Scroll Top

Άλλαι Τέχναι

Ad Astra, του James Gray

feature_img__ad-astra-tou-james-gray
Τα θυρανοίξια του φετινού κινηματογραφικού χειμώνα, κι όλη η εβδομάδα που μας πέρασε, σημαδεύτηκαν δυστυχώς από την απογοητευτική προσέλευση των θεατών στους ανά την Ελλάδα σινεμάδες. Γεγονός βέβαια εντυπωσιακά παράλογο αν αναλογιστεί κανείς πως το πρόσωπο που φιγουράριζε στη μετόπη των περισσότερων αιθουσών ήταν εκείνο του Brat Pitt, από την τελευταία «διαστημική» δημιουργία του Αμερικανού James Gray.

Ο σκηνοθέτης του αδιάφορου (αν όχι κακού) “The Lost City of Z”, συγκέντρωσε τώρα για το “Ad Astra” ένα καστ με πολλά υποσχόμενο star power, ώστε να ανιχνεύσει κινηματογραφικά και ιδεολογικά τη μοναξιά του ανθρώπου απέναντι στο αχανές σκοτάδι του διαστήματος αλλά κυρίως απέναντι στους άλλους (sic Sartre). Στο μακρινό κι υπερτεχνολογικό μέλλον, ο Roy McBride (Brad Pitt), ένας πολύπειρος αστρονάυτης με προβλήματα στην προσωπική του ζωή, θα ξεκινήσει ένα μακρινό και ριψοκίνδυνο ταξίδι προς τις εσχατιές του ηλιακού μας συστήματος, με μοναδικό του σκοπό να ανακαλύψει αν ζει ο από τρεις δεκαετίες χαμένος πατέρας του (Tommy Lee Jones)· εκείνος που υπήρξε μια από της ιστορικότερες μορφές της αεροναυπηγικής του διαστήματος και τώρα κατηγορείται πως ευθύνεται για μια από τις μεγαλύτερες απειλές που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα· εκείνος που υπήρξε είδωλο και ήρωας σ’ ολόκληρη τη ζωή του Roy.

Πάνω στο σκελετό της ιστορίας αυτής ωστόσο, ο Αμερικανός κινηματογραφιστής θα εστιάσει υπέρ το δέον στην υφολογική σύνθεσή του δράματος και θα χάσει εντελώς από την προσοχή του την αφηγηματική του ανάπτυξη, καταλήγοντας έτσι σ’ ένα εξαιρετικά ανισοβαρές κι «ασπόνδυλο» καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. Οι αισθητικές του επιρροές επ’ αυτού βέβαια αναμφισβήτητες. Η ευθυγραμμισμένη πλανοθεσία και το υπεργεωμετρικό του καδράρισμα με τις αφύσικες γωνίες λήψης, το βαθιά προσεγμένο ρεπεράζ κι οι σκοτεινοί χώροι που άλλοτε σου κόβουν την ανάσα υπό τη μεγαλειώδη φωτογραφία του Hoyte Van Hoyteme (Dunkirk, Interstellar, Let The Right One In, Her) κι άλλοτε σε συναρπάζουν όπως σου φανερώνονται επενδυμένοι με synthwave neon φώτα και το υψηλής κατάρτισης, παιγνιώδες μοντάζ που τη μια στιγμή θεωρείς πως είναι υπέρμετρα σφιχτό και την αμέσως επόμενη παραλείπει ολόκληρους χρόνους αφηγηματικής δράσης· όλα παραπέμπουν στην κιουμπρικική Οδύσσεια. Και σ’ όλα αυτά υπάρχει και μια εμμονική προσήλωση των πλάνων πάνω στο πρόσωπο του Brad Pitt, που ακόμα και σ’ ένα τέτοιο μέτριο έργο αποδεικνύει με τη βαθιά εσωτερική του ερμηνεία πόσο σπουδαίος ηθοποιός είναι. Πράγματι, τα ιλιγγιώδη γκρο πλαν πάνω στο μάτια του υπερταλαντούχου ερμηνευτή και το στενότατο εστιακό βάθος που ρυμουλκεί το βλέμμα μας πάνω στη μύτη του, φωνάζουν από την πρώτη κιόλας θέαση του φιλμ. Εμμονή σε βαθμό ψύχωσης!

