Άρθρα :: Art outside the Core articles :: selected column

επιλογή γλώσσας
choose language

Αmal Clooney: Η άνοδος μιας καινούργιας διασημότητας

εικόνα εξωφύλλου άρθρου (Αmal Clooney: Η άνοδος μιας καινούργιας διασημότητας)

Ή η δειλή επιστροφή του προτύπου της παραγωγής; (Μια επετειακή αναδημοσίευση έναν χρόνο μετά τη γαμήλια ένωση που προσπάθησε να αλλάξει το Hollywood)

Ο Leo Lowenthal, το 1942, εξετάζοντας τα βιογραφικά άρθρα των αμερικανικών εντύπων Collier’s και The Saturday Night Evening Post, από το 1901 μέχρι το 1941, διαπιστώνει μια σημαντική αλλαγή: Τα προφίλ επιχειρηματιών, επαγγελματιών και πολιτικών ηγετών έχουν μειωθεί, ενώ τα άρθρα για επαγγελματίες διασκεδαστές έχουν αυξηθεί κατά 50%. Το 1941, μάλiστα, οι βιογραφούμενοι καλλιτέχνες και διασκεδαστές είναι αποκλειστικά αστέρες του σινεμά ή αθλητές και όχι γλύπτες, ζωγράφοι, λογοτέχνες, όπως στα έντυπα του 1901. 

Ο Μαρξιστής και μέλος της σχολής της Φρανκφούρτης, Lowenthal, βαφτίζει τα είδωλα του 1901 «πρότυπα της παραγωγής» και αυτά του 1941 «πρότυπα της κατανάλωσης». Σύμφωνα με τον ίδιο, η αποτύπωση της ζωής των πρώτων έχει στόχο εκπαιδευτικό: επιχειρεί να διδάξει τον αναγνώστη την αξία της δουλειάς και της συγκεντρωμένης προσπάθειας, δημιουργώντας του την πεποίθηση πως μπορεί και αυτός να τα καταφέρει – ή θα μπορούσε να τα καταφέρει. Η βιογράφηση των «προτύπων της κατανάλωσης» από την άλλη, απορρίπτει την αυταξία της εργασίας αλλά και της ίδιας της επιτυχίας. Και τα δύο, είναι το μέσο, για μια πιο εύκολη, μαζική αλλά και εξεζητημένη κατανάλωση…Για να επιτευχθεί αυτό, συνεχίζει ο Lowewenthal, oι βιογραφούμενοι απεικονίζονται στον ελεύθερο χρόνο τους και στον προσωπικό τους χώρο δίνοντας έμφαση σε άλλοτε ασήμαντες λεπτομέρειες της καθημερινότητας (φαγητό, ποτό, προσωπική περιποίηση κ.ά. ). 

Αλλάζοντας το προφίλ της διασημότητας, συντελέστηκε ταυτόχρονα η «εκδημοκράτηση» και η ειδωλοποίησή της. Δεν έχει σημασία τι κάνεις αλλά τι καταναλώνεις∙ ενώ, για πρώτη φορά η αγοραστική δύναμη προβάλεται τόσο αντιδραστικά και απενοχοποιημένα απέναντι σε μια ταξική κοινωνία. Ο Lowenthal, όμως, υποστηρίζει πως αυτό το προφίλ εξοικειώνει το άτομο στην αταξία του καπιταλισμού. Ωραιοποιώντας την ιστορία επιτυχίας του διασήμου, αποκόβοντάς τον από αυτά που προσφέρει και πώς κατέληξε να τα προσφέρει και τονίζοντας την τυχαιότητα του -πλέον αφόρητα τετριμμένου- «κατάλληλου μέρους, την κατάλληλη στιγμή», έκανε το κοινό αφενός να ελπίζει σε μια τυχαιότητα και αφετέρου να μην κάνει συντονισμένες προσπάθειες για να επιτύχει τον ίδιο στόχο. Aκριβώς λόγω αυτής της δήθεν τυχαιότητας, η διασημότητα αντιμετωπίζεται από το κοινό σαν φυσικό φαινόμενο, δεδομένα, άκριτα και με θαυμασμό. 

