Άρθρα :: Diary of A Cultural Corruptor articles :: selected column

επιλογή γλώσσας
choose language

Η Πωλίνα, Ο Ρακιντζής, ο Bach και το ρετσινόλαδο: Είναι η ποιότητα στην τέχνη αυταπόδεικτη;

εικόνα εξωφύλλου άρθρου (Η Πωλίνα, Ο Ρακιντζής, ο Bach και το ρετσινόλαδο: Είναι η ποιότητα στην τέχνη αυταπόδεικτη;)

O καλός μου φίλος Θ., γνωστός ως Λιμενάρχης ή Ναύαρχος, είναι ψηλός, ευθυτενής, πολυσχιδής και πολυπράγμων. Κυρίως όμως, δεν έχει χάσει την ικανότητά του να θέτει ερωτήματα. Ερωτήματα ακόμη και για θέματα που είναι αυτονόητα για άλλους. Κανένα όμως ερώτημα δεν είναι αυτονόητο, ή ανόητο, όταν δεν είσαι ανόητος. Σε μια συζήτηση με φίλους του στην οποία αναφέρθηκαν στην Πωλίνα, τον Ρακιντζή και τον Bach (μεταξύ άλλων πολύ πιο πικάντικων, είμαι σίγουρος), προέκυψε το ερώτημα του τίτλου: Είναι η ποιότητα στην τέχνη αυταπόδεικτη;

To οποίο και μου έθεσαν ως πρόκληση κάποιο απόγευμα... Θα μπορούσαμε να αναλύσουμε το ζήτημα παράλληλα απαντώντας ναι και όχι, και να επιχειρηματολογήσουμε για κάθε περίπτωση ώστε τα επιχειρήματά μας να βρουν αντεπιχειρήματα ώσπου να απορριφθεί δημοκρατικά η μία από τις δύο απαντήσεις (ένα είδος debate, ευρέως διαδεδομένο στον Αγγλοσαξωνικό κόσμο, όπου υπερίσχυσε η ευθεία οδός και η κοινή λογική, και αγαπήθηκαν πολύ οι μονομαχίες).

Σκέφτομαι, όμως, πιστοί στις παραδόσεις των αργόσχολων προγόνων μας, (που κάθονταν και μπεκρούλιαζαν συζητώντας τα αυτονόητα), ότι θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε με την ονομάτων επίσκεψιν (την αρχή της σοφίας) και στη συνέχεια να ασχοληθούμε με ένα φαινομενικά άσχετο παράδειγμα για να μετατρέψουμε το ίδιο το αρχικό ερώτημα σε απόδειξη η οποία θα μας οδηγούσε πιθανόν σε μια ικανοποιητική απάντηση.

Καταρχάς, ας δούμε πάλι το ερώτημα: Είναι αυταπόδεικτη η ποιότητα στη μουσική;

Αν απομονώσουμε τον παράγοντα μουσική προς στιγμήν, μένουμε με το ερώτημα:

Είναι αυταπόδεικτη μια ποιότητα;

Για να αναλογιστούμε το ερώτημα αυτό πρέπει να προσδιορίσουμε τον όρο «ποιότητα».

Αναζητούμε λοιπόν έναν ορισμό:

ποιότητα (η, ουσιαστικό θηλυκού γένους)

1. το σύνολο των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών ενός ατόμου, αντικειμένου, συστήματος, η φύση, το ποιόν

2. το σύνολο των χαρακτηριστικών ενός ατόμου, αντικειμένου, συστήματος που οδηγούν στην αξιολόγησή του

Διασταυρώνουμε με τον ορισμό σε μια άλλη γλώσσα (έτσι, γιατί είμαστε ανώτεροι άνθρωποι)

ποιότητα • (poiótita) f (plural ποιότητες)

quality, attribute (differentiating property)

Η ποιότητα λοιπόν είναι μια συνολική ιδιότητα ενός αντικειμένου που το χαρακτηρίζει, αλλά, όπως προδίδουν οι δύο ορισμοί που βρήκαμε, το χαρακτηρίζει αξιακά, δηλαδή είναι μια αξιακή τιμή που συνοψίζει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ή μέρη που συναπαρτίζουν ένα σύνθετο αντικείμενο σε σχέση με άλλα του ίδιου είδους.