Κι όμως. Όλες εκείνες οι τεχνικές λεπτομέρειες πάνω στις οποίες επένδυσε τόση φαιά ουσία ο James Gray, διαλύονται ταχύτατα κάτω από την εξαιρετικά ανέμπνευστη κινηματογραφική αφήγηση. Γιατί αν και πρόκειται για μια ταινία με καθαρά ευθύγραμμη χρονική εξιστόρηση -σε βραδύκαυστους μάλιστα ρυθμούς-, ο δημιουργός όχι μόνο αποτυγχάνει να μας εισάγει στο δραματουργικό γίγνεσθαι, αλλά αφήνει πίσω του και εξαιρετικά μεγάλα κενά. Ο κεντρικός ήρωας γύρω από τον οποίο υφαίνει σφιχτά το φιλμικό του δράμα, στερείται ψυχολογικού βάθους και ουσίας. Αν και είναι φανερές οι τάσεις φυγής του και μια αυτοθυσιαστική ροπή προς το άγνωστο, όταν αυτές του οι «ανθρωπομορφικές» ιδιότητες συγκρουστούν με την πεισιθάνατη προσωπικότητα του χαμένου του πατέρα, θα μείνει στη μέση της οθόνης ως μεγάλο αναπάντητο ερώτημα η σχέση μεταξύ των δυο τους. Αυτός ο δεσμός πατέρα-γιου, που αποτελεί ουσιαστικά και αυτοσκοπό της ίδιας της ταινίας, είναι παντελώς άδειος νοήματος. Δεν έχουμε κάποια ιδιαίτερη γνώση για τα δύο κύρια πρόσωπα του δράματος! Κι όχι γιατί δεν κατέληγε σε μια τέτοια γνώση το σενάριο, αλλά γιατί δεν υπήρξε ο κατάλληλος σκηνοθετικός σχεδιασμός για να καταλήξει το ίδιο το φιλμ. Σε μια μορφικά ιδιαίτερα προνομιακή στιγμή, τη στιγμή της συνάντησης στην κορύφωση του δράματος, καταλαβαίνουμε ότι δεν γνωρίζαμε τελικά γιατί ο Roy είναι αυτός που είναι. Και χωρίς Roy, όπως ξεδιπλώθηκε η όλη κατασκευή, δεν υπάρχει και ταινία· αυτοαναιρείται!

Κι αν δούμε εν κατακλείδι την ταινία πραγματιστικά, όχι ως ιδεολογικοπολιτικό κι αισθητικό κατασκεύασμα, αλλά ως μια αφορμή για οικογενειακή ή παρεΐστικη έξοδο, ο James Gray, συγκεντρώνοντας γύρω του ένα καστ υψηλών προδιαγραφών κι επενδύοντας σ’ ένα «οσκαρικό» σενάριο, χάνει πολύ περισσότερα από ότι θα μπορούσε κανείς να φανταστεί διαβάζοντας απλά την περιγραφή της υπόθεσης πριν ακριβώς πληρώσει το εισιτήριό του. Δεν καταφέρνει σε καμία περίπτωση να κόψει και να επανασυνθέσει το χώρο και το χρόνο όπως το έκανε ο ασύλληπτος Nolan στο “Interstellar”. Δεν μας βυθίζει με ασθμαίνουσα ανάσα στο κάθισμα όπως το κατάφερε ο μάγος Cuaron στο “Gravity”. Και πάνω απ’ όλα (αν και δεν χρειαζόταν καν αναφέρω μια τέτοια σύγκριση), εκείνο που κυρίως στόχευε ο Αμερικανός, δεν κατορθώνει ΕΠ’ ΟΥΔΕΝΙ να μεταπλάσει τις ιστορίες και τις ψυχές των ηρώων του σε ποίηση, όπως ο μέγας Σαμάνος Tarkovsky στο “Solaris”.

Ελπίζω να έχετε μια αξέχαστη προβολή.

Ad Astra, του James Gray
Είδος: Δράμα, Μυστήριο
Διάρκεια: 123’

1
Μοιράσου το