Scroll Top

Άλλαι Τέχναι

Άφτερλωβ, του Στέργιου Πάσχου

feature_img__afterlob-tou-stergiou-pasxou
Το «Άφτερλωβ» δεν είναι μία ταινία για την κρίση. Οι ήρωές της δεν ψάχνουν να βρουν «πώς φτάσαμε ως εδώ», δεν αναλύουν το προσφυγικό. Κάνουν, όμως, κάτι εξίσου σοβαρό. Προσπαθούν να καταλάβουν πώς δύο άνθρωποι παύουν να αγαπιούνται πια. Μακριά από κάθε διδακτισμό και σοβαροφάνεια, ο Πάσχος παραδίδει μία ταινία που είναι αυτό που είναι, ένα κυριακάτικο πρωινό με κοκτέιλ στην πισίνα.

Γυρισμένο στο σπίτι του σκηνοθέτη Νίκου Νικολαΐδη στο Κεφαλάρι, ένα σπίτι γεμάτο κινηματογραφικές μνήμες από ταινίες όπως «Τα Kουρέλια Τραγουδάνε Ακόμα» και “Singapore Sling”, που αποτέλεσε, εκτός από χώρο γυρισμάτων και καταφύγιο, σπίτι για όλο το συνεργείο και σκηνικό των πιο όμορφων wrap parties των περασμένων δεκαετιών, το «Άφτερλωβ» φέρνει κάτι από τη γλυκιά αρρώστια των 70s. Αν τα «Κουρέλια» ήταν το ρέκβιεμ της δεκαετίας του ’70, με γρατζουνιές από βινύλιο και μετεφηβεία, το «Άφτερλωβ» είναι το απόκοσμο vintage pop τραγούδι της νέας χιλιετίας με παγωμένα ποτά στην πισίνα και σχεδόν αγάπη. Όπως και ο Νικολαΐδης, ο Πάσχος ανακαλύπτει έναν καινούριο κώδικα ηθικής για τους ήρωές του, με τον πρωταγωνιστή που απαγάγει το πρώην κορίτσι του να φαίνεται πολύ κουλ τύπος. Ο Φραγκούλης, ένας Τζούμας των ημερών μας, υποδύεται τον Νίκο, έναν εστέτ αποτυχημένο μουσικό γύρω στα τριάντα, ανέτοιμο να αποδεχτεί τη νέα του ζωή χωρίς τη Σοφία. Η Μπέζου, στον ρόλο της Σοφίας, ανακαλύπτει ότι η πρόσκληση του πρώην φίλου της να περάσουν το Σαββατοκύριακο μαζί στο σπίτι ενός φίλου του, θα εξελιχθεί σε ομηρία, με σκοπό να εκμαιεύσει από εκείνη τον πραγματικό λόγο για τον οποίο δεν μπορούν να είναι πια μαζί. Οι ήρωες ασφυκτιούν μέσα στους αμήχανα μεγάλους χώρους του σπιτιού που τους φιλοξενεί. Η κάμερα παρακολουθεί τους πρωταγωνιστές μέσα απ’ τα κλειστά τζάμια, τις πόρτες και τους τοίχους, επιτείνοντας το κλειστοφοβικό αίσθημα της απώλειας της επικοινωνίας και της αδυναμίας να διατυπωθούν όσα γίνονται αντιληπτά ως συναισθήματα.

Το «Άφτερλωβ» δεν είναι τίποτα παραπάνω απ’ αυτό που προοικονομεί το όνομά του: μία ρομαντική κομεντί για το πού πάει η αγάπη όταν τελειώνει. Οι ήρωες δεν παραθέτουν βαρυσήμαντα αποφθέγματα περί έρωτος, ούτε και καταφέρνουν οι ίδιοι να δώσουν απαντήσεις στα βασανιστικά ερωτήματά τους. Εδώ, ο σκηνοθέτης μοιάζει να συμφωνεί με τον Gogol: «Δουλειά μου δεν είναι να κάνω κήρυγμα. Ούτως η άλλως η τέχνη είναι θρησκευτικός λόγος. Δουλειά μου είναι να μιλώ με ζωντανές εικόνες κι όχι με επιχειρήματα. Πρέπει να δειξω τη ζωή ολόπλευρα κι όχι να συζητώ περί ζωής». Στο «Άφτερλωβ», η λειτουργία της εικόνας είναι να εκφράζει την ίδια τη ζωή. Η κάμερα παραμένει σταθερή και κάθε αδιόρατη κίνησή της έχει σκοπό να παρακολουθήσει τη ζωή και τη φυσική ροή της. Δεν υπάρχουν συμβολισμοί, ούτε ιδέες πίσω από τα γεγονότα. Ένα χάδι είναι απλώς ένα χάδι. 