Πολλές δεκαετίες μετά τον Lowenthal, ζήσαμε την αποθέωση του πρωτύπου της κατανάλωσης. Η βιομηχανία παραγωγής ειδώλων εντωμεταξύ, έχει αποκαλυφθεί ως τέτοια, αλλά αυτό δεν ήταν αρκετό για να σταματήσει τη χιονοστιβάδα που ξεκίνησε τον προηγούμενο αιώνα. 

Η ιδιοφυής δημοσιογραφία όμως, κατάφερε σε εξίσου μαζικό επίπεδο, όχι να δαμάσει, αλλά να αλλάξει εν μέρει την μορφή αυτού του φαινομένου. Για την Anne Helene Petersen[1], η αλλαγή αυτή πυροδοτείται από μια συνέντευξη του Μάρλον Μπράντο στον Τρούμαν Καπότε για τον Νew Yorker (Noέμβριος του 1957). Τα ίδια στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για την αλλαγή του προφίλ της διασημότητας, δηλ. η στοχευμένη παρουσίαση πτυχών της καθημερινότητας που έχουν καταναλωτικό ενδιαφέρον, έδωσαν στον δημοσιογράφο την ευκαιρία, υπογείως, να σχολιάσει και να αποκαλύψει τη πεπερασμένη, καθημερινή και επίπλαστη φύση του φαινομένου της διασημότητας. 

Στην εποχή του διαδικτύου, η σχέση μίσους και πάθους μεταξύ της δημοσιογραφίας και της διασημότητας, είναι εκτεθειμένη, προσβάσιμη, άμεση και σε άνθηση. 

Ως αποτέλεσμα, ο κορεσμός του κοινού επέρχεται γρηγορότερα. Οι διάσημοι σήμερα περισσότερο παρά ποτέ αποτελούν οι ίδιοι καταναλώσιμα αγαθά, χάνοντας συχνά την ανθρώπινή τους ιδιότητα όχι προς χάριν ενός «θεϊκού» προφίλ αλλά μιας πλήρως εμπορεύσιμης και δισδιάστατης εικόνας, η οποία στα μάτια του κοινού στερείται δικαιωμάτων προστασίας και ιδιωτικότητας και φτάνει στο σημείο του ψηφιακού κανιβαλισμού (βλ. “the fappening”). Από την άλλη, προτάσσεται συχνά η αυθεντικότητα και το ανεπηρέαστο της συμπάθειας ή αντιπάθειας του κοινού και κατά συνέπεια μιας είδει αξιοκρατίας για τα προνόμια της διασημότητας. Η δύναμη της βιομηχανίας να επιβάλλει πρότυπα, αμφισβητείται την εποχή του twitter, της άμεσης αλληλεπίδρασης και αντίδρασης στα πρόσωπα και στα προϊόντα του θεάματος. 

Η άνοδος της Amal Clooney στο πεδίο της διασημότητας, αφενός αποδεικνύει την καλά κρατούσα δύναμη της βιομηχανίας, αλλά ταυτόχρονα ενσαρκώνει το πρόσωπο της μαζικής κουλτούρας που αλλάζει (ή τουλάχιστον γίνεται πιο πολύπλευρο). Η διαδικασία ειδωλοποίησης της Amal Clooney και η αντίδραση του κοινού σε αυτή, έχει ενδιαφέρον κυρίως για δύο λόγους: Πρώτον, γιατί είναι δικηγόρος με εξαιρετικές ακαδημαϊκές και επαγγελματικές επιτυχίες και δεύτερον γιατί είναι γυναίκα. 

Στην αδιάκοπη πλάστιγγα ανάμεσα στον κανιβαλισμό και την ειδωλοποίηση, της οποίας θύμα και νικήτρια είναι η γυναίκα, εμφανίζεται ξαφνικά ένα αντικειμενικά θετικό γυναικείο πρότυπo, η «αντί-Κardashian», η Amal Clooney: Η γυναίκα της οποίας προβάλλεται η ακαδημαϊκή μόρφωση και το επαγγελματικό προφίλ, ενώ η προσωπική της ζωή παρουσιάζεται στο κοινό φιλτραρισμένα και απολύτως ελεγχόμενα.