Το μαγειρικό λάδι, παραδείγματος χάριν, είναι ένα προϊόν του οποίου η ποιότητα αναφέρεται στην:

  1. προέλευση (είδος ελιάς, τόπος παραγωγής)
  2. επεξεργασία (τρόπος συγκομιδής, μέθοδος παραγωγής, απαιτούμενος χρόνος παρασκευής, ταχύτητα και θερμοκρασία θραύσης και πολτοποίησης, χρόνος που μεσολαβεί από την παραγωγή στην κατανάλωση, συσκευασία και βαθμός επηρεασμού των χαρακτηριστικών και ιδιοτήτων του αντικειμένου από αυτήν, αποθήκευση (Τα δοχεία αποθήκευσης του ελαιόλαδου θα πρέπει να είναι καθαρά, κατασκευασμένα από αδρανές υλικό (stainless steel ή γυαλί). Επίσης, θα πρέπει να είναι αδιαφανή και να κλείνουν αεροστεγώς γιατί το φως και το οξυγόνο προκαλούν οξείδωση του λαδιού, με αποτέλεσμα αυτό να ταγκίζει και να γίνεται θολό. Τέλος, ο χώρος αποθήκευσης πρέπει να είναι καθαρός, σκοτεινός και δροσερός, με ιδανική θερμοκρασία τους 10°C-15°C.) και μεταφορά) 
  3. γεύση (οξύτητα (περιεκτικότητά τους σε ελεύθερα λιπαρά οξέα) ≤0,8%=εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο/ ξύτητα ≤2,0%=Παρθένο Ελαιόλαδο/ οξύτητα μεγαλύτερη του 2,0%=ακατάλληλο για κατανάλωση ως έχει και προορίζεται για ραφινάρισμα ή για βιομηχανική χρήση)
  4. μορφή (χρώμα, διαύγεια, ρευστότητα κτλ.)
  5. θρεπτική αξία
  6. εμπορική τιμή

και φυσικά σε άλλους παράγοντες που θα ήξερα καλύτερα άν ήμουν ελαιοπαραγωγός ή σεφ, ή λαδέμπορας.

Η ποιότητα λοιπόν του λαδιού στην προκειμένη περίπτωση γίνεται εμφανής στο ράφι, όχι αυτό με τις γεροντοκόρες και τις γάτες τους, αλλά αυτό όπου συνωστίζεται μαζί με άλλα αντικείμενα του είδους του, υπό τον γενικό όρο 'λάδια μαγειρικής'.

Το ακριβότερο λάδι έχει ωραιότερη συσκευασία από καθαρό γυαλί, συνοδεύεται από σαράντα πιστοποιητικά γνησιότητας, φωτογραφίες της αγρότισσας που μάζεψε τις ελιές με τα χέρια της, νούμερα και τιμές οξύτητας και μια ταμπελίτσα με σοκαριστική τιμή λιανικής πώλησης. Φυσικά, όπου ο καπιταλισμός χώνει τη σκατόφατσά του σε μια υπόθεση, όλα αυτά δεν σημαίνουν απαραίτητα ότι η φαινομενική υπεροχή του εν λόγω προϊόντος στο ράφι συνεπάγεται και ποιοτική υπεροχή (βλέπε περιπτώσεις ακριβών λαδιών που πουλήθηκαν ως παρθένα, και η μόνη παρθένα στην περίπτωσή τους ήταν η γεροντοκόρη αδερφή του μηχανικού αυτοκινήτων που διέθεσε το γράσσο μηχανής στον παραγωγό απατεώνα που σκατοψυχάνε όλοι αυτοί που έπαθαν δηλητηρίαση χρησιμοποιώντας το 'ελαιο'λαδό του).

Πάντως, δεν θα διαφωνήσετε, ότι όσο πιο ικανοποιητικοί είναι οι παράγοντες που προαναφέραμε τόσο εξασφαλίζεται η ποιότητα του λαδιού. Επομένως επιστρέφουμε στην αξιακή διαφοροποίηση ομοειδών μεταξύ τους (παραγόντων παρασκευής, αλλά και των ίδιων των παρασκευασμένων λαδιών μεταξύ τους). Η οξύτητα του λαδιού Α, π.χ. είναι ελαφρώς χαμηλότερη από το ελαιόλαδο Β, επομένως Α μεγαλύτερο του Β δηλαδή το προϊόν Α είναι καλύτερο σε ποιότητα από το προϊόν Β.

