορία της τέχνης το 1955 με τα εγκαίνια της έκθεσης “Le mouvement” στο Παρίσι. Πρόκειται για τα λεγόμενα mobiles, γλυπτά αιωρούμενα στον χώρο που αποτελούνται από αφηρημένα σχήματα πλαστικού σε ζωηρά, βασικά χρώματα, μαύρο και λευκό, τα οποία ενώνονται με λεπτό σύρμα, θυμίζοντας παιδικά παιχνίδια ή σκηνές τσίρκου (ο ίδιος γνώρισε την πραγματικότητα του τσίρκου στο Παρίσι, την εποχή που αυτό μεσουρανούσε) και χαρακτηρίζονται από μια αναπάντεχη σχεδιαστική κομψότητα και πρωτοτυπία, παιδική αφέλεια και αυθόρμητη εκφραστικά κίνηση που τα καθιστά ακαταμάχητα, όπως κάθετι άλλωστε που μας ξυπνά παιδικές μνήμες από τα λεγόμενα χρόνια της αθωότητας. Το σύρμα, ένα υλικό με σταθερότητα και ελαστικότητα, θεωρήθηκε ιδανικό μέσο για την μεταφορά του δισδιάστατου σχεδίου στον χώρο (spatial drawing), συνδυάζοντας το minimum της μάζας και του βάρους με το maximum της έντασης, της πυκνότητας και της πλαστικότητας. Στον αντίποδα των mobiles είναι τα λεγόμενα stabiles, μεγάλα γλυπτά μνημειακού χαρακτήρα στο ίδιο αισθητικό ύφος που σήμερα βρίσκονται σε δημόσιους χώρους διαφόρων μητροπόλεων ανα τον κόσμο, όπως στη Νεα Υόρκη, στο Σικάγο, στο Μόντρεαλ, στο Κεμπέκ, στο Μέξικο Σίτυ και αλλού. 

Για πολλούς μελετητές, όπως ο Nicolas Callas, ο Calder υπήρξε ο μεγαλύτερος Αμερικάνος γλύπτης. Η σπουδαιότητα του έργου του έγκειται μεταξύ άλλων στην υλοποίηση μιας βαθιάς και πρωτόγνωρης τότε επιθυμίας. Της επιθυμίας να τεθεί η ζωγραφική σε κίνηση. Αυτή ακριβώς η κίνηση, αναστέλλοντας τον μόνιμο και οριστικό χαρακτήρα του έργου τέχνης και μετατρέποντας το σε κάτι μεταβλητό και εφήμερο το οποίο βρίσκεται σε στενή αλληλουχία με το περιβάλλον του (αέρας, βαρύτητα) θα ανοίξει νέους δρόμους στην καλλιτεχνική δημιουργία και θα ανασκευάσει την παγιωμένη αντίληψη εικαστικών και κοινού, ως προς το πού ακριβώς σταματούν τα όρια της καλλιτεχνικής δημιουργίας. «Στον Αμερικάνο γλύπτη Calder», παρατηρεί ο G.C. Argan, «συνδυάζονται ο άνθρωπος που κατασκευάζει (faber) και ο άνθρωπος που παίζει (ludens)». Παίρνει την ύλη όπως του την προμηθεύει η βιομηχανία και κατασκευάζει πράγματα που μοναδικό στόχο έχουν να διασκεδάσουν: διασκεδάζουν δηλαδή στην κυριολεξία, αποσπούν τη σκέψη του θεατή από την κανονική χρήση αυτών των υλικών. Τα έργα του χαρακτηρίζονται επίσης από χιουμοριστική και λυρική διάθεση, γεγονός που αντικατοπτρίζεται και στους τίτλους που επιλέγει να τους δώσει. 

Ο Calder, εκτός από σπουδαίος γλύπτης, υπήρξε και εξαιρετικός σχεδιαστής κοσμημάτων, εικονογράφος βιβλίων και περιοδικών, αλλά και ζωγράφος, ζωγραφίζοντας μάλιστα εκτός από τα συμβατικά τελάρα, και αυτοκίνητα ή αεροπλάνα, έπειτα από παραγγελίες των κατασκευαστών τους! 

Ο Alexander Calder πέθανε αναπάντεχα το 1976, αλλά όσο κοινότυπη κι αν ακουστεί η παρακάτω φράση, θα ζει για πάντα μέσα απ' το έργο του μέσα απ' την καλλιτεχνική κληρονομιά που άφησε πίσω του, η οποία τυχαίνει να φέρει ειδικό βάρος. 

«Το τυχαίο», λέει τέλος ο Jean Paul Sartre, o μεγάλος αυτός φιλόσοφος και πολύ καλός φίλος του Alexander Calder αναφερόμενος στα έργα του τελευταίου, «το μερίδιο αυτό του διαβόλου'' είναι ίσως σ' αυτά σπουδαιότερο απ΄όσο σε οποιοδήποτε άλλο ανθρώπινο δημιούργημα. Είναι σύμβολα της φύσης, αυτής της μεγάλης απροσδιόριστης φύσης, που σκορπάει σπάταλα γύρη ή που ξαφνικά κάνει να πετούν χιλιάδες πεταλούδες...»

Εικόνες (Πηγές)

  • www.fadwebsite.com
  • www.pacegallery.com
  • www.curator.com
  • www.teachingstars.com
  • www.yale.edu
εικόνα αρθρογράφου (Ράνια Παπακώστα)

σχετικά με τον αρθρογράφο
Ράνια Παπακώστα

Είμαστε ζώα μοναχικά. Όλη μας τη ζωή παλεύουμε για λίγο λιγότερη μοναξιά. Και μια απ' τις πανάρχαιες μεθόδους μας είναι να λέμε μια ιστορία, παρακαλώντας να βρεθεί ένας ακροατής που θα πει (και θα το πιστεύει): «Α ναι, έτσι ακριβώς είναι, ή πάντως έτσι το αισθάνομαι και γω» Τζον Στάινμπεκ

Artcore magazine's footer