Την ίδια στιγμή μας συστήνεται ως η μνηστή του «αιωνίου εργένη». Ο George Clooney, έχοντας στο παρελθόν προσωποποιήσει, όσο λίγοι, το πρότυπο της κατανάλωσης και του παραδοσιακού glamour, είχε πέσει σε δυσμένεια. Στην εποχή που η κουβέντα για το φεμινισμό έχει γίνει κτήμα της μαζικής κουλτούρας και είναι πιο ζωντανή από ποτέ, την εποχή που τα κορίτσια αγαπούν τους πνευματώδεις, ταλαντούχους και αμήχανους Ευρωπαίους ηθοποιούς, οι οποίοι μάλιστα διαφημίζουν τη φεμινιστική τους στάση, το προφίλ του playboy που συνοδεύεται από ξανθές αμαζόνες, δεν είναι πια δημοφιλές. 

Έτσι, τοποθετείται στο πλάι του μια άλλου είδους αμαζόνα: Η καριερίστα. Εν αντιθέσει με την «θεϊκή τυχαιότητα» του ιδίου, εκείνη προβάλλεται ως προϊόν της προσωπικής της προσπάθειας, του «δημοσίου βρετανικού σχολείου», της μεσοαστικής οικογένειας. Έτσι ο Clooney, μέσω της κυρίας Clooney, κατορθώνει να επαναλανσάρει το προϊόν του. Ο γάμος τους είναι ο γάμος του προτύπου της παραγωγής και του προτύπου της κατανάλωσης; 

Θα ίσχυε αν η εντυπωσιακή της εμφάνιση, δεν ήταν παρά το κερασάκι στην τούρτα, αν δεν διέρρεαν συνεχώς ασήμαντες πληροφορίες για την καθημερινότητά της, αν τέλος δεν είχε γίνει viral το meme

 “STUDY LAW HARD SO THAT YOU CAN TOO ENGAGE TO GEORGE CLOONEY ONE DAY”… 

Το είδωλο της Amal Clooney, μπορεί να μην έφερε την άνοιξη, αλλά είναι μια απάντηση στο κοινό που έχει βαρεθεί τα σύμβολα του σεξ, ή τις επαγγελματίες συζύγους. Ακόμη και αν ο στόχος και το αποτέλεσμα είναι πάντα το ίδιο, δηλαδή, η εμπορευματοποίηση της εικόνας τους, η σύζυγος Clooney, τουλάχιστον προσφέρει την επιλογή ενός δρόμου, δυσκολότερου, αξιοκρατικότερου, πνευματικά πλουσιότερου και αδιαμφισβήτητα κοινωνικά χρησιμότερου.

* Το παρόν κείμενο αποτελεί αναδημοσίευση από τον προσωπικό διαδικτυακό ιστότοπο m-ad-nauseam.gr

Κείμενα (Πηγές)

  • http://www.annehelenpetersen.com/ και http://www.believermag.com/issues/201405/?%20%20read=article_petersen 
  • http://www.theguardian.com/commentisfree/video/2014/oct/17/idiot-guide-female-pop-star-2014-video
εικόνα αρθρογράφου (Μαρία Μαραβέλια)

σχετικά με τον αρθρογράφο
Μαρία Μαραβέλια

Γεννήθηκα τέλη του ’88, στη Σπάρτη. Το φθινόπωρο του 2006 μετακόμισα στην Αθήνα για να σπουδάσω Νομικά. Τα κατάφερα, παρά τους περισπασμούς που σύντομα εξελίχθηκαν σε μεγάλες αγάπες: οι σινεφίλ κινηματογραφικές αίθουσες, η φωτογραφία δρόμου, ο Σ. Έτσι, δεν έφυγα ποτέ από την Αθήνα. Συνέχισα στη Νομική σπουδάζοντας Φιλοσοφία Δικαίου. Εντωμεταξύ, δουλεύω –ανά διαστήματα- σε Μ.Κ.Ο., δικαστήρια, δικηγορικά γραφεία και εταιρείες. Κατ’ ευφημισμό, αποκαλώ τις εργασιακές μου εμπειρίες «ανθρωπολογική έρευνα». Kάπως έτσι χαρακτηρίζω και την τελευταία μου εμμονή: την ποπ κουλτούρα.

Artcore magazine's footer