ή γιατί το λάδι Α είναι καλύτερο από το λάδι Β; Γιατί οι παράγοντες α, β, γ, και ζ είναι περισσότερο κοντά στις ιδανικές τιμές που ορίζονται ως προϋποθέσεις της ποιότητας. Και ποιος ορίζει τις προϋποθέσεις της ποιότητας;

Μια άλλη ερώτηση που πρέπει να απαντήσουμε πριν αφήσουμε την κουζίνα για να επισκεφθούμε τη σκηνή ή την αίθουσα τέχνης. Ποιος όρισε τους παράγοντες που προαναφέραμε, των οποίων η ικανοποίηση ή μη επηρεάζει τον βαθμό ποιοτικής υπεροχής μεταξύ των αντικειμένων που συναπαρτίζουν οι ίδιοι παράγοντες; Οι ειδικοί (γεωργοί, παραγωγοί, γεωπόνοι, ειδήμονες, ελαιογευσιγνώστες, μεταποιητές, κατασκευαστές, βιομήχανοι, διαφημιστές, και καταναλωτές, χέρι χέρι με ή χωρίς Καρατζαφέρη). Δεν μαζεύτηκαν φυσικά σε φιλοσοφική ημερίδα με θέμα την ποιότητα του λαδιού. Το λάδι (όπως ακριβώς και η μουσική) παράγεται εδώ και περίπου 4000 χρόνια, ίσως και περισσότερο. Οι παράγοντες που καθόρισε η ίδια η βασική ουσία του προϊόντος (ο καρπός της ελιάς, η σημασία του οποίου φανερώνεται στον μύθο της καταγωγής της ως θεϊκό δώρο της προστάτιδας της Αθήνας στην αγαπημένη της πόλη), η μακρόχρονη παραγωγή και χρήση του, ο βαθμιαίος εμπλουτισμός της συλλογικής μας γνώσης για την χρησιμότητά του, η ίδια η αγάπη μας γι' αυτό (στη Μεσόγειο και την Μέση Ανατολή κυρίως) αποκρυσταλλώνονται στην διατύπωση των παραγόντων που παραθέσαμε πιο πάνω, και που φυσικά δεν είναι σταθεροί και αμετάβλητοι στον χρόνο αλλά μεταβάλλονται, σε ευθεία αναλογία προς τις ικανότητές μας, τις γνώσεις μας, τις συνήθειές μας, ακόμη και τις πολιτιστικές αξίες μας (οι Άγγλοι που έχω ταΐσει κατά καιρούς, για παράδειγμα, βλέπουν με ελαφρά αηδία τις παπάρες που κάνουμε στον πάτο της σαλάτας και δεν καταλαβαίνουν γιατί μας αρέσει να βουτάμε το ψωμί μας σε παρθένο ελαιόλαδο. Γιατί ποιότητα στο φαγητό γι' αυτούς, τουλάχιστον μέχρι πρόσφατα, ήταν το βούτυρο).

Ας θέσουμε λοιπόν το ερώτημα με το οποίο ξεκινήσαμε στην αρχή (ερωτήματα: βούτυρο στο ψωμί των φιλοσόφων!), χρησιμοποιώντας το λάδι ως αντικείμενο ελέγχου:

Είναι η ποιότητα του λαδιού αυταπόδεικτη;

Για να απαντήσουμε, ας δούμε μια ιστορία.

Μια μητέρα έστειλε τη δεκάχρονη κόρη της, την Αννούλα, να αγοράσει λάδι με την εντολή να διαλέξει το καλύτερο. Η μικρή τη ρώτησε: «και πώς ρε μαμά θα το καταλάβω το καλό λάδι;»

«Θα το καταλάβεις από τη γεύση, το καλό λάδι το καταλαβαίνεις με τη γεύση», της απάντησε η σοφή μαμά της.

[Την καλή τέχνη, πάλι, με την ψυχή, αλλά σ' αυτό το κεφάλαιο φυσικά, όπως έχετε αντιληφθεί, ούτε θέλω, ούτε μπορώ να υπεισέλθω, (τουλάχιστον χωρίς κάποιο αλκοόλ μέσα μου)]

«Καλά», είπε η μικρή και πήγε στο μαγαζί, με τα κοτσίδια της να ανεμίζουν. 

Εκεί ζήτησε να δοκιμάσει το καλύτερο λάδι που είχαν.