Πάνω απ’ όλα, το «Άφτερλωβ» είναι μία ταινία βασισμένη στον λόγο και γι’ αυτό μια ταινία που δεν μεταφράζεται. Δεν είναι μια ταινία που θα δούμε να θριαμβεύει στα διεθνή φεστιβάλ, κυρίως γιατί είναι φτιαγμένη από ανθρώπους που μιλάνε στα ελληνικά και ερωτεύονται στα ελληνικά. Κανένας υποτιτλισμός δεν θα μπορέσει να χωρέσει τις λέξεις, τις παύσεις, τα κενά και τις αναπνοές. Το δίδυμο Φραγκούλη-Μπέζου ανταλλάσει ατάκες με συνέπεια και ταχύτητα, σε ένα ρεσιτάλ τεχνικής. Η Μπέζου δίνει μια ερμηνεία υψηλής ευαισθησίας, χωρίς να καταφεύγει σε κλισέ ευκολίες. Το πολύ δουλεμένο δίδυμο των ηθοποιών δίνει στον Πάσχο την ευκαιρία να ανακαλύψει ένα ρυθμό ολότελα δικό του, που συζητήθηκε έντονα -και όχι πάντα θετικά- στην προβολή της ταινίας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Μιλάμε σίγουρα για έναν προσωπικό ρυθμό, όπως τον εννοεί ο Tarkovsky, ένα ρυθμό με τη μορφή της χρονικής πίεσης στα κάδρα, που δεν εξαρτάται από το μοντάζ, αλλά από τον εσωτερικό χρόνο που διατρέχει τα πλάνα. Οι ηθοποιοί ενστερνίζονται αυτόν τον ρυθμό και τον κάνουν δικό τους. Ο Φραγκούλης αποπνέει μία αίσθηση ηρεμίας στις σιωπές του που συναντάς σε ηθοποιούς παλιάς κοπής, σαν να δίνει χώρο στο ανείπωτο εξίσου με το ειπωμένο, αντιμετωπίζοντας με ευαισθησία το ματαιωμένο συναίσθημα που δεν γίνεται ποτέ λόγος. 

Σαν σε μια σιωπηρή συμφωνία με τον εαυτό του και το σινεμά, ο Πάσχος μετά από εφτά διαδοχικές μικρού μήκους ταινίες, μία κάθε χρόνο, ξεκινώντας από το 2007 με το “Leaving Room” και συνεχίζοντας με τα «Ανάμεσα», “Regular Night”, «Χτυπήματα», «Ελένη», “Largo” και, τέλος, «Ο Έλβις είναι νεκρός», το 2013, καταθέτει πια την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία. Έχοντας ξεχωρίσει ως ένας πολλά υποσχόμενος μικρομηκάς, με πίστη και διάρκεια στο αντικείμενό του, φέρνει εις πέρας το πρώτο του μεγάλο πρότζεκτ, το οποίο αν και γυρίστηκε μέσα σε 8 μέρες, δείχνει σημάδια σκηνοθετικής ωριμότητας, αλλά πολύ περισσότερο καταθέτει γενναιότητα, ευφυία και προσωπικό στυλ.

Άφτερλωβ, του Στέργιου Πάσχου
Μεταφρασμένος τίτλος: “Afterlov”
Είδος: Κομεντί
Διάρκεια: 94’

Content Sources

  • Γκόγκολ Ν. (1848) Επιστολή στον Β. Ζουκόφσκι
  • Ταρκόφσκι Α.Α. (1987) Σμιλεύοντας το Χρόνο, Αθήνα: Εκδόσεις Νεφέλη

Photo Sources

  • flix.gr
  • cinefreaks.gr
  • myfilm.gr
  • altcine.com
  • lifo.gr
  • huffingtonpost.gr
1
Μοιράσου το