Ο έμπορος άρχισε να τη ζαλίσει με οξύτητες, πυκνότητες, βαθμούς και άλλα σολωμονικά που έκαναν τη μικρή να αλλοιθωρίσει. «Τι λε ρε Μπάρμπα, δε μας παρατάς πρωί-πρωί» σκέφτηκε, αλλά δεν το είπε γιατί έχει καλή ανατροφή.

«Μπορώ να το δοκιμάσω λίγο;» ρώτησε μόνο.

«Βεβαίως» είπε ο έμπορος και της έδωσε μια κουταλιά να δοκιμάσει.

Η έντονη αναγούλα που ένοιωσε η μικρή καταπίνοντας το παχύρευστο βαθυπράσινο υγρό, υγρό για πιάτα της θύμισε, το έντονο κάψιμο που ένοιωσε στο λαιμό την έκανε να βήξει, τα μάτια της κοκκίνησαν ελαφρά, «τι αηδία είν' αυτή Χριστούλη μου έτσι είναι το καλό λάδι;» αναρωτήθηκε. Και γύρισε πίσω χωρίς λάδι. Γιατί δεν ήταν σίγουρη αν το καλό λάδι, το καταλαβαίνεις με τη γεύση. Εκείνη πάντως δεν το κατάλαβε.

Που σημαίνει ότι η ποιότητα του λαδιού δεν είναι αυταπόδεικτη.

Ας φανταστούμε κάποιον που έχει ακούσει στη ζωή του μόνο Ρακιντζή και Πωλίνα, δηλαδή αυτές οι δύο εκφάνσεις της μουσικής τέχνης (λέμε τώρα) είναι γι' αυτόν η Μουσική, και απολαμβάνει τις φακές, τα φασόλια, και τα υποδέλοιπα λαδερά του μαγειρεμένα με γράσσο.

Την ημέρα εκείνη που ένας θεός θα του παρουσιαστεί φέρων θεϊκά δώρα, (ένα CD με όλες τις σουίτες για τσέλλο του Bach (τις οποίες, παρεπιμπτόντως ακούω ενώ γράφω την τοποθέτησή μου)

και ένα μπουκάλι εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο οξύτητας ≤0,8% που φτιάχνει από τα δυό του λιόδεντρα ο παππούς Μιχαλιός Ξερολαδάκης έξω απο ένα χωριό στα Κριτσά, στην Κρήτη), όχι μόνο δεν θα αναγνωρίσει τη θεϊκή φύση των δώρων, αλλά μάλλον θα του τα γυρίσει πίσω. Και θα τον βρίσει κι από πάνω.

Δεν είσθε θεός κύριε, ποιός θεός φέρνει τέτοιες αηδίες δώρο. Μπλιάχ. Κάτσε να σας βάλω σπανακόρυζο με γράσσο να δείτε νοστιμιά, θα γλείφετε τις φτερωτές σας φτέρνες. Ακούστε κι αυτό να με θυμηθείτε:

Υπάρχουν επιστημονικοί τρόποι μέτρησης των επιδράσεων διαφορετικών ερεθισμάτων (συναισθητικών ή μεμονωμένων) που για παράδειγμα έχουν αποδείξει ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος αντιλαμβάνεται τα παραστατικά οπτικά ερεθίσματα διαφορετικά από ό,τι τα ανεικονικά, σε βαθμό που να μπορούσε να υποστηριχτεί ότι η αφηρημένη τέχνη προκαλεί μια σχετική αποβλάκωση (του τύπου, «τι θέλει να πεί ο ποιητής, έχει μια γραμμή εδώ και δυό χρώματα παρακάτω, πεινάω, τι να μαγείρεψε σήμερα αυτή η άχρηστη που πήγα και παντρεύτηκα;»). Αυτό βέβαια δεν εξηγεί την εγκαθίδρυση της αφηρημένης τέχνης από τον ψυχρό πόλεμο και έπειτα στον υψηλότερο θρόνο της εικαστικής παραγωγής, μόνο την χρησιμότητά της ως εργαλείο πιθανής αποβλάκωσης των μαζών (η δημιουργίας ζέν μινιμαλιστικών χώρων στο interior design που ηρεμούν και ξεκουράζουν, εγώ τέτοια προτιμάω, τι να βάλω απέναντί μου πάνω από τον μπουφέ, την αποκαθήλωση του Γκρέκο;) Ούτε βέβαια κάνει αυταπόδεικτη την έλλειψη ή μή κάποιας ποιοτικής υπεραξίας σε σχέση με άλλα είδη εικαστικής παραγωγής. Η πρώτη αντίδραση του κοινού σε αριστουργήματα της μοντέρνας τέχνης που αξίζουν σήμερα εκατομμύρια ήταν επιθετική και περιελάμβανε ροχάλες (όχι μόνο φραστικές, και κανονικές). Η αντίδραση του κοινού δεν μπορεί να είναι κριτήριο ποιότητας, αν δεν εξετάσουμε την ποιότητα του ίδιου του κοινού. Όπως για τον Πλάτωνα, άλλωστε, ιδανικό είναι το πολίτευμα όπου την εξουσία έχουν όχι οι πολλοί (και πιθανώς ηλίθιοι) αλλά αυτοί (πολλοί ή λίγοι) που ξέρουν.

Αν η μικρή Αννούλα μεγαλώσει με μια μαμά που μαθημένη στο καλό λάδι την εξοικειώσει σιγά σιγά στην ιδιαιτερότητα του παρθένου ελαιόλαδου, όχι με το κουτάλι κλείνοντάς της τη μύτη, ως ρετσινόλαδο δηλαδή, αλλά μέσα από τη μαγειρική της, τα φαγητά της, το παράδειγμά της, τη σταγόνα που τρέμει στο χείλος του μπουκαλιού μετά που θα βάλει λίγο στη σαλάτα, κι όχι όταν η Αννούλα είναι χορτάτη, αλλά όταν πεινάει, μετά το παιχνίδι, όταν είναι λυπημένη γιατί δεν έχει φίλες στο καινούργιο της σχολείο, και κυρίως όταν την κάνει να αντιληφθεί ότι στην τέχνη όπως και στην καλή μαγειρική υπάρχει μια μικρή, μια απειροελάχιστη ελπίδα, η μόνη, ότι αυτό το σύντομο όνειρο που ζούμε με τα μάτια ανοιχτά, μετρώντας αυτούς που φεύγουν πρίν από μας, ή από δίπλα μας, έχει, ίσως, κάποιο νόημα...

…και ότι δεν είναι κουλ να ακούς ποιοτική μουσική γιατί είναι ποιοτική και στο λέει η μαμά γιατί τό ξέρει, αλλά ότι είναι κουλ να μην προσπαθείς να είσαι κουλ ακολουθώντας τους πολλούς που νομίζουν ότι είναι κουλ αλλά να βρεις πώς να είσαι κουλ ακόμη και μ’ αυτό ακριβώς που οι πολλοί δεν θεωρούν κουλ, όχι από αντίδραση, έτσι γιατί η αντίδραση είναι κούλ, αλλά επειδή το ψαράκι που κολυμπάει κόντρα στο ρεύμα, μπορεί να μην είναι πιο ευτυχισμένο, αλλά είναι σίγουρα πιο ελεύθερο…

Και επειδή είμαστε ήδη, ούτως ή άλλως προς κατανάλωση,

καλύτερα να μαριναριστούμε στο καλύτερο λάδι που υπάρχει εκεί έξω

παρά στο φτηνότερο γράσσο…

εικόνα αρθρογράφου (Κωνσταντίνος Α.)

σχετικά με τον αρθρογράφο
Κωνσταντίνος Α.

Ο Κωνσταντίνος Α. συνελήφθη τον Σεπτέμβριο του 1972 στη Θεσσαλονίκη. Από τότε τελειοποιεί την αρχική αυτή σύλληψη με τις απλές απολαύσεις της γνώσης (Ιστορία της Τέχνης, Μουσική, Oτιδήποτε) και της δημιουργίας (εικόνων, λέξεων, ήχων) μεταξύ διαστημάτων πλήξης, ελαφρότητας και ελαφράς αυτοκαταστροφής. Αν και Δρ, αδυνατεί να θεραπεύσει, εκτός κι αν η πρότασή του σχετικά με τις θεραπευτικές ιδιότητες της παραστατικότητας για την ανθρώπινη υποκειμενικότητα στην μεταμοντέρνα κατάσταση ισχύει. Ζεί στο Λονδίνο εξυφαίνοντας αφηγήσεις και συνωμοτεί για την αποξήλωση του συστήματος.

Artcore magazine's footer